Wednesday, January 25, 2006

Arctic Monkeys

This is an interview I did with Matt Helders, the drummer from the Arctic Monkeys, on November 10th, 2005.

- Do you like to dance? I noticed that many of your songs have the word “dance” in their lyrics.
Matt Helders: I’m not the best dancer in the world but it’s always fun… it’s always good to dance when you are drunk.
- Would you like to be considered a “dance band”?
M.H.: I don’t think we are strictly a dance band, but we definitely got dance elements… I suppose that’s what makes the big difference.
- I heard a live version from “Curtains Close” which ends with “The Rockafeller Skank”. Is it how it’s going to be on the album?
M.H.: No, we dropped that one… we only played it in about two gigs… I think the recording is from our first gig ever. We were playing it and Jamie’s (Cook, guitar) sister thought it sounded a bit like The Rockafeller Skank so we decided to end it this way.
- I found it interesting because we usually have people like Fatboy Slim and various deejays sampling from bands and this time it was the other way around.
M.H.: Yeah, it’s an interesting observation. I don’t know if we’re going to do more of this, but it’s obviously an interesting idea…
- You chose something that doesn’t exist as a name. How do you feel about it now?
M.H.: Band names are obviously important, but I don’t think they matter as much as people think… After a while you stop thinking of their meaning… When you see a poster advertising the Arctic Monkeys, you say, “ah, let’s go ’cause they have a good gig”… You know, nobody thinks about the meaning of the name Beatles now…
- Funny that you mention the Beatles… You are going to play your first German gig tonight and they were about your age when they were playing in Hamburg.
M.H.: Yeah, we are very excited about tonight!
- What was your goal when you were forming the band?
M.H.: Just to do a gig! We practiced for about a year ’cause we wanted to be good before we appear in front of an audience.
- How long have you known each other?
M.H.: We grew up together but we started playing in 2002.
- Your influences? Would you like to mention a couple of names?
M.H.: Well, for me as a drummer I’d say John Bonham from Led Zeppelin and from the modern day people, Chris Dangerous from the Hives.
- I noticed some references in your lyrics such as the Police song “Roxanne”, the film “Karate Kid”, in your single you mention very accurately the way people danced in 1984, a year in which you weren’t even born I suppose…
M.H.: Yes, that’s right… we watch t.v., movies from that time… Having older friends helps, as well.
- Do your parents have a large record collection?
M.H.: No, not particularly. Alex’s (Turner, voice and guitar) father is a big jazz fan, though.
- I assume you follow what’s been happening in France during the last days. Do young people in Sheffield have similar problems?
M.H.: I don’t think so… Sheffield is a very small place, nothing like Paris… We have problems with girls and things like that. Personally, my life has been very easy so far.
- There are a couple of famous musicians who come from Sheffield: Joe Cocker, Human League…
M.H.: Jarvis Cocker as well!
- So “Cocker” seems to be a popular name there! Are you planning on being bigger than all of them?
M.H.: (laughs) No, no competition really. There are many more bands that started before we did, we used to open for them but they didn’t become famous…
- But you’ve been to number one now. How much did your life change since then?
M.H.: Not a lot, surprisingly! Everybody thinks that we are rich but, no… The day we went to No. 1 was a bit special, maybe the day after as well, but we still see the same people as if we had only gone to No. 10!
- I saw in your schedule that you are going to be playing in Japan in a couple of days. Are you planning on conquering the world?
M.H.: I’m more interested in making an album that you can put on ten years later and still like it, like the two first albums from Oasis were for me.

Monday, January 23, 2006

San Francisco

Όλα έχουν αλλάξει μετά την επίθεση στο World Trade Center, στις 11 Σεπτεμβρίου. Οι πύργοι - ένα από τα σύμβολα της Νέας Υόρκης - δεν υπάρχουν πια και μαζί τους χάθηκαν ένα σωρό αθώες ζωές. Λιγότερο από τρεις βδομάδες αργότερα, το σοκ έχουν διαδεχθεί η θλίψη, ο τρόμος, η εκδικητικότητα και η χαιρεκακία.
Προς στιγμή προκύπτει το δίλημμα: να πάω ή να μην πάω; Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν έχω ιδιαίτερους ενδοιασμούς. Το Σαν Φρανσίσκο ήταν ένα από τα όνειρά μου εδώ και αρκετά χρόνια και είχα βάλει στο πρόγραμμα το συγκεκριμένο ταξίδι πριν από αυτό της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, όσο πλησίαζαν οι μέρες, οι Έλληνες φίλοι μου τόσο στο Βερολίνο όσο και στην Ελλάδα, ήταν - ως συνήθως - οι πιο πανικόβλητοι. «Τρελός είσαι;» ρωτούσαν. Οι Γερμανοί σαφώς πιο ψύχραιμοι: «Δεν θα σταματήσει ο κόσμος να ανεβαίνει στα αεροπλάνα...» Αν προσπαθήσει κανείς να σκεφτεί λογικά μέσα στον παραλογισμό των ημερών θα διαπιστώσει ότι ίσως η Golden Gate Bridge να αποτελεί πιθανό στόχο. Ή η Silicon Valley... Όντως οι γέφυρες (και δη οι γέφυρες – σύμβολα) απειλούνται όπως άλλωστε και τα σημαντικά παραγωγικά κέντρα που θα έχουν μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο. Ο στίχος «I wasn’t born there...», δεν θέλω καν να τον συνεχίσω, από το «San Franciscan Nights» του Eric Burdon επιστρέφει συχνά στη σκέψη. Από την άλλη όμως, κάτι μου λέει ότι δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτε.
Με αυτήν την πεποίθηση που δεν στηρίζεται πουθενά πετάω με την Air France, αλλάζω αεροπλάνο στο Παρίσι και συνεχίζω άλλες 11½ ώρες μέχρι το Σαν Φρανσίσκο. Εκεί θα αποδειχτεί το τραγικό λάθος μου: να ταξιδέψω στην Αμερική με έναν Γερμανό που ανήκει στο ανταγωνιστικό είδος. Έτσι έχω χαρακτηρίσει όλους εκείνους που ενθουσιάζονται με τη «φιλικότητα» των Νοτιοευρωπαίων και των Βορειοαφρικανών, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο χαρακτηρίζουν τους Αμερικανούς «επιφανειακούς». Και δεν υπάρχει τίποτε πιο εκνευριστικό σε ένα ταξίδι, για μένα τουλάχιστον, από άτομα ριζωμένα στη νοοτροπία τους, που αδυνατούν να αφεθούν στα καινούργια ερεθίσματα, που δεν είναι σε θέση να δούνε, να απολαύσουν και εν συνεχεία να κρίνουν, παρά μόνο αναζητούν ευκαιρία να επιβεβαιώσουν τις προκαταλήψεις τους. Προς γνώσιν...
