Showing posts with label film reviews. Show all posts
Showing posts with label film reviews. Show all posts

Wednesday, January 20, 2010

Alamar (To the Sea)

Το Banco Chinchorro είναι τμήμα του δεύτερου μεγαλύτερου κοραλλιογενή ύφαλου του πλανήτη. Εκεί πηγαίνει ένας πατέρας με καταγωγή από τη φυλή των Μάγια με τον μικρό του γιο (από Ιταλίδα μητέρα) και με τη βοήθεια ενός ηλικιωμένου ψαρά της περιοχής μάς αποκαλύπτουν μέσα από τις καθημερινές ασχολίες τους μια μοναδική αρμονία μεταξύ των ανθρώπων και της φύσης, μεταξύ του πατέρα και του γιου.
Με υπνωτικές εικόνες σπάνιας φυσικής ομορφιάς ο Pedro Gonzalez-Rubio έφτιαξε ένα μυθιστορηματικό ντοκιμαντέρ που μαγεύει με την απλότητά του, την αυτονόητη αίσθηση της οικολογίας εκείνων που πραγματικά έχουν μάθει να ζουν με τη φύση και γελοιοποιεί άθελά του όλες τις «πολιτισμένες» απόψεις περί ακραίας χορτοφαγίας.

Amphetamine

Hong Kong, όπως Νέα Υόρκη, όπως Φρανκφούρτη… Τα ίδια χρηματιστηριακά πρόσημα, τα ίδια παιχνίδια εξουσίας, τα ίδια ναρκωτικά, η ίδια ψυχική γραφειοκρατία. Το κενό παραμένει ωστόσο στους ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, κοινωνικοοικονομικής θέσης. Ίδιο μ’ εκείνο της γέφυρας που δεν έχει ενωθεί στη μέση… Αρετές στη φωτογραφία και στις ερμηνείες, κυρίως του Byron Pang στον ρόλο ενός τύπου με το παράδοξο όνομα «Kafka» από έναν σκηνοθέτη που αυτοαποκαλείται «Scud».

Blutsfreundschaft (Initiation)


Ο 16χρονος Άλεξ έχει παρατήσει το σχολείο, δεν βρίσκει δουλειά και η κατάσταση στο σπίτι εξαιτίας του πατριού του είναι αφόρητη. Πριν ακόμη ξεκινήσει να ζει βρίσκεται μπλεγμένος με μια ομάδα νεοναζί. Όταν αυτοί επιτίθενται σε ένα συσσίτιο άστεγων, του αναθέτουν να μαχαιρώσει τον υπεύθυνο κοινωνικό λειτουργό προκειμένου να τον κάνουν ισότιμο μέλος τους. Μετά τη δολοφονία καταφεύγει στο καθαριστήριο του Γκούσταβ Τριτζίνσκι (Helmut Berger), ενός ηλικιωμένου ομοφυλόφιλου. Η ομοιότητα του Άξελ με τον πρώτο του έρωτα γίνεται αφορμή για να αποκαλύψει το παρελθόν του που τον στοιχειώνει. Ο ίδιος, κάποτε μέλος της χιτλερικής νεολαίας, από μια περίεργη συγκυρία βρέθηκε φυλακισμένος σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και είδε τον φίλο του να δολοφονείται. Η φιλία που θα αναπτυχθεί ανάμεσά τους δίνει καταφύγιο και θέση εργασίας στον νεαρό…
Ο τρόπος που διάλεξε ο Peter Kern να διηγηθεί αυτή την ενδιαφέρουσα ιστορία είναι δυστυχώς βουτηγμένος στα κλισέ και στις σκηνοθετικές ευκολίες. Από τη μια το περιβάλλον του Γκούσταβ - ομοφυλόφιλοι, λεσβίες και τρανσέξουαλ σε παρακμιακά gay bar της Αυστρίας ζούνε τη ζωή τους ενάντια στο κατεστημένο που τους περιθωριοποίησε - κι από την άλλη η παρέα του Άλεξ - μέθυσοι νεοναζί δίχως υπόβαθρο μισούν ακόμη και τους εαυτούς τους. Απόκληροι και παρίες αμφότεροι. Στη σχηματική παρουσίασή τους έχουμε τους δεύτερους βουτηγμένους στην υποκρισία ενώ στους πρώτους περισσέυει η ειλικρίνεια. Ούτε παντοπωλείο να ήταν!

Tuesday, January 19, 2010

Plein sud (Going South)

Ένα γαλλικό road movie δεν μπορεί παρά να έχει πολύ σεξ, ακόμη περισσότερους έρωτες και αρκετό μπλαμπλά… Με άλλα λόγια, ένα γαλλικό road movie είναι ένα γαλλικό φιλμ. Στο Plein Sud ή Going South όπως είναι ο διεθνής τίτλος τα πράγματα δεν διαφέρουν πολύ. Εδώ ο σκηνοθέτης Sébastien Lifshitz έχει τη βοήθεια του γνωστού κυρίως από τη συνεργασία του με την PJ Harvey, John Parish, στη μουσική και η αισθητική του είναι φανερά επηρεασμένη από τον «ανεξάρτητο» αμερικανικό κινηματογράφο, όπου η… ανεξαρτησία μεταφράζεται εδώ ως «οι πρωταγωνιστές καπνίζουν». Κατά τα άλλα μια απομίμηση Καλιφόρνιας: Πανέμορφα πρόσωπα σε καλοσχηματισμένα κορμιά χαίρονται τις αμμώδεις παραλίες της Νότιας Ευρώπης. Απαραίτητο αξεσουάρ: ο πανσεξουαλισμός… Ο πρωταγωνιστής (Yannick Renier) υπήρξε στην παιδική του ηλικία αυτόπτης μάρτυρας της αυτοκτονίας του πατέρα του, που μάλλον προκλήθηκε από την καταπίεση της τρελής συζύγου του. Τώρα, ενήλικος πλέον, ταξιδεύει με ένα Ford αυτοκίνητο (είπαμε: Αμερική) και ένα πιστόλι (το είπαμε, δεν θα το ξαναπούμε) στις αποσκευές του προς την Ισπανία. Στον δρόμο (road movie γαρ) συναντάει δύο αδέρφια: μια νυμφομανή κοπέλα κι ένα ομοφυλόφιλο αγόρι. Λίγο πιο κάτω θα συναντήσουν ένα άλλο αγόρι με το οποίο η κοπέλα, που είναι ήδη έγκυος, φλερτάρει έντονα.
Συνεχίζουν, άγνωστο γιατί, όλοι μαζί το ταξίδι… Άγνωστο παραμένει και τι απογίνονται όταν ο πρωταγωνιστής βρίσκει τελικά τη μητέρα του που δεν είναι πια τρελή αλλά δουλεύει στην Ισπανία και συζεί με τον δεσμό της.
Αν έχετε μιάμιση ώρα διαθέσιμη και δεν ξέρετε τι να κάνετε, μπείτε στο σινεμά που το παίζει. Αν είστε «δήθεν» μπορεί και να ενθουσιαστείτε.

Tuesday, February 10, 2009

59η Berlinale - A

Αν τύχει και βρεθείτε στην Potsdamer Platz, είναι πολύ πιθανόν να ακούσετε ελληνικά σε διάφορα πηγαδάκια έξω από τους βασικούς κινηματογράφους που φιλοξενούν την 59η Berlinale. Θα προέρχονται από τους αποσταλμένους διαφόρων εντύπων, αγοραστές ταινιών, καλλιτέχνες ενός ευρύτερου φάσματος και... κολαούζα.

Το 95% είναι καπνιστές. Στην κατανάλωση καπνού συναγωνίζονται μόνο με τους "ούνα φάτσα, ούνα ράτσα" γείτονές τους. Εννοώ ασφαλώς τους Τούρκους, με τους οποίους, περιέργως πώς, δεν θέλουν να συγκρίνονται. Κόμπλεξ; Πού να δείτε και πώς κυκλοφορούν. Θλιβερές ιστορίες, υλικό για πολλές ταινίες...

Από το - παράλληλο του διαγνωνιστικού - τμήμα ΠΑΝΟΡΑΜΑ είδα μέχρι στιγμής τις εξής ταινίες:

Γκάνγκστερ, ντετέκτιβ, θύματα μπλέκονται σε ένα ελλειπτικό γαϊτανάκι. Σταδιακά και με αρκετά φλας μπακ αποκαλύπτεται μια ιστορία εγκλήματος και εξιλέωσης που μετά βίας ισορροπεί ανάμεσα στη συγχώρεση και την εκδίκηση. Μια σπουδή πάνω στο «απόλυτο κακό», από τον Ulli Lommel, γνώριμό μας από τις πρώτες ταινίες του Rainer Werner Fassbinder. Άλλωστε το - γυρισμένο στο Τέξας και στην Καλιφόρνια, με τον David Carradine - ABSOLUTE EVIL είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν.