«Οι λευκοί» αντιμετωπίζουν τους σκουρόχρωμους Άραβες με καχυποψία. Η έρευνα στα αεροδρόμια είναι εξονυχιστική. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τίποτε πλέον δεν θα επανέλθει στους «κανονικούς» ρυθμούς της καθημερινότητας, αλλά εγώ είμαι της γνώμης ότι κι αυτό θα παρέλθει όπως τόσα και τόσα άλλα. Δεν έχει περάσει άλλωστε πολύς καιρός από τότε που σε ρωτούσαν διαρκώς αν έχεις πακετάρει ο ίδιος τη βαλίτσα σου ή αν μεταφέρεις αντικείμενα που σου έδωσε κάποιος άλλος... Οι άνθρωποι ξεχνούν. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Όπως σε όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή, η απάντηση πρέπει να είναι «άλλοτε ναι κι άλλοτε όχι». Εξαρτάται...
Διαβάζω τον «Κλιματιζόμενο Εφιάλτη» του Χένρι Μίλλερ. Πόσο κριτικός είναι με τη χώρα του. Πόσο λατρεύει την Ευρώπη! Πόσο θα ήθελα να ζούσε σήμερα και να πηγαίναμε μια βόλτα στο Ηράκλειο λ. χ. που είχε επισκεφτεί προπολεμικά και του είχε αρέσει τόσο. Απλά, σε μερικές χώρες, ο «πολιτισμός» καθυστέρησε να έρθει. Μα σαν ήρθε, παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του εκεί που βασιλεύει το εύκολο κέρδος σε συνδυασμό με την άγνοια, και οι νόμοι παρέχουν απλά ένα άλλοθι πολιτισμού...
Αν κρίνω από τους γύρω μου, νομίζω πως κανείς δεν νιώθει άνετα κατά τη διάρκεια της πτήσης. Ίσως στη νευρικότητά τους να συμβάλει και η θλιβερή εντύπωση που δίνει το κακοσυντηρημένο αεροσκάφος.
Αργότερα θα γελάω με τη σύμπτωση, αλλά την ώρα που περνάω από τον έλεγχο διαβατηρίων δεν είναι καθόλου αστείο. Ο ανάγωγος υπάλληλος, ερευνά το διαβατήριό μου, τη βίζα μου - ως γνωστόν, από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο όσοι έχουν ελληνικό διαβατήριο χρειάζονται βίζα για τις Η.Π.Α.! - και ενώ όλα βαίνουν καλώς κάτι του κάνει ένα «κλικ» και αρχίζει την... ανάκριση. Θέλει να μάθει γιατί έχω μαζί μου τη γερμανική άδεια παραμονής (αχρείαστη στο μεταξύ), πότε πήγα στην Αίγυπτο (καθώς βλέπει τη βίζα αυτής της χώρας σε μια σελίδα του διαβατηρίου μου). Ο συνδυασμός Γερμανίας – Αιγύπτου πρέπει να τον ανησύχησε, αφού του θύμισε τους δράστες των τρομοκρατικών ενεργειών της 11ης Σεπτεμβρίου. Μήπως τρέφω μέσα μου έναν τρομοκράτη που κοιμάται; Με στέλνει στη... δευτεροβάθμια επιτροπή, ξαναχτυπάνε το όνομά μου στα κομπιούτερ, απογοητεύονται. Κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Πάνω που πιστεύω πως ξεμπέρδεψα διαπιστώνω ότι δεν έχει έρθει η βαλίτσα μου! Καμιά δεκαριά ακόμη ομοιοπαθείς είναι στην ουρά πριν από μένα και συμπληρώνουν έντυπα με περιγραφή των αποσκευών τους. Ο Γερμανός συνταξιδιώτης μου είναι πεπεισμένος ότι κάτι που θεωρήθηκε ύποπτο θα υπήρχε στις βαλίτσες που δεν έφτασαν και αρχίζει να μου εξηγεί τη θεωρία του, που στηρίζεται αποκλειστικά στη φαντασία του που καλπάζει ανάλογα με την ένταση των ημερών. Μάλλον ξέχασε πως λίγο πριν μου περιέγραφε πώς πριν από δυο χρόνια, σε ήρεμη εποχή, δεν είχε έρθει η βαλίτσα του από τη Μαδρίτη. Νόμιζα πως κάτι τέτοια αποκυήματα είναι ελληνικό προνόμιο, αλλά μπα! Απλά, επαρχιώτικο! Η Air France μού δίνει το δικαίωμα να ψωνίσω για 150 δολάρια, ποσό που με διαβεβαιώνουν ότι θα εισπράξω αργότερα στο Βερολίνο, προσκομίζοντας τις αποδείξεις. (Η αλήθεια είναι ότι ύστερα από διάφορες προσπάθειες να έρθω σε επαφή με τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας που βρίσκονται στη Φρανκφούρτη - ναι, ολόκληρη πρωτεύουσα της Γερμανίας δεν έχει γραφεία της Air France! - θα κατορθώσω να εισπράξω τα ¾ του ποσού, λίγο πριν τα Χριστούγεννα!). Το πρόβλημα είναι πως ακόμη και στην Αμερική τα μαγαζιά κλείνουν κάποια στιγμή τις Κυριακές (19οο). Τουλάχιστον καταφέρνω να αγοράσω οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα, αφρό ξυρίσματος και ξυραφάκια! Κοντεύει 11 μ.μ., πράγμα που σημαίνει ότι το εσωτερικό μου ρολόι δείχνει 8 το πρωί. Πηγαίνω να πιω κάτι στο μπαρ του ξενοδοχείου και καθώς με τον συνταξιδιώτη μου μιλάω γερμανικά, ένας από τους λιγοστούς πελάτες προσφέρεται να μας κεράσει ένα ποτό λέγοντας «σε οποιονδήποτε έχει έρθει από τόσο μακριά τέτοια εποχή αξίζει τουλάχιστον ένα κέρασμα...» Οι Αμερικανοί είναι σοκαρισμένοι. Ασφαλώς αν μια τέτοια κίνηση γινόταν από έναν Μαροκινό, Τυνήσιο ή Έλληνα, ο φίλος μου θα έσπευδε να βγάλει το συμπέρασμα περί φιλικών λαών κ.λπ. Εδώ το αφήνει ασχολίαστο. Εγώ όμως δεν θα χάσω την ευκαιρία να επισημάνω πόσο μη γερμανικό είναι το κέρασμα...