Βασισμένο στην αληθινή ιστορία του PEDRO, ενός μετανάστη από την Κούβα στο Μαϊάμι των αρχών της δεκαετίας του ’90, ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Nick Oceano δημιουργεί μια διδακτική ταινία, από αυτές που κάποτε θα (έπρεπε να) αποτελούν τον κορμό της «εκπαιδευτικής τηλεόρασης». Ο Pedro Zamora ήταν ένας από τους χαρισματικούς φορείς του ιού του AIDS που κατάφερε να μιλήσει ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία του και να αφυπνίσει αρκετό κόσμο, λαμβάνοντας μέρος στο Real World, ένα ριάλιτι σόου του αμερικανικού MTV. Σε κομβικό σημείο η εύστοχη χρήση του Pictures of You των Cure.

Στην Ινδονησία της δεκαετίας του ’70 μας μεταφέρει το RAINBOW TROOPS που εξυμνεί τις αρετές της μόρφωσης και του Ισλάμ, με έναν αρκετά προπαγανδιστικό τρόπο. Βασισμένο στο βιβλίο του Andrea Hirata και τις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Ευχαριστώ, αλλά δεν με αφορά.

Πολύ περίεργος είναι ο συνδυασμός που επιχειρεί ο Ιάπωνας Ryosuke Hashiguchi στο GURURI NO KOTO (αγγλ. Τίτλος ALL AROUND US), όπου οι οικογενειακές καταστάσεις μπλέκονται με τα πορτραίτα που σκιτσάρει στις αίθουσες δικαστηρίων…

Στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’80 και για τα επόμενα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1991, μας μεταφέρει το AN ENGLISHMAN IN NEW YORK, το δεύτερο μέρος της ζωής του Κουέντιν Κρισπ που είχαμε γνωρίσει τηλεοπτικά ως «Γυμνό Δημόσιο Υπάλληλο». Tο φιλμ αυτό, στο οποίο ο πνευματώδης, μποέμ, εξωφρενικά φαντεζί Κρισπ ενσαρκωνόταν μοναδικά από τον John Hurt, στάθηκε αφορμή να γίνει ευρύτερα γνωστός - και αίφνης περιζήτητος - ο πραγματικά ξεχωριστός αυτός άνθρωπος. Η απαράμιλλη ιδιαιτερότητά του στάθηκε ικανή να του δώσει το status του «resident alien» και την πολυπόθητη άδεια παραμονής στο λατρεμένο του Big Apple. Η ιστορία ενέπνευσε τον Sting στο τραγούδι που έδωσε τον τίτλο στο φιλμ.
Για άλλη μια φορά ο John Hurt δίνει ρεσιτάλ καθώς γίνεται ένα με τον ρόλο του σε ένα έργο που έχει αρκετές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από την εποχή που η «macho culture» έγινε το ιδανικό της gay κοινωνίας και ρατσιστικά επιχείρησε να περιθωριοποιήσει τη θηλυπρέπεια. Τότε που τα εργατικά κράνη αντικατέστησαν τα μεταξωτά φουλάρια, ενώ το μέικ απ εγκαταλείφθηκε καθώς δεν μπορούσε πλέον να απλωθεί στα μουστάκια.

Το HIGH LIFE είναι μια μαύρη κωμωδία από τον κόσμο των εγκληματιών που αποφυλακίζονται μόνο και μόνο για να διαπράξουν την επόμενη παρανομία τους. Γνωστό το genre, αλλάζουν κάπως οι συνθήκες και οι ατάκες. Προέρχεται από τον Καναδά και την υπογράφει ο Gary Yates.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το LA JOURNEE DE LA JUPE (αγγλ. τίτλος SKIRT DAY), με θέμα παραπλήσιο αυτού που πραγματεύεται το «Ανάμεσα στους Τοίχους». Στη Γαλλία το πρόβλημα με τους μουσουλμάνους μετανάστες επιδεινώνεται, καθώς φαίνεται ολοένα και πιο δύσκολο για άτομα που πιστεύουν στη σαρία ως νομικό πλαίσιο, να πεισθούν για τα πλεονεκτήματα της δημοκρατίας. Μέσα στην τάξη, η καθηγήτρια (Isabelle Adjani) που επιμένει να φοράει φούστα, παρά τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς των μαθητών της, αντικρίζει συμπτωματικά, σε έναν καβγά ανάμεσα στους μαθητές της, ένα όπλο που ανήκει σε κάποιον από τους μαθητές της. Παίρνοντάς το στα χέρια της, τους αναγκάζει, υπό την απειλή του, να συμμετάσχουν στο μάθημά της… Θα ακολουθήσουν πολλές ενδιαφέρουσες εναλλαγές και θα τεθεί ο προβληματισμός πως η προοδευτικότητα εξαρτάται από την εποχή. Όσο σοκαριστική ήταν η θέα μιας γυναίκες με παντελόνι κάποτε, άλλο τόσο είναι οι γυναίκες με φούστα σήμερα. Για σκεφτείτε το!

Ένα road movie στον νορβηγικό βορρά είναι το NORD με τον αυτοπεριεκτικό τίτλο. Ένα παγωμένο Paris Texas, στο οποίο οι μουσικές αναφορές κάντρι είναι παραδόξως, ιδιαίτερα έντονες.

Friday, January 30, 2009

Without

Without?

Μάλλον With Cigarettes θα έπρεπε να είναι ο τίτλος της πολυβραβευμένης στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ταινίας του Αλέξανδρου Αβρανά.

Ένας καλός μου φίλος, που θεωρεί υποχρέωσή του να με ενημερώνει και τον ευχαριστώ γι' αυτό, μου το έστειλε κι εγώ κάθισα και το είδα.

Καπνός! Πολύς καπνός για το τίποτα, είναι η άποψή μου. Ελλείψει άλλων μέσων οι πρωταγωνιστές καπνίζουν περισσότερο από την Bette Davis και τον Humphrey Bogart μαζί.

Φυσικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως πρόκειται για μια κριτική ματιά του σκηνοθέτη στην ελληνική πραγματικότητα. Όμως οι διάλογοι είναι τόσο ψεύτικοι, που θυμίζουν ανάλογους σε βιβλία της ελληνικής γλώσσας για αλλοδαπούς.

Ογδόντα λεπτά με το "σας" και με το "σεις", κι εκείνα τόσο κακά ερμηνευμένα που αναρωτιέται κανείς τι διάολο μαθαίνουν οι Έλληνες ηθοποιοί στις δραματικές σχολές...

Άλλη μια άσκηση ύφους εις βάρος των γηγενών φορολογούμενων.

Wednesday, January 28, 2009

Hayat Var


HAYAT VAR (MY ONLY SUNSHINE) λέγεται το φιλμ του Τούρκου σκηνοθέτη Reha Erdem, με άξονα τη νεαρή πρωταγωνίστρια Elit Iscan, ως ένα από τα τρία πρόσωπα μιας οικογένειας που αντιπροσωπεύουν τρεις διαφορετικές γενιές.

Ο παππούς είναι κατάκοιτος, έχει ανάγκη τη μάσκα οξυγόνου, αλλά παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, επιμένει να καπνίζει, ενώ παραπονιέται ασταμάτητα. Εκπρόσωπος της γενιάς που αφού γαλούχησε τους απογόνους της με πάμπολλα «κατηγορώ», εξακολουθεί να τους φορτώνει με περιττές ενοχές.

Ο γιος του είναι βαρκάρης στον Βόσπορο και ασχολείται με το ψάρεμα, ενώ παράλληλα αρπάζει κάθε ευκαιρία που του προσφέρεται για να κάνει λαθρεμπόριο ή να μεταφέρει πόρνες στα πλοία που έχουν αράξει εκεί, ξεγελώντας την αστυνομία ή εκμεταλλευόμενος την ανοχή της. Βιώνει κατεργάρικα ένα ολιγαρκές παρόν…

Έχει μια κόρη, τη Χαγιάτ, στις αρχές της εφηβείας. Η ζωή της είναι ιδιαίτερα μονότονη, όσο και το δρομολόγιο που ακολουθεί κάθε μέρα για να πάει στο σχολείο. Αδιαφορεί για τα μαθήματά της, μιλάει ελάχιστα… Όταν δεν περιποιείται τον παππού της, επισκέπτεται τη μητέρα της, η οποία στο μεταξύ έχει παντρευτεί έναν αστυνομικό και έχει αποκτήσει έναν γιο, που ακόμη είναι βρέφος. Όλη αγάπη της έχει διοχετευτεί σ’ αυτόν.