Κοιμάμαι με διαλείμματα. Το πρώτο μου μέλημα μετά το πρωινό είναι να βγω για ψώνια. Κάλτσες, εσώρουχα, πουκάμισο, παντελόνι... Ο καιρός είναι αρκετά καλός, αλλά χρειάζομαι κι ένα πουλόβερ. Άλλωστε και ο Μαρκ Τουέιν, ύστερα από ένα καλοκαίρι που πέρασε στην πόλη, δήλωσε ότι ήταν ο πιο ήπιος χειμώνας της ζωής του! Ένα μεγάλο τμήμα της κεντρικής Market Street είναι χώρος όπου περιδιαβαίνουν οι άστεγοι, κι ένα μαγαζί ειδών λαϊκής τέχνης του Αφγανιστάν έχει βγάλει στην πόρτα του μια υφαντή αμερικάνικη σημαία. Δεν ξέρω αν προϋπήρχε της 11ης Σεπτεμβρίου, αλλά κάτι μου λέει πως πρόκειται για πρόσφατη προσπάθεια διαφοροποίησης της θέσης του ιδιοκτήτη... Πολλοί είναι εξάλλου οι μετανάστες που δηλώνουν με κάθε τρόπο την αντίθεση τους στην επίθεση που δέχτηκαν οι Η.Π.Α. Παρεμπιπτόντως, από μπροστά μου περνάει μια μικρή διαδήλωση κατά του πολέμου. Τριγύρω υπάρχουν κάθε λογής διακονίες, ένας ναός Scientology και πολλοί αλκοολικοί.
Το Δημαρχείο έχει κτιστεί από γρανίτη και μάρμαρο με πρότυπο το Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον. Στη ευρύχωρη πλατεία που απλώνεται μπροστά του και που πλαισιώνεται από ένα σύμπλεγμα αιθουσών συναυλιών - στην όπερα παίζουν το «Σαμψών και Δαλιδά» του Saint-Saens σε μια ωραία, συμβατική σκηνοθεσία - γίνεται λαϊκή αγορά. Φρέσκα φρούτα, ψάρια και κρέατα. Τα συνηθισμένα προϊόντα των λαϊκών αγορών, αλλά τόσο διαφορετικά από την Ευρώπη!
Λίγο παρακάτω μια έκθεση αυτοκινήτων είναι ο ίδιος ακριβώς χώρος που στεγαζόταν η αίθουσα Fillmore West του Bill Graham, χωρητικότητας 2.800 θέσεων, πριν πέσει θύμα του γιγαντισμού του ροκ. Αντίθετα, το Fillmore Auditorium στον δυτικό τομέα της πόλης, που είχε πέσει σε δυσμένεια μετά τη δολοφονία του Martin Luther King, Jr., επειδή ο Billy Graham φοβήθηκε ότι το λευκό κοινό δεν θα πήγαινε σε μια συνοικία μαύρων ως επί το πλείστον, επαναλειτουργεί. Εδώ ηχογραφήθηκε το live τμήμα του «Wheels On Fire» των Cream.
Έχει βγει ψύχρα εδώ και αρκετή ώρα και παίρνω τον υπόγειο για το ξενοδοχείο. Η βαλίτσα μου δεν έχει έρθει ακόμη. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και χαζεύω τη θέα από τον έκτο όροφο, με τον ήλιο να μπαίνει μέσα από το παράθυρο. Ανοίγω την τηλεόραση. Ειδήσεις για την τρομοκρατία, ειδήσεις για την επιχείρηση της πάταξης της Αλ Καΐντα, απαντήσεις του Μπιν Λάντεν... Η βαλίτσα έρχεται με δύο εικοσιτετράωρα καθυστέρηση.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστεψαν ότι ο καταστροφικός σεισμός που έπληξε την πόλη το 1906 (και που είδαμε αργότερα στην εξαιρετική ταινία «San Francisco» του S. Van Dyke με τους Clark Gable, Jeanette MacDonald και Spencer Tracy) ήταν θεόσταλτος! Τα «έκλυτα ήθη», βλέπετε, δεν ήταν φαινόμενο που εισήγαγαν οι χίπηδες! Τα βικτοριανά σπίτια που παρέμειναν εξακολουθούν να στολίζουν δύο μεγάλες περιοχές της πόλης. Μία από αυτές βρίσκεται γύρω από την μυθική γωνία που σχηματίζουν οι οδοί Haight και Ashbury, την εστία ενός ολόκληρου κινήματος. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Σαν Φρανσίσκο αναπτύχθηκε από τους beat ακτιβιστές, συνεχίστηκε στη δεκαετία του ’60 και ύστερα από το καλοκαίρι της αγάπης και την παρακμή των παιδιών των λουλουδιών, η δραστηριότητα της ομοφυλόφιλης κοινότητας της πόλης την κατέστησε πρωτοπόρα στη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση - ιδιαίτερα την περιοχή Castro - Μέκκα πολλών gay του πλανήτη. Οι ΗΠΑ επιτίθενται στο Αφγανιστάν ενώ στην Castro Street ξεκινάει μια γιορτή ομοφυλόφιλης υπερηφάνειας (gay pride) με πάγκους φαγητών. Λουκάνικα, μπιφτέκια αλλά και πολλές σπεσιαλιτέ για χορτοφάγους. «Έτσι ακριβώς τα είχα φανταστεί…», ξεκινάει ο χορτοφάγος Γερμανός συνταξιδιώτης μου, αρνητικός στις πρώτες μυρωδιές της ψητής σάρκας. «Κι όμως έχει μεγάλη ποικιλία και για άτομα που δεν τρώνε κρέας συγκριτικά με την Ευρώπη», επιμένω. Το παραδέχεται αλλά τι να το κάνεις;
Σήμερα η Haight Street αναπολεί το παρελθόν της με καταστήματα σουβενίρ, μέντιουμ με κάρτες ταρό, αντικείμενα new age... Σε κάποια καφέ βλέπεις μερικούς αργοκίνητους ξεχασμένους χίπις, αλλά ο κανόνας είναι οι βιαστικοί inline skaters. Κάπου - κάπου ξεχωρίζει και ένα σαρίκι, αφού δυο κατάξανθοι Αμερικάνοι διάλεξαν αυτόν τον τρόπο για να εκφράσουν τη συμπαράστασή του στους Αφγανούς...
Πολλοί τουρίστες αναζητούν τα σπίτια που έμεναν στη δεκαετία του ’60 συγκροτήματα όπως οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane. Εγώ συνεχίζω προς το Golden Gate Park, που μπορεί να μην καταλαμβάνει την έκταση του Central Park, θεωρείται όμως πιο ασφαλές και περιλαμβάνει τρία μουσεία. Στο Ασιατικό Μουσείο, εκτός από τα μόνιμα εκθέματα από διάφορες χώρες του κεντροανατολικού κυρίως τμήματος αυτής της ηπείρου - μια καλή ευκαιρία να δει κανείς φιγούρες γνωστές από την ιστορία του βουδισμού όπως τον Αβαλοκιτεσβάρα ή τον εύθυμο καλόγερο του Ζεν, Hotei, και τη θεότητα Ganesha με μορφή ελέφαντα -, φιλοξενείται μια έκθεση με θέμα τους Σουλτάνους. Δίπλα ακριβώς υπάρχει μια αναπαράσταση ενός γιαπωνέζικου κήπου, με παγόδες, λιμνούλες και γεφυράκια... Το πάρκο τελειώνει στον Ατλαντικό Ωκεανό, στην παραλία με το προφανές όνομα Ocean Beach.
Διασχίζω τη μήκους τριών χιλιομέτρων Golden Gate Bridge (κάτι τέτοιες ενέργειες ανήκουν στα θετικά του να συνταξιδεύεις με Γερμανούς) απ’ όπου η θέα της πόλης σου κόβει την ανάσα. Αργότερα θα διαβάσω ότι στη δεκαετία του ’70 η Grace Slick είχε τρακάρει δυο φορές σε κάποια σημεία της. Απέναντι βρίσκεται το Sausalito (= Μικρή Ιτιά), στη μαρίνα του οποίου είχαν αράξει τα καράβια πολλών διασημοτήτων. Εδώ ο Otis Redding έγραψε το «(Sittin’ on) The Dock Of The Bay» που κυκλοφόρησε λίγο μετά τον θάνατό του.
Στη βάση της γέφυρας βρίσκεται το Presidio που έγινε ευρύτερα γνωστό από την ομώνυμη ταινία του Peter Hyams με πρωταγωνιστές τον Sean Connery και τη Meg Ryan. Στη γύρω περιοχή έχουν τα σπίτια τους η Sharon Stone και ο Robin Williams.
Το San Francisco Museum Of Modern Art (SFMOMA) που εγκαινιάσθηκε το 1995, είναι έργο του Mario Botta (πρώτο έργο του Ελβετού αρχιτέκτονα στις ΗΠΑ και το πρώτο του μουσείο) και αποτελεί τον «σημαντικότερο πολιτιστικό προορισμό της πόλης», όπως αυτοδιαφημίζεται. Είναι ιδιωτικός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που συντηρείται από τα μέλη του, από δωρεές και από τα εισιτήρια που κοστίζουν 10 δολάρια (7 τα μειωμένα). Πέρα από τα μόνιμα εκθέματά του - που κινούνται από τον ιμπρεσιονισμό μέχρι την ποπ-αρτ - και τις εξαιρετικές φωτογραφίες του Ansel Adams, με εντυπωσιάζουν τα έργα των νεαρών Νοτιοαμερικανών καλλιτεχνών που δεν έχουμε ευκαιρία να βλέπουμε συχνά στην Ευρώπη. Μεταμοντέρνο μπαρόκ; Ίσως λίγο κιτς αλλά με πολύ χιούμορ! Απέναντι από το μουσείο βρίσκεται το οικοδομικό σύμπλεγμα Yerba Buena Gardens, περιοχή αναψυχής και εμπορικό κέντρο.
Κατευθύνομαι βόρεια, προς την αποβάθρα (Fisherman’s Wharf) και το Embarcadero, που έχει μετατραπεί σε λούνα παρκ... Παρόμοιες επεμβάσεις έχω δει και σε άλλα λιμάνια της χώρας. Σίγουρα απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν «όμορφες» αλλά είναι μια κάποια λύση, τουλάχιστον για μια μεγάλη μερίδα του κόσμου. Σε όσους αρέσουν οι σοκολάτες υπάρχει ένα μαγαζί που πουλάει τις περίφημες Ghirardelli. Περπατώντας κατά μήκος της παραλίας με κατεύθυνση το Ferry Building, βλέπεις απέναντι τη βραχονησίδα Αλκατράζ με τις περιβόητες φυλακές. Ασφαλώς και έρχονται στο νου σκηνές από το εξαιρετικό «Escape From Alcatraz» με τον Clint Eastwood να επιχειρεί τη μοναδική πετυχημένη απόδραση από αυτό το υψηλής ασφάλειας σωφρονιστικό ίδρυμα και το όχι σπουδαίο «The Rock» (τελικά, πολλή δουλειά είχε ο Κόνερι στο Σαν Φρανσίσκο). Σουβενίρ με αυτό το μοτίβο πουλιούνται παντού. Τριάντα περίπου χιλιόμετρα βορειότερα βρίσκεται μια άλλη διαβόητη φυλακή, η San Quentin που έχω συνδέσει με τον Johnny Cash λόγω του live άλμπουμ του.
Διασχίζοντας την Columbus Avenue πέφτω επάνω στο βιβλιοπωλείο City Lights του Lawrence Ferlinghetti. Εδώ ξεκίνησε η ιστορία των beat συγγραφέων - εδώ πρωτοδιάβασε το «Ουρλιαχτό» ο Allen Ginsberg - και ο χώρος είναι γεμάτος από τις μνήμες τους. Απέναντι υπάρχει και η Jack Kerouac Lane.
Νοτιότερα ξεκινάει η Chinatown, με πάνω από εκατό εστιατόρια σε έκταση δεκαπέντε περίπου οικοδομικών τετραγώνων. Στα υπόλοιπα μαγαζιά (μανάβικα, ψαράδικα, τουριστικών ειδών) οι Κινέζοι αναμειγνύονται με τους τουρίστες. Η ιστορία αυτής της περιοχής ξεκινάει από την εποχή των σιδηροδρόμων, όταν πολλοί Κινέζοι ήρθαν να δουλέψουν ως εργάτες.
Το Nob Hill θεωρείται ιδιαίτερα αριστοκρατική συνοικία και το όνομά του έχει υιοθετηθεί από πολλά καταστήματα και μπαρ σε άλλες πόλεις των ΗΠΑ ως συνώνυμο της κομψότητας. Ο σεισμός του 1906 κατέστρεψε πολλά από τα επιβλητικά κτήρια που ανήκαν κυρίως σε μεγιστάνες της εποχής των χρυσοθήρων και αργότερα του σιδηρόδρομου. Από πολλά σημεία της γεμάτης ανηφόρες (και τις ανάλογες κατηφόρες) περιοχής η θέα είναι μοναδική.
Σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους βρίσκονται η Union Square και η Transamerica Pyramid, ύψους 256 μέτρων. Εκεί κοντά είναι και το διώροφο δισκάδικο Rasputin, ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τους φίλους του βινυλίου.