Η Χαγιάτ επικοινωνεί ελάχιστα με το περιβάλλον της. Μάλλον περιφρονεί τους δικούς της. Δεν υπακούει στις εντολές του παππού, από τον οποίο έχει κληρονομήσει το άσθμα, δεν ενημερώνει τον πατέρα της για τα παράπονα των δασκάλων. Ο διευθυντής του σχολείου, μια αρχή αμήχανη μα και ανίκανη, περιορίζεται σε ένα κούνημα του κεφαλιού που συνοδεύει με τη λακωνική επίπληξη «τς, τς τς…», όταν την πιάνουν να αντιγράφει σε διαγώνισμα. Η Χαγιάτ προτιμά να χάνεται στις εικόνες της τηλεόρασης. Από τη φτωχική παράγκα τους παρατηρεί απέναντι, πέρα από τη θάλασσα, τη γνωστή-άγνωστη μεγαλούπολη και ξεσπάει κλωτσώντας μια γαλοπούλα.

Η μεσήλικας γειτόνισσα, τραυματισμένη από έναν βιασμό όταν ήταν μικρή, αρέσκεται στο να την περιποιείται: της μαγειρεύει, κάποτε τη χαϊδεύει ή της πλένει τα πόδια. Μικρές ενδείξεις τρυφερότητας και λανθάνοντα λεσβιανισμού…
Οι συνομήλικοί της που επιχειρούν τα πρώτα αθώα φλερτ, δεν έχουν βρει τον κατάλληλο τρόπο να την πλησιάσουν. Λένε καψουροτράγουδα και προσφέρουν τσιγάρα. Ξεγελάνε την ανία τους με το ποδόσφαιρο. Βάφουν τα πρόσωπά κίτρινο και μπλε, τα χρώματα της Φενερμπαχτσέ, και πηγαίνουν στο γήπεδο να υποστηρίξουν την ομάδα τους…

Όταν μια πόρνη από αυτές που πηγαινοφέρνει ο πατέρας της στα πλοία θα της χαρίσει ένα κραγιόν, η Χαγιάτ θα βάψει τα χείλια της και θα κοιταχτεί προσωρινά αυτάρεσκα στον καθρέφτη. Έχει μεγαλώσει. Ένας νεαρός με κίτρινο/μπλε πρόσωπο, που έχει κερδίσει το ενδιαφέρον της, αφήνει την παρέα του και την πλησιάζει... Εκείνη είναι έτοιμη να φύγει μαζί του, με μια μηχανοκίνητη βάρκα στα νερά του Βοσπόρου, βάφοντας ολόκληρο το πρόσωπό της κόκκινο…

Η νέα γενιά έχει ξεφύγει από της συμβατικότητες των προηγούμενων, έχει τους δικούς τους κώδικες, ίσως ακόμη δεν ξέρει τι να τους κάνει, ίσως δεν την ενδιαφέρει καν να ψαχτεί.
Όπως και να ’χει, το μέλλον της ανήκει.

Με όμορφες, καθησυχαστικές και σε στιγμές ωραιοπαθείς εικόνες, ο Erdem ξεδιπλώνει μια καθημερινή ιστορία που διαβάζεται σε πολλά επίπεδα καταφέρνοντας να αγγίξει και να προβληματίσει παγκοσμίως, παρά την απόλυτα βαλκανική της ταυτότητα. Ίσως, μάλιστα, ακριβώς γι’ αυτό.

Σ' αυτή τη συμπαραγωγή Τουρκίας-Ελλάδας-Βουλγαρίας, ο αγγλικός τίτλος προέρχεται από το τραγούδι «You Are My Sunshine» των Jimmie Davis και Charles Mitchell που έχει γνωρίσει πάμπολλες εκτελέσεις. Στην ταινία ακούγεται από ένα παιδικό αρκουδάκι.

Θα προβληθεί στο Forum στα πλαίσια της 59ης Berlinale.

Wednesday, July 02, 2008

Mamma Mia!

Γράφοντας τη γνώμη μου για το κινηματογραφικό Mamma Mia! πρέπει να ξεκινήσω με μια διευκρίνηση: χωρίς ποτέ να τοποθετούσα ένα άλμπουμ τους στα καλύτερά μου, μου άρεσαν και εξακολουθούν να μου αρέσουν κάποια (αρκετά) τραγούδια των Abba. Νομίζω πως το γεγονός και μόνο ότι παίζονται αδιάκοπα τριανταπέντε χρόνια από την πρώτη τους εμφάνιση, σημαίνει από μόνο του πολλά για ένα ποπ συγκρότημα. Πέρα από το μεσουράνημά τους στη δεκαετία του ’70, συνέχισαν να ακούγονται στη δεκαετία του ’80, για να γίνουν στα ’90s ο κεντρικός άξονας ταινιών (Muriel’s Wedding), να αποθεωθούν (Priscilla, Queen of the Desert) ενώ δεν έπαψαν να χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα στα σάουντρακ (Get Smart).

Παράλληλα, αποτέλεσαν υλικό για το πολύ πετυχημένο εμπορικά «τζουκ μποξ μιούζικαλ» Mamma Mia! που ανέβηκε στο θέατρο δέκα σχεδόν χρόνια πριν μεταφερθεί στον κινηματογράφο (1999) και εξακολουθεί να παίζεται σε πολλές σκηνές του κόσμου, με μια ιστορία βασισμένη στην ταινία του 1968 Buona Sera Mrs Campbell, όπου πρωταγωνιστούσε η Gina Lollobrigida.

Τόσο όμως στο μιούζικαλ, που είχα δει σε κάποια ανύποπτη στιγμή δίχως να ενθουσιαστώ, όσο και στον τρόπο που τα τραγούδια χρησιμοποιούνται στην ταινία, πιστεύω πως αδικούνται. Από την αιθέρια αν και συχνά αφελή, ξεσηκωτική χορευτική ποπ, η σκηνοθεσία αναδεικνύει τις περισσότερες φορές μόνο το κιτς μέρος τους, «οπτικοποιώντας» τους στίχους, θυμίζοντας έτσι τα πιο φτηνιάρικα βίντεο κλιπ και φτάνοντας το αποκορύφωμα της ευκολίας στα Chiquitita και I Do, I Do, I Do… Με καραόκε ερμηνείες (ναι μεν τραγουδάνε οι ηθοποιοί αλλά από πίσω ακούγονται ενδιάμεσα τα αυθεντικά φωνητικά και βέβαια οι ενορχηστρώσεις).

Ακόμη και το τοπίο (αν και τα περισσότερα γυρίσματα έχουν γίνει στο στούντιο Pinewood του Λονδίνου) έτσι όπως λανσάρεται, φέρνει στον νου σκονισμένες από τον χρόνο ευρωπαϊκές ταινίες του ’50, όταν, λίγο μετά τον πόλεμο, ανακάλυπταν το φολκλόρ των «ιθαγενών» της Νότιας Ιταλίας ή χολυγουντιανές που χρησιμοποιούσαν τις φυσικές ομορφιές του Μεξικού ως στάχτη στα μάτια για το αφελές σενάριο και τη μέτρια ηθοποιία, με τους ντόπιους πάντα υποβαθμισμένους στον ρόλο του κατεργάρη κομπάρσου.

Η Meryl Streep κάνει ό,τι μπορεί και, επειδή είναι η κορυφαία ηθοποιός που έχουμε δει στην οθόνη, τα καταφέρνει. Συμπαθείς είναι και οι φίλες της (ιδιαίτερα η Julie Walters), όπως και η Amanda Seyfried στον ρόλο της κόρης της. Γενικά οι γυναίκες ξεχωρίζουν από τους άνδρες, που δεν έχουν ιδιαίτερα μεγάλους ρόλους.

Η αίσθηση που μένει, αν και πιστεύω πως κάθε σύγκριση περιττεύει, είναι πως οι Abba σαφώς δεν πλησίασαν ποτέ το ταλέντο των Beatles. Αν, ωστόσο, θέλετε μια μικρή απόδειξη ακούστε το Slipping Through My Fingers των πρώτων και έπειτα αφεθείτε στο She’s Leaving Home, δύο τραγούδια που πραγματεύονται το ίδιο θέμα.

Sunday, June 22, 2008

Τρεις ταινίες

Τι συμβαίνει στο The Happening; Μα, απολύτως τίποτε!
Μια ψευδο-οικολογική φενάκη που αρέσει σε (κάποιους) κριτικούς, αλλά όχι στο κοινό. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει με τους διανομείς.

Στο Hancock πάλι ξαφνιάζεσαι από την τόση ανεξήγητη μπούρδα που σου τρίβουν στα μούτρα σου, που κάποια στιγμή το δέχεσαι και λες, ας απολαύσω τουλάχιστον την πραγματικά καλή μουσική. Απίστευτο θράσος!

Μη χάσετε, όμως, το Surveillance της Jennifer Chambers Lynch (κόρης του David) που έχει συγγράψει το σενάριο με τον Kent Harper που παίζει και στο φιλμ. Ένα αλλόκοτο, μα καλοδουλεμένο θρίλερ. Το καλύτερο το φετινού καλοκαιριού.

Sunday, March 09, 2008

Heavy Metal in Baghdad

Το πολύ καλό ντοκιμαντέρ Heavy Metal στη Βαγδάτη δεν εστιάζει μόνο σ’ αυτό το είδος μουσικής αλλά καταπιάνεται και με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση. Το μοναδικό συγκρότημα του είδους (όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι) στην κάποτε κραταιά πρωτεύουσα του Ιράκ, οι Acrassicauda, έχουν επηρεαστεί κατά κύριο λόγο από τους Metallica και είναι εντυπωσιακό το πόσο καλά αγγλικά μιλάνε τα περισσότερα μέλη, δίχως ποτέ να έχουν βγει έξω από την πόλη τους!

Οι γεννημένοι στο Τορόντο σκηνοθέτες Eddy Moretti και Suroosh Alvi παρακολουθούν το συγκρότημα επί σκηνής αλλά και στην ιδιωτική του ζωή, αφουγκραζόμενοι τα προβλήματα τους: «δεν επιτρέπεται να έχουμε goatee και προσπαθούμε να το καλύψουμε ως μουσουλμανικό μούσι» ή «απαγορεύεται το headbanging γιατί μοιάζει πολύ με την κίνηση που κάνουν οι Εβραίοι στο Τείχος των Λυγμών»…

Όσο ο Σαντάμ βρισκόταν στην εξουσία, προϋπόθεση για να δώσουν συναυλίες ήταν να έχουν ένα τραγούδι που τον εξυμνούσε! Τώρα, προκειμένου να αποφύγουν την καθημερινή τρέλα και τον κίνδυνο της Βαγδάτης «δεν υπάρχει τζιχάντ όπως διαδίδουν τα ΜΜΕ, απλά οι πολιτικοί εκμεταλλεύονται τον φανατισμό του πλήθους προς όφελός τους», έχουν καταφύγει ως πρόσφυγες στη Συρία, όπου «δεν είναι μόνο που είμαστε ξένοι, αλλά Ιρακινοί, γεγονός που μας τοποθετεί αυτόματα κάτω από το τίποτε» και την Τουρκία.

Παραγωγός του φιλμ είναι ο Spike Jonze.

Monday, February 25, 2008

Filth and Wisom

Άλλαξα το πρόγραμμα μιας ολόκληρης μέρας μου έτσι ώστε να καταφέρω να δω τη δημοσιογραφική προβολή της πρώτης σκηνοθετικής δουλειάς της Madonna με τίτλο Filth and Wisdom (Βρομιά και Σοφία). Θα μπορούσα να κάνω υπομονή για περίπου τρεις βδομάδες ακόμη, αλλά απ’ ό,τι φάνηκε δεν ήμουν ο μόνος που τον έτρωγε η περιέργεια. Η προβολή δεν άλλαξε απλά χώρο (αναγκαστικά αφού η μικρή αίθουσα του CinemaxX που συνήθως φιλοξενεί τα previews του Πανοράματος δεν ήταν αρκετή) αλλά και ώρα (αφού στον κινηματογράφο που την είδαμε τελικά παιζόταν μια άλλη ταινία) και τα μέτρα που ελήφθησαν έτσι ώστε να μην μπούνε «άσχετοι» μέσα ήταν δρακόντεια…

Και το αποτέλεσμα;

Κατ’ αρχήν, δεν θυμάμαι ποτέ να είδα πιο αμήχανο κοινό από εκείνο που αντίκρισα μετά το τέλος των 81’ που διαρκεί το φιλμ, και αφού άναψαν τα φώτα. «Τι ήταν αυτό;» έμοιαζαν να αναρωτιούνται περιμένοντας κι εγώ δεν ξέρω τι.

Η ιστορία είναι απλή και αν υπάρχει ένα «βαθύτερο νόημα», αυτό εμπεριέχεται στον τίτλο: για να φτάσεις στη «Σοφία» χρειάζεται να περάσεις μέσα από τη «Βρομιά», αλλά κι από την άλλη τι νόημα έχει μια αποστειρωμένη «Σοφία» δίχως ίχνος «Βρομιάς»; Η Madonna δείχνει να μην ξεστρατίζει καθόλου από τη φιλοσοφία που υπερασπίζεται από τα πρώτα βήματα της καριέρας της, αλλά παράλληλα αποδεικνύεται ότι, ακόμη και πίσω από την κάμερα, ο κινηματογράφος δεν είναι το μέσο της.

Κεντρικό πρόσωπο του φιλμ είναι ο Ουκρανός τραγουδιστής των Gogol Bordello, Eugene Hütz, που συγκατοικεί με δυο κοπέλες στο σημερινό Λονδίνο. Όσο βρίσκεται εν αναμονή της πολυπόθητης επιτυχίας ως μουσικός, εξασφαλίζει τα προς το ζην ικανοποιώντας τις μαζοχιστικές τάσεις διαφόρων κυρίων. Μία από τις κοπέλες είναι μπαλαρίνα, αλλά «επειδή δεν βρισκόμαστε ούτε στον 18ο αιώνα, ούτε στη Ρωσία» αναγκάζεται να γίνει στριπτιζέζ. Η άλλη εργάζεται σ’ ένα φαρμακείο και όνειρό της είναι να πάει στην Αφρική προκειμένου να βοηθήσει τα παιδιά που υποφέρουν εκεί.
Σε ένα διαμέρισμα του ίδιου κτηρίου ζει κι ένας τυφλός ποιητής που έχει εγκαταλείψει εντελώς την ποίηση…

Μέσα από διάφορες κωμικές, πολύ κωμικές (η σκηνή με την κατσαρίδα είναι υπέροχη) αλλά και κωμικοτραγικές καταστάσεις, γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες ενός μέρους της ζωής μιας μεγαλούπολης που όσοι ζουν αποκομμένοι από τις αλλαγές γύρω τους και ερμητικά κλεισμένοι στις σκουριασμένες απόψεις τους περί κοινωνίας, δεν υποψιάζονται καν πως υπάρχει. Τίποτε περισσότερο.

Παρεμπιπτόντως, η προβολή έγινε από DVD!

Sunday, February 17, 2008

Shine a Light

Δεν είναι κακό να μην γνωρίζεις ότι το Beacon Theater βρίσκεται απέναντι από το Hotel Ansonia, στα υπόγεια του οποίου βρισκόταν η gay σάουνα Continental Baths, απ’ όπου ξεκίνησε την καριέρα της η Bette Midler με τη συνοδεία του Barry Manilow.

Επίσης, δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ξέρεις πως ο Nick Cave και οι Bad Seeds ντρέπονται ακόμη με τη μικροψυχία που έδειξαν ακυρώνοντας την προγραμματισμένη συναυλία τους εκεί μερικές βδομάδες μετά την αποφράδα 9/11 του 2001.

Είναι όμως - θεωρώ - εγκληματικό να ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΕΙΣ αποκρύπτοντας έντεχνα και καλύπτοντας επιθετικά την ασχετοσύνη σου. Από τη μια να απορρίπτεις το lifestyle κι από την άλλη να εστιάζεις την προσοχή σου (και τα κείμενά σου) στις ρυτίδες του Mick Jagger ή στην εκτυφλωτική απουσία τους από το πρόσωπο της Madonna.

Κι αν βέβαια ο πρώτος είχε κάνει lifting, θα επέμενες πως «αυτό δεν είναι Rock ’n Roll», δίχως ασφαλώς να ξέρεις να το ορίζεις.

Μα δεν είσαι ο μόνος. Είναι πολύ εύκολο τη σήμερον ημέρα να καβαλάς ένα πληκτρολόγιο και να δημοσιεύεις πάραυτα ό,τι σου κατέβει. Αν, μάλιστα, έχεις και το χάρισμα της γραφής, ελάχιστοι είναι εκείνοι που θα σταματήσουν στο περιεχόμενο...

Επί της ουσίας: Ο Martin Scorsese κινηματογράφησε δύο συναυλίες των Rolling Stones στο Beacon Theater της Νέας Υόρκης και τις μοντάρισε σε ένα δίωρο φιλμ με τίτλο SHINE A LIGHT που παρουσιάστηκε εκτός συναγωνισμού στο ξεκίνημα της φετινής Berlinale, πρωτοφανές γεγονός για ντοκιμαντέρ στα 58 χρόνια της ιστορίας της.
Εκτός από το μοναδικό συγκρότημα, επί σκηνής ανεβαίνουν για ένα ντουέτο ο καθένας με τη σειρά ο Jack White, ο Buddy Guy και η Christina Aguilera.