Το τελεφερίκ (cable-car) είναι το πιο άνετο και γραφικό μέσο για να μετακινηθείς μεταξύ της Market Street και της Chinatown, αλλά και βορειότερα. Αρκεί να μην κάνει κρύο γιατί είναι ανοιχτά από παντού. Ενδιαφέρον έχει και ο χώρος που στρίβουν τα οχήματα, στο αδιέξοδο της Powell επί της Market Street, όπου σχηματίζεται μια αποκαρδιωτική ουρά που όμως προχωράει απίστευτα γρήγορα. Πολύ εξυπηρετικός και σύγχρονος είναι πάντως ο υπόγειος.
Η Lily Tomlin δίνει ρεσιτάλ στο one-woman-show «The Search Of Intelligent Life...», στο πιο παράξενο θέατρο που έχω πάει ποτέ μου! Βρίσκεται στον πρώτο όροφο ενός ξενοδοχείου!
Το πρωινό στο ξενοδοχείο έχει καταντήσει ανυπόφορο, κυρίως χάρη στην ίδια κασέτα με γνωστά αποσπάσματα κλασικής μουσικής σε... muzak. Η ξανθιά, ψηλή, νεαρή σερβιτόρα δεν μιλάει καλά αγγλικά και μου κάνει εντύπωση γιατί την είχα κατατάξει στις Σκανδιναβές. Θα τη συναντήσω αργότερα να δουλεύει σε ένα κατάστημα τουριστικών ειδών και θα τη ρωτήσω για να μου λυθεί η απορία. Είναι από την Πολωνία και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες.
Μια εκδρομή 3½ ωρών με φέρνει αρχικά στο δάσος Muir με δέντρα Redwood που έχουν μέσο όρο ηλικίας τα 600 χρόνια (συχνά φτάνουν τα 1.000). Τώρα μπορώ κι εγώ επιτέλους να ισχυριστώ «I’ve been to Hollywood, I’ve been to Redwood...», όπως ο Neil Young. Θα καταλήξω για βόλτα στο γραφικότατο Sausalito, με τον ήλιο να χρυσίζει τα νερά του κόλπου και τις γκαλερί να συναγωνίζονται η μία την άλλη σε εντυπωσιακά εκθέματα. Μια πανέμορφη γυναικεία φιγούρα σε φυσικό μέγεθος - έργο γλύπτη από τη Ζιμπάμπουε - κοστίζει 18.000 δολάρια! Αποφασίζω να κάνω άλλη μία εκδρομή, αυτή τη φορά ημερήσια, νότια του Σαν Φρανσίσκο.
Πώς να περιγράψει κανείς το Carmel, αυτή την πνιγμένη στα δέντρα, πανέμορφη κωμόπολη δίπλα στον Ειρηνικό; Τα μόνα στοιχεία που μου ήταν γνωστά γι’ αυτήν ήταν η φωτογραφία στο εξώφυλλο του Concert By The Sea του Erroll Garner και το ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Clint Eastwood χρημάτισε δήμαρχός της. Τώρα εξακολουθεί να ζει εκεί η Doris Day και άλλοι διάσημοι σταρ.
Οι αναφορές στο Monterey δεν περιορίζονται μόνο στο φεστιβάλ του Καλοκαιριού του 1967 (15, 16, 17 Ιουνίου) με τη συμμετοχή του Otis Redding και του Jimi Hendrix. Είναι και το Cannery Row του John Steinbeck, (ταινία με τους Nick Nolte και Debra Winger). Στην περιοχή έχουν γυριστεί και τα «Play Misty For Me», «East Of Eden» και «Sandpipers». Πιο κάτω γιορτάζουν το σκόρδο και το χρησιμοποιούν ως βάση σε οτιδήποτε παρασκευάζουν. Πατατάκια, ποτά, γλυκά, παγωτά...
Στην πτήση της επιστροφής θα με πάρει ο ύπνος παρακολουθώντας το «Bridget Jones’ Diary». Να που το φιλμ χρησίμευσε σε κάτι!


Saturday, January 14, 2006

New York, N.Y.

Τέλη Ιουλίου, άφηνα πίσω μου τη ζέστη του Βερολίνου για την κάψα της Νέας Υόρκης. Αυτή τη φορά θα απολάμβανα την πόλη σαν να ήμουν μόνιμος κάτοικός της, αφού για τέσσερις ολόκληρες βδομάδες θα είχα στη διάθεσή μου το διαμέρισμα της φίλης μου στην 73η Οδό, μεταξύ 2ης και 3ης Λεωφόρου. Το μόνο αντάλλαγμα που μου ζητούσε ήταν να φροντίζω τη γάτα της, την Emmy! Η εν λόγω Έμη ήταν Μ (Εμ) – Ε (η), επειδή προερχόταν από την πολιτεία Maine, που η συντομογραφία της είναι ΜΕ! Κάτι τέτοια λογοπαίγνια με κερδίζουν αμέσως και η γάτα - ακόμη και για κάποιον σαν εμένα, που δεν τρελαίνεται για … νταντέματα - ήταν υπέροχη!
H Austrian Airlines με ενθουσιάζει. Άνετες θέσεις, μόνιτορ με παιχνίδια στην πλάτη της κάθε μιας, τηλέφωνο... Η πτήση από τη Βιέννη διαρκεί 9½ ώρες περίπου αλλά είναι η πιο άνετη που έχω κάνει ποτέ προς την Αμερική, δεν με ενοχλεί ούτε η ανήσυχη μικρή Ινδή παραδίπλα μου. Στο μέλλον τα παιδιά θα επιτρέπεται να ταξιδεύουν μόνο απομονωμένα! Δυο ώρες πριν την προσγείωση, η Ευρώπη φαντάζει πολύ μακριά. Ο έλεγχος στο JFK δεν παρουσιάζει προβλήματα. Χαίρομαι που αντικρίζω το Shea Stadium και ξεκινάω τους πρώτους μουσικούς συνειρμούς καθώς το συνδέω με τους Beatles...
Δεν ήταν μόνο το διαμέρισμα στο Μανχάταν - αρνήθηκα το αυτοκίνητο γιατί δεν είχα καμία όρεξη να ψάχνω απελπισμένα, ούτε να πληρώνω τα αστρονομικά ποσά για πάρκινγκ - αλλά και τα κλειδιά για το άλλο διαμέρισμα, στο Fire Island! Πήγα ένα Σαββατοκύριακο, αλλά δεν βοήθησε ο καιρός να το ευχαριστηθώ.. Ωστόσο χάρηκα τη διαδρομή. Ξεκίνησα από τον σταθμό Pennsylvania, δίπλα στο Madison Square Garden. Το τρένο χρειάστηκε μιάμιση ώρα μέχρι τον σταθμό Babylon στο Long Island και από εκεί στο Sayville, από όπου, με μικρά λεωφορεία γίνεται η μεταφορά στο ferryboat που κάνει την εικοσάλεπτη διαδρομή ως το Fire Island. Εκεί δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα. Η θέα από το μπαλκόνι κατά το ηλιοβασίλεμα είναι μαγευτική, αλλά κάνει ψύχρα. Τα boardwalks - ξύλινα πεζοδρόμια που διευκολύνουν το βάδισμα πάνω από την άμμο - κυριαρχούν σε όλο το μήκος της παραλίας αλλά και στο στενό πλάτος της. Ούτε καν που σκέφτηκα να βουτήξω στον παγωμένο Ατλαντικό. Άλλωστε, το επιτρεπτό μήκος για το μαγιό είναι λίγο πάνω από το γόνατο!
Στην πρώτη κιόλας βόλτα με την Joan, που φεύγει την επομένη για την Ιταλία, βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο Coliseum, στο Broadway. Δεν απέχει πολύ από το μαγαζί της Harley Davidson και το Hard Rock Café, από όπου θέλει να αγοράσει Τ-Shirts για τα παιδιά της σπιτονοικοκυράς της... Στέκομαι τυχερός. Βιβλία σε καταπληκτικές προσφορές, ακόμη και με το δολάριο στα ύψη! Επιστρέφω στο σπίτι φορτωμένος με τρεις σακούλες... Ανάμεσα στα αποκτήματά μου - πότε θα βρω χρόνο να τα διαβάσω ΚΑΙ να δω αυτά που θέλω στην πόλη; - είναι και ο οδηγός «Rock & Roll Traveler USA» του οίκου Fodor’s. Χαίρομαι όταν διαπιστώνω ότι είναι η πρώτη έκδοση και είναι του 1996. Είχα ξεκινήσει να γράφω κάτι ανάλογο από το 1992! Τώρα, μου δίνει την καταπληκτική ιδέα να γυρίσω στα ροκ αξιοθέατα της πόλης που είναι πάμπολλα!
Η Νέα Υόρκη με ενθουσιάζει. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι δεν χορταίνω να κυκλοφορώ στους δρόμους της. Κι εκεί που το Μανχάταν κάποιες στιγμές φαίνεται μικρό και σε ξεγελάει, ξεποδαριάζεσαι χωρίς να το καταλάβεις. H ιστορία του ξεκινάει το 1525, όταν ο Giovanni da Verrazzano κατέπλευσε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Λίγους μήνες αργότερα, η κακοκαιρία εμπόδισε κάποιους Πορτογάλους ναυτικούς να κάνουν το ίδιο. Το 1609, ο Henry Hudson, ένας Άγγλος στις υπηρεσίες των Ολλανδών, κατέπλευσε στον ποταμό που στο μεταξύ έχει το όνομά του, με την ελπίδα να βρει τις Ινδίες στη... γωνία. Οι Ολλανδοί αγόρασαν το Μανχάταν από τους Ινδιάνους για 24 δολάρια και το ονόμασαν Νέο Άμστερνταμ (1626)! Υπεύθυνος της αποικίας διορίστηκε ο Peter Stuyvesant. Στον αγγλο-ολλανδικό πόλεμο που ακολούθησε, η αποικία περιήλθε στους Άγγλους και συγκεκριμένα στην κυριότητα του δούκα της Υόρκης, αδελφού του Άγγλου βασιλιά (1664).
Ξεκινάω από την uptown: ο μεγαλύτερος γοτθικός καθεδρικός ναός του κόσμου St. John The Divine (επισκοπικός) δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά έχει ήδη χωρητικότητα 5.000 ατόμων! Η ανέγερση του ξεκίνησε το 1846 με σχέδια του αρχιτέκτονα John Renwick. Από έξω φέρνει στον νου τον καθεδρικό της Κολωνίας, ενώ το εσωτερικό του της Amiens, και υπολογίζεται ότι θα περάσουν άλλα εκατό χρόνια μέχρι την πλήρη ολοκλήρωσή του. Το Columbia University που ιδρύθηκε το 1754 είναι λίγο πιο πέρα και, όπως συνήθως συμβαίνει γύρω από τα πανεπιστήμια, η περιοχή έχει ενδιαφέροντα βιβλιοπωλεία. Σε ένα από αυτά βρίσκω μια πανέμορφη έκδοση (με χοντρό εξώφυλλο) του «Early Work 1970 – 1979» της Patti Smith, ενώ στο πατάρι του περίφημου Gotham City έχω την ευκαιρία να δω μια έκθεση με σκίτσα της.
Στο Central Park παίζεται δωρεάν ο «Γλάρος» του Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Mike Nichols και ένα καστ που σε κάνει να θέλεις να πληρώσεις και το ακριβότερο εισιτήριο προκειμένου να βρεις θέση: Meryl Streep, Marcia Gay Harden, Christopher Walken... Ο κόσμος στήνεται από τα μεσάνυχτα στην ουρά του θεάτρου μέσα στο πάρκο αλλά και σε ένα άλλο εκδοτήριο στο Greenwich Village. Όσοι νομίζουν ότι θα εξασφαλίσουν εισιτήριο μετά τις τρεις τα ξημερώματα (εγώ ας πούμε) απατώνται! Εκεί που περιμένω ακούω σχόλια: «Είναι σίγουρα δημοκρατικό το ότι κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μέσο για να βρει εισιτήριο (έπειτα πώς να μην μου φαίνεται μακριά η Ελλάδα;), αλλά οι πλούσιοι μπορούν να πληρώσουν κάποιους για να στηθούν στην ουρά...» Α, τελικά δεν υπάρχει ισότητα! Επειδή οι Αμερικανοί δεν ξεκίνησαν χθες να διοργανώνουν παρόμοιες εκδηλώσεις, έχουν προνοήσει και για τους υπερήλικες υπάρχει ξεχωριστή ουρά αναμονής, με όχι τόσο άγριες προδιαγραφές. Εκεί κάποιος «senior citizen» - όρος που δεν είναι διακοσμητικός και πρέπει να δει κανείς με τι απαιτήσεις ανεβαίνουν οι ηλικιωμένοι στα λεωφορεία - έχει πιθανότητες να βρει εισιτήριο ακόμη κι αν πάει γύρω στις επτά το πρωί! Απέναντι ορθώνεται το ξακουστό Dakota, το επιβλητικό κτήριο που χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα και ονομάστηκε έτσι σκωπτικά επειδή εκείνη την εποχή απείχε από το κέντρο της πόλης, όσο περίπου οι πολιτείες Ντακότα! Εκεί γυρίστηκαν σκηνές από το «Μωρό της Ρόζμαρι» του Πολάνσκι, εκεί δολοφονήθηκε και ο John Lennon. Στα διαμερίσματά του έχουν μείνει κατά διαστήματα διασημότητες από τον χώρο της μουσικής και του κινηματογράφου: Boris Karloff, Leonard Bernstein, Judy Garland, Lauren Bacall, Roberta Flack... Σε ένα από αυτά υποτίθεται ότι μένει και ο Tom Cruise στο «Vanilla Sky».