Εσύ είσαι παλιά καραβάνα, αλλά νεανίζεις και θέλεις τους ρόκερ σου να τα σπάνε όσο εσύ απολαμβάνεις το ουίσκι σου σε κάποιο τηλεοπτικό στούντιο σχολιάζοντας τα δρώμενα ή κουβεντιάζοντας πίσω από τη τζαμαρία και το air condition ενός χώρου ειδικά διαμορφωμένου για VIPs.

Ωστόσο, αγνοείς τον Jack White, η Christina Aguilera σου είπαν πως παραείναι ΠΟΠ για τα γούστα που (πρέπει να ισχυρίζεσαι πως) έχεις και ο Buddy Guy είναι bluesman και άρα υπεράνω κριτικής (δηλαδή, εκεί δεν παίζουν ρόλο η ηλικία και οι ρυτίδες).

Ο γεννημένος το 1942 σκηνοθέτης είναι κι αυτός μεγάλος πλέον για τα γούστα του πιασάδικου παλιμπαιδισμού σου. Οι πολυβραβευμένοι συνεργάτες του σ’ αφήνουν παγερά αδιάφορο. Εσύ ζεις τώρα το δικό σου πανκ, αφού στα χρόνια της νιότης σου μπορεί να μη διάβαζες τη βίβλο ως άλλος μακαρίτης αρχιεπίσκοπος, διάβαζες όμως τα αιματοβαμμένα μανιφέστα υπεράνω κριτικής κομμάτων που εξακολουθούν να χρωματίζουν τις απόψεις σου, ενώ είσαι έτοιμος να εκσφενδονίσεις την κερασμένη μπουκάλα από το «πρώτο τραπέζι πίστα» αν δεν ντρεπόσουν που το κοροϊδεύεις κι ας το τιμάς.

Οι Rolling Stones αποτελούν κατεστημένο αλλά τρέχεις να προλάβεις τη συνέντευξη Τύπου που θα δώσουν, διότι αυτοί θα πληρώσουν τις σπουδές των παιδιών σου και όχι το γκρουπάκι που δεν σ’ ενδιαφέρει καν να ακούσεις φευγαλέα πριν καθιερωθεί.

Μάλλον έχεις κουραστεί από τη δουλειά σου. Μάλλον δεν σου άρεσε ποτέ. Μάλλον ήταν ένα μέσο να αναρριχηθείς ρίχνοντας παράλληλα γκόμενες. Μάλλον…

Όμως οι Stones keep on Rolling ερήμην σου. Όπως ερήμην σου συνέβαιναν πράγματα και θάματα τόσα χρόνια που εσύ φορούσες τις παρωπίδες που σου είχε παραχωρήσει το κόμμα. Εκείνοι τραγουδάνε το Satisfaction, διασκεδάζουν με τον πρόλογο του Bill Clinton και τη μαμά της Hillary που έρχεται να θαυμάσει τα έργα τέχνης επί σκηνής, όπως θα πήγαινε σε κάποιο μουσείο να δει από κοντά κάποια μπαλαρίνα του Degas. Και βέβαια ο Mick, ο Keith, ο Charlie και ο Ronnie είναι απόλυτοι γνώστες του βεληνεκούς, των αδυναμιών και των δυνατοτήτων τους.

Ασφαλώς και δεν θα στο παίξουν σεμνοί και ταπεινοί μουσικοί, στριμωγμένοι σε μια λιμουζίνα. Αυτά, όπως καλά γνωρίζεις, τα έκαναν σαράντα χρόνια πριν. Τώρα έρχονται ο καθένας μόνος του, βγαίνουν από ξεχωριστές λιμουζίνες την ώρα που ο δρόμος έχει πλημμυρίσει κόσμο και τα μεγάφωνα παίζουν τραγούδια που θα μείνουν στην ιστορία, όταν εσύ δεν θα είσαι ούτε ανέκδοτο στα χείλη εκείνων που θα επιμένουν, δίχως όμως την αυτοπεποίθηση και την πειστικότητα του Jagger:

«If you start me up, if you start me up I never stop, never stop»

Tuesday, January 15, 2008

Patti Smith: Dream of Life

Horses, horses, horses…

Η οθόνη γεμίζει από άλογα στο πρώτο πλάνο του ντοκιμαντέρ για τη σπουδαία Patti Smith με τίτλο Dream of Life.

Horses, horses horses…

Ο Steve Sebring συγκέντρωνε επί έντεκα χρόνια υλικό ακολουθώντας κατά πόδας την «νονά του punk» που δεν κρύβει την έλλειψη επιδεξιότητας στο παίξιμο της κιθάρας, και παρουσίασε ένα πορτρέτο της χαρισματικής αυτής ποιήτριας και μουσικού μέσα από συνεντεύξεις, αποσπάσματα από πρόβες και συναυλίες, αναγνώσεις ποιημάτων, αλλά και ταξίδια, περιπάτους, συζητήσεις…

Horses, horses, horses…

To αποτέλεσμα είναι μια κατάδυση στη φιλοσοφία της σπουδαίας καλλιτέχνιδας που θα ήθελε να τραγουδάει σαν τη Μαρία Κάλλας ή σαν τις ερμηνεύτριες της τζαζ June Christy και Chris Connor, αλλά «κατέληξε» να θεωρείται ζωντανός θρύλος του ροκ και να αποτελεί πρότυπο συνειδητοποιημένου ανθρώπου.

Horses, horses, horses…

Αν πάτε να δείτε το φιλμ προσδοκώντας να ακούσετε μουσική, μάλλον θα απογοητευτείτε. Αν πάλι έχετε παρακολουθήσει την πορεία της Patti Smith και γνωρίζετε αρκετά για τη ζωή της, το ντοκιμαντέρ δεν έχει να σας δώσει σχεδόν τίποτε.

Horses, horses, horses…

Προτιμήστε να ακούσετε άλλη μια φορά τους δίσκους της, να εντρυφήσετε στους στίχους της και - ακόμα καλύτερα - επιδιώξτε να την δείτε στη συναυλία που θα δώσει με αφορμή την πρεμιέρα του φιλμ, τον επόμενο μήνα στο Βερολίνο.

Horses, horses, horses...

Monday, January 14, 2008

Coupable

Πριν από οκτώ χρόνια η Laetitia Masson είχε καταφέρει να γνωρίσει σχετική επιτυχία με την ταινία της Love Me. Προσωπικά δεν είχα καταλάβει το γιατί και ακόμη λιγότερο θα κατανοήσω τους λόγους αν παρ’ ελπίδα γνωρίσει επιτυχία και με το καινούριο της φιλμ «Coupable» ή «Guilty» όπως είναι ο αγγλικός τίτλος της.

Η δολοφονία ενός πλούσιου επιχειρηματία, οδηγεί τον πρόσφατα παντρεμένο δικηγόρο, που αντιμετωπίζει ήδη προβλήματα με τη σύζυγό του, στην εκπροσώπηση της θεούσας χήρας του θύματος, βασική ύποπτο μαζί με τη μαγείρισσά τους που αναζητά απεγνωσμένα σύζυγο ή δουλειά ντυμένη με παραμυθένια κοστούμια που φτιάχνει η ίδια. Από κοντά παρακολουθεί την εξέλιξη κι ένας αστυνομικός, που τη βρίσκει με call girls, όσο η οικογένειά του λείπει διακοπές…

Ξεκινώντας από τον Πλάτωνα και περνώντας στον Λακάν και τις απόψεις περί του άπιαστου ονείρου της αναζήτησης και εύρεσης «μιας ψυχής που μας ταιριάζει απόλυτα», η σκηνοθέτης μας εισάγει σ’ ένα μπανάλ γαϊτανάκι που υποτίθεται πως είναι «κουλ», «διαχρονικά μοντέρνο», «με αρκετές δόσεις λεπτού χιούμορ»…

Saturday, January 12, 2008

Jas Sum od Titov Veles / Είμαι από το Τίτο Βέλες

Έτσι τιτλοφορείται η διαρκείας 102 λεπτών ταινία της Teona Strugar Mitevska από τη Μακεδονία που μαζί με την αδερφή της Labina είχαν κερδίσει το βραβείο της καλύτερης ταινίας μικρού μήκους («Veta») στο τμήμα Πανόραμα της Berlinale πριν από επτά χρόνια.
Στη φετινή συμμετοχή η Labina συμμετέχει ως παραγωγός, αλλά και πρωταγωνίστρια.