Σε διαφορετικούς χώρους του Ανατολικού Χωριού (East Village) ξεκινάει ένα δεκαπενθήμερο φεστιβάλ θεάτρου, το Fringe. Θα φροντίσω να δω όσο το δυνατόν περισσότερες παραστάσεις - στη διάρκεια θα διαπιστώσω πως είμαι «εξαρτημένος» και πως κανονίζω την ημέρα μου ανάλογα με τα έργα που θέλω να δω - και θα απολαύσω έτσι την περιοχή που μου ήταν άγνωστη, φτάνοντας μέχρι τη Lower East Side, τη «Loisaida» των Πουερτορικανών και του Joe Jackson, και μερικές ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς μια ωριαία απόδοση γεμάτη ευρήματα του διαχρονικού δράματος «Woyzeck» του Georg Büchner από μια επαρχιακή εγγλέζικη θεατρική ομάδα εφήβων. Ο μονόλογος του Mike Daisey «21 Dog Years – Doing Time @» είναι μία εξαιρετικά έξυπνη σάτιρα με θέμα του συμβιβασμούς για την καθημερινή επιβίωση. Το «Einstein’s Dreams» παίζεται σε ένα καυτό θεατράκι όπου οι λιγοστοί ανεμιστήρες δεν μπορούν να δροσίσουν την ατμόσφαιρα, ενώ η ιστορία του «Ανθρώπου – Ελέφαντα» John Merrick σε μιούζικαλ θα μπορούσε να μην είχε γραφεί ποτέ. Αφελές είναι και το μιούζικαλ «Tarnish» με επιρροές που ξεκινάνε από τον Cole Porter και φθάνουν μέχρι τη Melissa Etheridge μέσω των Who! Το μονόπρακτο «A Touch Of Poe» είναι ένα tour de force του Άγγλου ηθοποιού Kevin Mitchell Martin που παρουσιάζει τη σύντομη, θυελλώδη ζωή και το έργο του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Edgar Allan Poe. Δυο κορίτσια παρουσιάζουν το εικοσάλεπτο γλωσσικό παραλήρημα «Photograph» της Gertrude Stein. Τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες υποδύεται η Esther Silberstein στο έργο της «People Like Us». Στο διαφημιστικό πλακάτ ποζάρει αγκαλιά με μια κιθάρα παραπέμποντας στα εξώφυλλα του Rolling Stone, αφού ο τίτλος είναι γραμμένος με τους χαρακτήρες του περιοδικού. Καθόλου άσχημο το «Preview Of A Murder» που θυμίζει φτηνά αστυνομικά μυθιστορήματα και είναι σκηνοθετημένο έτσι ώστε να θυμίζει περισσότερο ραδιοφωνικό θέατρο. Αντίθετα, η πολυδιαφημισμένη σάτιρα «Chelsea Murder Mystery», δεν ικανοποιεί όσο αναμενόταν. Ίσως η πλέον ολοκληρωμένη παράσταση να είναι το «Leaf In The Mailbox», που ήδη είχε κερδίσει βραβείο στο φεστιβάλ του Μόντρεαλ.
Στα διαλείμματα τρώω knisch (εβραϊκές σπεσιαλιτέ από πατάτα) στο Schimmel ή σάντουιτς με παστράμι στου Katz’s, το αγαπημένο στέκι πολλών προέδρων των Η.Π.Α., όπου έχει γυριστεί η σκηνή του «οργασμού» του «When Harry Met Sally» με τον Billy Crystal και την Meg Ryan.
Εκεί κοντά ανακάλυψα το... εξώφυλλο του «Physical Graffiti» των Led Zeppelin (96-98 St. Marks Place), στις σκάλες του οποίου γυρίστηκε και το video του «Waiting For A Friend» των Rolling Stones. Καθώς τρώω σε ένα εστιατόριο περνάει από δίπλα μου ο Lenny Kaye (ροκ γραφιάς, αλλά και κιθαρίστας του γκρουπ της Patti Smith). Το θρυλικό κλαμπ Fillmore East έχει γίνει τράπεζα Emigrants, ενώ ένα deli έχει πάρει τη θέση του Max’s Kansas City! Στο πρώτο έχει ηχογραφηθεί ένα από τα πλέον θρυλικά ζωντανά ροκ άλμπουμ όλων των εποχών, αυτό των Allman Brothers (1971). Τουλάχιστον παραμένουν ακόμη τα Nuyorican Poets Café και το Knitting Factory. Πίνω καφέ στο Zoo, όπου σύχναζε ο Beck όταν το μαγαζί λεγόταν Kiev - η περιοχή είναι πράγματι γεμάτη Ουκρανούς και ζωντανή όλες τις ώρες. Τατουάζ, piercing, μοναδική πολυχρωμία και ζέστη... Η λέξη που κυριαρχεί στο φαγητό, τόσο στα σούπερ μάρκετ όσο και στα εστιατόρια είναι «organics», τα προϊόντα που παράγονται με οργανικά λιπάσματα και χρησιμοποιώντας την παλιά γεωργική τακτική της εναλλασσόμενης φυτείας. Στα drugstores φαίνεται πως ο Duane Reade έχει μονοπώλιο. Εντύπωση μου προκαλεί και ο αριθμός των καθαριστηρίων και των στούντιο για μανικιούρ – «Nails». Τα βλέπω κυρίως κατά μήκος της 2nd Avenue (2ης Λεωφόρου), μέσα από το λεωφορείο που παίρνω καθημερινά για το Ανατολικό Βίλατζ. Η διαδρομή, μπροστά από τη γέφυρα της 59ης Οδού (Feeling Groovy?), διαρκεί από είκοσι μέχρι πενήντα λεπτά καμιά φορά, ανάλογα με την κίνηση. Μπορεί τα λεωφορεία να μην έρχονται με τη συνέπεια του Βερολίνου - ίσα ίσα που πολλοί ντόπιοι τα αποκαλούν «δειλά» επειδή «φοβούνται» να ταξιδέψουν μόνα τους, και συνήθως έρχονται δύο δύο - αλλά είναι κλιματιζόμενα! Και κλιματισμός στη Νέα Υόρκη σημαίνει ότι χρειάζεσαι μπουφάν. Ο οδηγός τους σηκώνεται αγόγγυστα από τη θέση του και πηγαίνει στην μεσαία πόρτα που χαμηλώνει, κάθε φορά που χρειάζεται να ανεβούν άτομα που κυκλοφορούν με αναπηρικό καροτσάκι. Σε απόσταση είκοσι στάσεων κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί πέντε φορές. Και βέβαια η αντίστροφη κίνηση γίνεται όταν κάποιο από αυτά τα άτομα με ειδικές ανάγκες θέλει να κατεβεί. Κανένας δεν διαμαρτύρεται. Βλέπετε, οι άνθρωποι έχουν άλλους τομείς της ζωής τους να επιδείξουν ζήλο. Δεν βιάζονται να φτάσουν γρήγορα κάπου κι ύστερα να μην ξέρουν πώς να σκοτώσουν την ώρα τους... Είναι εντυπωσιακό επίσης πόσοι κυκλοφορούν φορώντας ακουστικά (αυτά που περιβάλλουν τον αυχένα). Στην Αμερική, όπως και στην Αγγλία άλλωστε, η μουσική παίζει σπουδαίο ρόλο και είναι αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινής ζωής.