Το Τίτο Βέλες (ή απλά Βέλες) είναι μια πόλη – παράδειγμα προς αποφυγή, η οποία μολύνεται επί χρόνια από ένα χαλυβουργείο που λειτουργεί στο κέντρο της. Σ’ αυτό το πλαίσιο συμβιώνουν οι τρεις αδερφές: η Afrodita - που έχει επιλέξει να μη μιλάει μετά την εγκατάλειψή τους από τη μητέρα τους και τον θάνατο του πατέρα τους -, η Slavica - που βρίσκεται σε πρόγραμμα απεξάρτησης με μεθαδόνη -, και η Sapho που έχει βάλει στόχο να πάει να συναντήσει κάποιους συγγενείς της στη Θεσσαλονίκη. Αναφέρει μάλιστα πως έχει μάθει και το τρικ που χρειάζονται οι ελληνικές αρχές για να της παραχωρήσουν βίζα: «Όταν σε ρωτάνε από πού είσαι, πρέπει να λες ‘από τα Σκόπια’ και όχι ‘από τη Μακεδονία’», λέει σε κάποια στιγμή, υπενθυμίζοντας μία από τις τελευταίες ψυχροπολεμικές τακτικές που συντηρούνται από διάφορους ηλίθιους και που επιμένουν να διεκδικούν πεισματικά το… κοπιράιτ, αλλα μόνο εκεί που (νομίζουν πως) θίγονται τα δικά τους συμφέροντα, ενώ κατά τα άλλα οργιάζουν στην καταπάτησή του.

Η ταινία, που πολύ αμφιβάλλω αν θα παιχτεί ποτέ στην Ελλάδα των «μακεδονομάχων», είναι άνιση. Ενώ ξεκινάει θίγοντας το μεγάλο πρόβλημα που έχει προκληθεί από τη μόλυνση του περιβάλλοντος - «το εργοστάσιο μας σκοτώνει» -, αφήνει γρήγορα το συλλογικό επίπεδο και επικεντρώνεται στο προσωπικό, όπου μάλλον τα καταφέρνει καλύτερα.

Βγαίνοντας από την αίθουσα, μου ήταν αδύνατον να μην αντιπαραθέσω την παραπάνω φράση με τον στίχο «This chaos is killing me» από ένα τραγούδι του David Bowie και να αντιληφθώ για άλλη μια φορά πως πολλά από τα... ζωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην παραδοσιακά «καταραμένη Δύση» είναι αστεία…

Friday, March 16, 2007

Sunshine

Άλλη μια ταινία του Danny Boyle που θα εκτιμήσουν καλύτερα οι θεατές που θα τη δούνε... φτιαγμένοι.

Το καλό με το Sunshine είναι πως οι κακοί ηθοποιοί του εξαφανίζονται ο ένας μετά τον άλλον, σχεδόν κατά σειρά αθλιότητας.

Sunday, February 18, 2007

Scott Walker - 30 Century Man

Ολοκλήρωσα τις φετινές προβολές της Berlinale, λίγο μετά την απονομή των βραβείων (για τα οποία υπάρχουν τόσες ιστοσελίδες που δεν μπαίνω καν στον κόπο να τα αναφέρω) με το SCOTT WALKER – 30 CENTURY MAN, από το πρόγραμμα του Πανοράματος. Στο ντοκιμαντέρ του Stephen Kijak το όνομα του David Bowie, που εμφανίζεται μαζί με πολλούς άλλους θαυμαστές του Walker, φιγουράρει στα credits δίπλα από τις λέξεις executive producer.

Παρακολουθώ τον «ιδιοφυή», «εκκεντρικό», «αινιγματικό» (επίθετα που του αποδίδονται διαρκώς) Scott Walker (ή Engel, όπως είναι το πραγματικό του επώνυμο) και τη σχετική με το άτομό του (παρα)φιλολογία εδώ και αρκετά χρόνια. Οι φήμες τον θέλουν να έχει απορρίψει κατ’ επανάληψη προτάσεις συνεργασίας με τον Brian Eno (που επίσης εμφανίζεται) και τον Bowie, ενώ από την άλλη έχει κάνει παραγωγές σε άλμπουμ της Ute Lemper (Punishing Kiss) και των Pulp (We Love Life) εκπλήσσοντας τους πάντες με τις επιλογές του. Ακόμη και σήμερα το κοινό του καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα - από μεσήλικες νοικοκυρές που ήταν θαυμάστριές του στη δεκαετία του ’60, όταν αποτελούσε μέλος του τρίο The Walker Brothers (δυστυχώς οι άλλοι δύο δεν εμφανίζονται), τραγουδώντας συναισθηματικές μπαλάντες όπως οι «The Sun Ain’t Gonna Shine Anymore» ή «Make It Easy On Yourself» μέχρι οπαδούς της «ανεξάρτητης» μουσικής σκηνής που τον ανακάλυψαν μέσω των ειδώλων τους όπως ο Julian Cope.

Ο καλλιτέχνης (για την ιδιωτική ζωή του δεν μαθαίνουμε απολύτως τίποτε) Scott Walker που βλέπουμε στην οθόνη είναι προσηνής και δεν δίνει επ’ ουδενί την εντύπωση ιδιότροπου χαρακτήρα καθώς η κάμερα τον παρακολουθεί στις ηχογραφήσεις του πρόσφατου άλμπουμ του «The Drift», να εξηγεί στον περκασιονίστα πώς πρέπει να γρονθοκοπεί ένα κομμάτι κρέας προκειμένου να αποδώσει τους ήχους που έχει στο μυαλό του ή να επιχειρεί ο ίδιος να δημιουργήσει ένα ηχητικό τοπίο μετακινώντας έναν άδειο, μεταλλικό σκουπιδοτενεκέ πάνω σ’ έναν ξύλινο κύβο που έχει κατασκευαστεί γι’ αυτόν τον σκοπό.

Εκτός από τους ύμνους μουσικών όπως ο Johnny Marr («οι πρώτες σόλο ηχογραφήσεις του Scott Walker, με τη μελαγχολική διάθεση, είναι τόσο χαρακτηριστικές για την αγγλική ατμόσφαιρα της εποχής, όσο το Day Tripper» ή ο Gavin Friday («ο κόσμος έμαθε τον Jacques Brel χάρη στον Scott Walker») για την επιρροή που άσκησε επάνω τους, στις πιο ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις συγκαταλέγεται και του ενορχηστρωτή των τριών πρώτων σόλο άλμπουμ του Wally Stott που στο μεταξύ, έχοντας υποβληθεί σε εγχείριση φύλου εδώ και 30 χρόνια, ζει στην Αριζόνα ως Angela Morley.

Μετά την προβολή κάποιος μου είπε πως ήθελε να πάει κατ’ ευθείαν σε δισκάδικο. Τον κατάλαβα και τον ζηλεύω. Μπορεί εγώ να έχω όλους τους δίσκους του στο σπίτι μου, αλλά αυτός έχει ν’ ανακαλύψει έναν ολόκληρο κόσμο.


Thursday, February 15, 2007

57η Berlinale - #6

Οι καλές μαλακίστρες θεωρούνταν ανέκαθεν πολύτιμες. Μια τέτοια, αξιοζήλευτη παλάμη που ξέρει να ικανοποιεί το ανδρικό μόριο διαθέτει η Maggie (Marianne Faithfull), η οποία θα πάρει το ψευδώνυμο IRINA PALM εξ αιτίας αυτού του ταλέντου της! Το ανακαλύπτει συμπτωματικά, περνώντας από το Σόχο και βλέποντας ότι σε ένα sex shop ζητάνε «hostess», σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βρει τους πόρους προκειμένου να στείλει τον εγγονό της για θεραπεία στην Αυστραλία. Όταν ο γιος της ανακαλύπτει το μυστικό, γίνεται έξαλλος. Η Μάγκι – Παλάμη, όμως, δεν είναι μια γυναίκα – μελό, του τύπου «αμάρτησα για το εγγόνι μου». Έχει φροντίσει να διακοσμήσει τον χώρο εργασίας της - μια καμπίνα με μια τρύπα, απ’ όπου οι πελάτες της βάζουν τα «πουλιά» τους - και αντιμετωπίζει τη δουλειά της όσο μπορεί πιο επαγγελματικά. Όταν θα αποκαλύψει το μυστικό στον κύκλο της και μια από τις φιλενάδες της βιάζεται να την απορρίψει μέσα από έναν ψευτοκαθωσπρεπισμό, έχει και για τη δική της γούνα… ράμματα.
Παρ’ όλο που ο σκηνοθέτης Sam Garbarski γεννήθηκε στη Γερμανία και ζει πάνω από 35 χρόνια στο Βέλγιο, πρόκειται για μια άκρως αγγλική ταινία που ή έχεις το φλέγμα και την απολαμβάνεις, ή φεύγεις στη μέση. Αν είσαι τίμιος το γράφεις όμως, δεν κάνεις κριτική σαν να την είδες ολόκληρη. Είπαμε, «αν»…
Και κάτι άλλο: οι υπερασπιστές της μιζέριας, θα την δούνε ως «το μόνο που μετράει τελικά στον καπιταλισμό, είναι να έχεις χρήματα!». Αν η χώρα προέλευσης αυτής της συμπαραγωγής Βελγίου/Γερμανίας/Λουξεμβούργου/Βρετανίας/Γαλλίας ήταν λ.χ. το Ιράν (αν θα μπορούσε ασφαλώς), οι ίδιοι οι επικριτές της θα υποστήριζαν το δόγμα «πόσο δεμένη είναι η οικογένεια ανάμεσα σε τρεις γενιές, που η γιαγιά κάνει τα πάντα για τον εγγονό και μάλιστα με αξιοπρέπεια!».



THE WALKER τιτλοφορείται η τελευταία σκηνοθετική δουλειά του φετινού προέδρου της επιτροπής της Μπερλινάλε Paul Schrader, που προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού. Όταν ο αισθησιασμός που θέλει να αποδώσει στον πρωταγωνιστή του (ο Woody Harrelson ως gay συνοδός πλούσιων κυριών!) δεν προκύπτει ούτε από τον ίδιο αλλά ούτε και από τα ακριβά γούστα του, επιστρατεύεται ο Bryan Ferry (ενίοτε και με τους Roxy Music) για να υποστηρίξει ηχητικά τις σκηνές, ενώ το original score υπογράφει η Anne Dudley. Το καστ είναι όντως εντυπωσιακό (Lauren Bacall, Lily Tomlin, Ned Beatty…) αλλά ούτε οι ατάκες είναι τόσο πρωτότυπες (κι ας ενθουσιάστηκαν ορισμένοι, τόσο ξέρουν), ούτε ο ήπιος, βαθιά πικραμένος περισσότερο παρά επιφανειακά αγανακτισμένος, χαρακτήρας της βασικής φιγούρας αβανταδόρικος.



Οι αδερφοί Vittorio και Paolo Taviani (γεννημένοι το 1929 και 1931 αντίστοιχα) διαλέγουν να εικονογραφήσουν το μυθιστόρημα της Antonia Arslan Η ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΚΟΡΥΔΑΛΛΩΝ, με θέμα την ιστορία μιας αρμενικής οικογένειας κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας του λαού τους από τους Τούρκους. Δυστυχώς, πέρα από 2-3 πραγματικά πολύ δυνατές σκηνές, η ταινία είναι απελπιστικά παλιομοδίτικη και παραπέμπει στις κινηματογραφικές εποχές που όλοι οι ηθοποιοί, ανεξαρτήτως προέλευσης, μιλούσαν αγγλικά. Εδώ είναι (κακο)ντουμπλαρισμένοι στα ιταλικά. Μάλλον βιάστηκαν ορισμένοι να τη χαιρετήσουν ως το γεγονός του φεστιβάλ. Και εδώ, όπως και στην ταινία του Schrader, ο Γερμανός Moritz Bleibtreu υποδύεται Τούρκο!
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως το τρέχον τεύχος του περιοδικού ΤΙΜΕ (αυτό το κακό και ανθελληνικό περιοδικό που τα είχε βάλει με τον εθνοσωτήρα Ανδρέα Παπανδρέου, θυμάστε;) κυκλοφόρησε με ένα DVD – ντοκουμέντο πάνω στο ίδιο θέμα. Φαίνεται πως ο καιρός ωρίμασε. Να δούμε πότε θα ωριμάσουν και κάποιοι λαοί.

Monday, February 12, 2007

57η Berlinale - #5

Βρισκόμαστε ήδη στα μέσα του φεστιβάλ. Κάποιοι έχουν αρχίσει να κουράζονται από το διαρκές στρίμωγμα για να μπούνε στις αίθουσες και αποφάσισαν να το ρίξουν έξω. Άλλοι αντέχουν. Άλλωστε, τα σχόλια για το επίπεδο των ταινιών, μέχρι στιγμής είναι πιο πάνω από απλά θετικά. Χώρια που έχουμε θαμπωθεί και από σταρ! Robert De Niro, Sharon Stone, Clint Eastwood, Cate Blanchett, Judi Dench… Αύριο αναμένεται η Marianne Faithfull και μεθαύριο η Jennifer Lopez, o Antonio Banderas

Μεταξύ σοβαρού και αστείου κάποιος Αμερικανός δημοσιογράφος πρότεινε στους συμπατριώτες του να φοράνε κονκάρδες κατά του Μπους. Διαφορετικά, σ’ αυτό το «πλέον πολιτικό κινηματογραφικό φεστιβάλ», όπως χαρακτηρίζεται η Berlinale, θα υποφέρουν. Τι τραβάνε κι αυτοί οι Αμερικανοί υπήκοοι χρόνια τώρα! Ο φίλος μου ο Loren που ζει εδώ κάπου 45 χρόνια, όντας αντίθετος με την πολιτική της χώρας του σε πολλά σημεία, έχει κουραστεί να δέχεται επιθέσεις και να λογοδοτεί. Ευτυχώς που υπάρχουν εξιλαστήρια θύματα, γιατί δεν θα μου άρεζε καθόλου να με θεωρούν αφελή για τις φραπελιές, γκαφατζή για το ΑΕΠ του Αλογοσκούφη, τραμπούκο για τα καμώματα του Μιχαλολιάκου, για να αναφερθώ μόνο στην επικαιρότητα…

Εκεί που κάποιοι πήγαν να διαμαρτυρηθούν για τις χαμηλές θερμοκρασίες των τελευταίων ημερών, σήμερα έβγαλε μια εκτυφλωτική λιακάδα που έλειωσε και τα τελευταία απομεινάρια του χιονιού.

Για να πω την καθαρή αλήθεια, δεν θυμάμαι να μου έχει μείνει ούτε μία από τις ταινίες του André Téchiné. Το πιθανότερο είναι να φταίω εγώ και όχι ο Γάλλος σκηνοθέτης. Φοβάμαι δε, ότι μάλλον το ίδιο θα μου συμβεί με το LES TEMOINS (ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ) που εξελίσσεται το 1984-85, μόλις που είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του το AIDS.
Ο 20χρονος Μανού που έρχεται στο Παρίσι προς αναζήτηση εργασίας, γνωρίζεται με τον γιατρό Αντριάν που τον συστήνει στο φιλικό του ζευγάρι, Σάρα και Μεχντί, συγγραφέα και αστυνομικό αντίστοιχα, που μόλις απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Σε μια από τις εκδρομές τους ο Μεχντί θα σώσει τον Μανού από πνιγμό και αυτό το περιστατικό θα σταθεί αφορμή για το ξεκίνημα της ερωτικής τους ιστορίας. Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν και τα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας στον νεαρό…
Η καλύτερη στιγμή της ταινίας για μένα είναι όταν μια πανκ πόρνη χορεύει τραγουδώντας το Marcia Baila (Les Rita Mitsouko) και ίσως είναι και το μόνο αντιπροσωπευτικό δείγμα της εποχής αφού ούτε τα κουρέματα, ούτε τα κοστούμια, αλλά ούτε και τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν σε κάνουν να πιστέψεις ότι βρίσκεσαι πάνω από 20 χρόνια πίσω…



Μη χάσετε με τίποτε το NOTES ON A SCANDAL του Richard Eyre με τη Judi Dench σε έναν εξαιρετικό ρόλο ως λεσβία δασκάλα και την Cate Blanchett ως τη δασκάλα που έχει σχέσεις με έναν ανήλικο μαθητή της. Πολύ περισσότερο από το σεξ, η ταινία είναι μια σπουδή στη μοναξιά και μέχρι που μπορεί να οδηγήσει. Προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού στο διαγωνιστικό τμήμα (παραλογισμός, ε; Και όμως!) γιατί απλούστατα, είναι… «άπαιχτη»! Δεν χρειάζεται να διαβάσετε τίποτε παραπάνω! Σπεύστε μόλις τη δείτε να παίζεται!



Στο ΠΑΝΟΡΑΜΑ προβλήθηκε το INTERVIEW του Steve Buscemi με πρωταγωνιστές τον ίδιο και την Sienna Miller. Βασίζεται στο ομώνυμο φιλμ του Ολλανδού σκηνοθέτη Theo van Gogh που δολοφονήθηκε από έναν ισλαμιστή, πριν από τέσσερα χρόνια. Τότε είχα την ευκαιρία να το δω στο κανάλι 3 Sat και μου είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις. Η ιστορία αναφέρεται σε έναν πολιτικό δημοσιογράφο που ο αρχισυντάκτης του τον υποβιβάζει στέλνοντάς τον να πάρει συνέντευξη από μία στάρλετ. Προσβεβλημένος, πηγαίνει απροετοίμαστος και βρίσκεται προ πολλών εκπλήξεων, αφού το «θύμα» του δεν είναι τόσο εύκολη λεία όσο νόμιζε. Οπωσδήποτε θεατρική, όπως αναμενόταν, η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ κάνει έστω και έτσι πραγματικότητα το όνειρο του Van Gogh, να γυρίσει τουλάχιστον μία ταινία του στην Αμερική, και βλέπεται με ενδιαφέρον. Θα ακολουθήσουν τα remake άλλων δύο έργων του.

57η Berlinale - #4

Έχουμε δει πολλά δράματα από προτεστάντες σκηνοθέτες που ασχολούνται με τα θέματα της πίστης, του πειρασμού, της αμαρτίας… Τώρα, από την καθολική Ιταλία, μας ήρθε το θρησκευτικό IN MEMORIA DI ME (ή, για τους αγγλομαθείς, IN MEMORY OF MYSELF) του Saverio Costanzo.
Όταν ο Andrea (Christo Jivkov) συλλαμβάνει τον εαυτό του σε φάση υπαρξιακής κρίσης, αποφασίζει να κλειστεί σε μοναστήρι! Το καινούριο περιβάλλον του δεν διαφέρει πολύ από την χθεσινή ιστορία της CIA! Οι καλόγεροι και όσοι είναι ακόμη μαθητευόμενοι, κυκλοφορούν σαν ζόμπι, θυσιάζουν τα πάντα προκειμένου να υπερασπιστούν την πίστη τους, όπως ακριβώς οι ατζέντηδες τις αξίες τους. Απορρίπτουν τα εγκόσμια αναζητώντας την απώλεια της σάρκας, πιστεύοντας στον εξαγνισμό μέσω της ανιδιοτελούς αγάπης προς τον ύψιστο. Ακόμη και η αλήθεια θυσιάζεται προκειμένου να μην κλονιστεί το κυνήγι της χίμαιρας που έχουν θέσει ως σκοπό της ζωής τους. Ο κίνδυνος του πειρασμού όμως ελλοχεύει. Η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, της ίδιας της υπόστασης κάποιων δηλαδή, παρουσιάζεται ως αμαρτία.
Η εκκλησία, όταν δεν τα γεννά, φροντίζει να χρησιμοποιήσει τα συμπλέγματα ενοχής προς όφελός της. Πόσοι θα καταφέρουν να σωθούν από τα δίχτυα της;



Το GOODBYE BAFANA του Bille August δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από ένα μνημείο προς τιμήν του Nelson Mandela (Dennis Haysbret), που παρουσιάζεται αψεγάδιαστος στη δίωρη διάρκεια του φιλμ.
Ο Joseph Fiennes που υποδύεται τον φρουρό του στη φυλακή, παρ’ όλο που μεγάλωσε παίζοντας με έναν μαύρο Νοτιοαφρικανό, έχει υιοθετήσει το apartheid όπως και η σύζυγός του, οι συνάδελφοί του και οι σύζυγοι των συναδέλφων τους. Όπως δηλαδή τα τέσσερα εκατομμύρια του λευκού πληθυσμού της Νότιας Αφρικής που διοικούν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια των μαύρων πεπεισμένοι πως οι δεύτεροι είναι τρομοκράτες, έτοιμοι να τους φάνε ζωντανούς.
Η μεταστροφή του γίνεται απότομα, σχεδόν αδικαιολόγητα, όταν μαθαίνει για το μοιραίο δυστύχημα που είχε ο γιος του Μαντέλα. Από εκεί και έπειτα θα προσπαθήσει με τον τρόπο του να τον βοηθήσει.
Θα συγκινήσει τους πολιτικοποιημένους πενηντακάτι αλλά και τους μπερδεμένους σαραντακάτι που θα θυμηθούν την εποχή που από τη μια ξεφύλλιζαν το Face κι από την άλλη χόρευαν το Free Nelson Mandela των Special AKA νομίζοντας πως κάνουν πολιτική πράξη.



Ο πόλεμος δεν έχει χρώμα. Μόνο το αίμα. Κάπως έτσι πρέπει να τον φαντάζεται και ο Clint Eastwood. Όπως και ότι η κτηνωδία είναι ο ίδιος ο πόλεμος που μπορεί να αποκτηνώσει οποιονδήποτε λαμβάνει μέρος. Το ότι αυτή την ταινία, όπως και το σκέλος της αμερικανικής σκοπιάς The Flags Of Our Fathers, την έχει κάνει ρεπουμπλικάνος (ψηφοφόρος του κόμματος του Μπους, δηλαδή) και επελέγη από Αμερικανούς ως υποψήφια για Όσκαρ, θα πρέπει να προβληματίσει πάρα πολύ τους… φιλειρηνικούς Βαλκάνιους που τείνουν να γενικεύουν και μέσα στην ασχετοσύνη τους να τα χώνουν όλα στον ίδιο τορβά. Ας κοιτάξουν και λίγο τα δικά τους ιστορικά χάλια με τα βιβλία του δημοτικού, αλλά και με την καθημερινή τους διαρκώς αυξανόμενη βαρβαρότητα.
(Τελικά, ακόμη και οι κριτικοί που γνωρίζουν το αντικείμενό τους, είναι «λίγοι» για τη δουλειά που κάνουν, αφού από τους περισσότερους λείπει μια διεθνής, προσωπική εμπειρία. Κάποιοι - βαθιά χωμένοι στις κερκίδες του Καραϊσκάκη - νομίζουν ακόμη πως η Γερμανία κυβερνάται από τους Nαζί. Επειδή είμαι βέβαιος πως κρίνουν εξ ιδίων, μάλλον τη StaSi πρέπει να εννοούν.)
Το LETTERS FROM IWO JIMA είναι η γιαπωνέζικη ματιά στη μάχη που διεξήχθη σ’ αυτό το νησί του Ειρηνικού (τι ειρωνικό, αλήθεια, το όνομα) Ωκεανού, και κατά την ταπεινή μου γνώμη αρκετά ανώτερο από τις «Σημαίες». Εκείνο το θεώρησα αρκετά φιλόδοξο αφού έδειξε πως ήθελε να καλύψει διάφορα θέματα (ρατσισμό, κοινωνική εκμετάλλευση, οικογενειακές σχέσεις...) με αποτέλεσμα να μην πετύχει σε όλα. Τα πιο κλειστοφοβικά «Γράμματα» εστιάζουν στην προετοιμασία του ιαπωνικού στρατού για τον πόλεμο μέσα σε σκοτεινά τούνελ, στα εσωτερικά προβλήματά του με έμφαση στους διαφορετικούς χαρακτήρες, και στο αιματοκύλισμα.
Με τα δύο αυτά βίαια φιλμ, ο Eastwood καταφέρνει, δίχως διδαχές, να καταδικάσει τον κάθε πόλεμο. Κάθε που τίθεται αυτό το θέμα μου έρχονται στον νου τα λόγια της πολύ καλής Γερμανίδας ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Katharina Talbach σε ένα talk show, που τα απευθύνω προς όλους τους πασιφιστές του καφενείου, του καναπέ και της τηλεορασούλας: «Κάθε μάνα που στέλνει το παιδί της στον στρατό είναι εγκληματίας!»



Στο ΠΑΝΟΡΑΜΑ προβλήθηκε το 2 DAYS IN PARIS της πολύ ταλαντούχας Julie Delpy. Αν σας άρεσαν τα Before Sunrise / Before Sunset μη χάσετε την ευκαιρία να περάσετε… δυο μέρες στο Παρίσι με τη σκηνοθέτιδα – σεναριογράφο – πρωταγωνίστρια – μοντέρ και συνθέτη της ομώνυμης ταινίας! Η Marion (Delpy) με τον Αμερικανό σύζυγό της Jack (Adam Goldberg), όταν δεν κυκλοφορούν στη γαλλική πρωτεύουσα ή δεν συναντούν παλιούς της έρωτες, μένουν στο πατρικό της (οι πραγματικοί γονείς της Marie Pillet και Albert Delpy υποδύονται τους ρόλους της μητέρας και του πατέρα της) και με μια μοναδική χάρη και φρεσκάδα δεν αφήνουν το παραμικρό κλισέ που αφορά τις γαλλο-αμερικανικές σχέσεις αλλά και προκαταλήψεις να πάει χαμένο αδιαπραγμάτευτο!