Στη Νέα Υόρκη, ένας δρόμος χωρίζει την Ιταλία από την Κίνα. Βόρεια και Νότια της Canal Street βρίσκεσαι αντιμέτωπος με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κουλτούρες. Πέρα από τις σε βάθος διαφορές, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι οι Ιταλοί ζούνε έξω, με τα γνωστά από τη Μεσόγειο τραπεζάκια, ενώ οι Κινέζοι μέσα. Αν είσαι φίλος της κινέζικης κουζίνας, βρίσκεις ένα καλό εστιατόριο με τα - σχετικά σπάνια στην ηπειρωτική Ευρώπη - dim sum! Ωστόσο, πόσο πρέπει να απέχει η εποχή που οι Richard Rodgers και Lorenz Hart υμνούσαν τις χάρες αυτής της συνοικίας του Manhattan «... and tell me what street compares with Mott Street in July...».
Η Exit Gallery παρουσιάζει εκατοντάδες εξώφυλλα δίσκων με τίτλο «The LP Show». H γκαλερί Werner, κοντά στο Central Park, - που προφανώς ειδικεύεται στον εξπρεσιονισμό, αφού ανάμεσα στους καλλιτέχνες που εκπροσωπεί αναγνωρίζω όλα τα ονόματα των Γερμανών πάλαι ποτέ «Νέων Άγριων» - εκθέτει έργα του Captain Beefheart, ασφαλώς με το όνομα Don Van Vliet.
Ήξερα το Chelsea με το ομώνυμο, διασημότερο ξενοδοχείο του ροκ, δίπλα στην είσοδο του οποίου στεγάζεται ένα μεταποιητικό ραφείο με το όνομα «Balabanis». Από το 1905 που άνοιξε μέχρι σήμερα, χιλιάδες αντικομφορμιστές έχουν κοιμηθεί στα κρεβάτια του - από τον Dylan Thomas μέχρι τον Bob Dylan, την Janis Joplin και τον Leonard Cohen («Chelsea Hotel #2»). Δεν υπάρχει πλέον το δωμάτιο 100, εκεί που ο Sid (Vicious) κατηγορήθηκε ότι σκότωσε τη Nancy (Spungen) στις 12 Οκτωβρίου 1978. Η πιο ωμή περιγραφή των χώρων του γίνεται στο «Chelsea Girls» (Nico), ενώ το «Chelsea Morning» της Joni Mitchell λέγεται ότι ενέπνευσε το ζεύγος Clinton για το όνομα της κόρης τους.
Στο Greenwich Village βρίσκεται το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο για μεταχειρισμένα αλλά και καινούργια βιβλία. Το Strand φημίζεται ότι έχει στα ράφια του πάνω από δύο εκατομμύρια βιβλία. Εκεί δούλεψε κατά καιρούς η διανόηση του νεοϋορκέζικου πανκ (Tom Verlaine, Richard Hell, Patti Smith). Αργότερα, όταν άρχισαν να δίνουν παραστάσεις έπαιξαν λίγο παρακάτω, στο περίφημο CBGB’s. Περνώντας από την Washington Square είναι αδύνατον να αντισταθώ να σφυρίξω τον σκοπό των Village Stompers.
Η περιοχή TriBeCa (= Triangle Below Canal, δηλαδή το τρίγωνο που σχηματίζεται πέρα από την Canal Street), όπως και το SoHo (= South of Houston, Νότια του Χάουστον και όχι Χιούστον) είναι εδώ και μια δεκαετία περίπου διάσημη για τις πολλές γκαλερί και το εστιατόριο του Robert De Niro. Ολόκληρα οικοδομικά συγκροτήματα έχουν ανακαινιστεί ή ανεγερθεί και η γειτονιά - αντίθετα με τις αντίστοιχες «in» της Ελλάδας που γίνονται γκέτο «διασκέδασης» - είναι βιώσιμη. Στους τοίχους κυριαρχούν χρώματα που ονόμασα αυθαίρετα «ρετρό» (λαδί, καφέ, κίτρινο, πράσινο) επειδή μου θύμισαν τα παλιά ελληνικά μπακάλικα.
Είχα ακούσει για το συμμάζεμα - το «lifting» όπως το αποκαλούν πολλοί - της 42nd Street. Εκεί όπου ο «κακόφημος» δρόμος ήταν γεμάτος από πορνομάγαζα, ναρκωτικά και τον ανάλογο κόσμο που ενδιαφέρεται για αυτά τα πράγματα, ο δήμαρχος Τζουλίανι τη μετέτρεψε μέσα σε λίγα χρόνια σε «βωμό του Ντίσνεϊ», με θέατρα που αναβιώνουν πετυχημένα μιούζικαλ. Δεν μπορώ να αντισταθώ να δω για άλλη μια φορά το Chrysler Building (έργο του αρχιτέκτονα William van Alen, 1930), αγαπημένο ουρανοξύστη των περισσότερων Νεοϋρκέζων και δικό μου. Η Art Deco σε όλο της το μεγαλείο. Το κτήριο δεν έχει ταράτσα με παρατηρητήριο - όπως το Empire State Building (των Shreve, Lamb και Harmon, 1931) οκτώ δρόμους πιο κάτω - αλλά το ισόγειό του σε αποζημιώνει με τα καλογυαλισμένο σκούρο αφρικανικό μάρμαρο. Και βέβαια η κορυφή του με το ανοξείδωτο ατσάλι και τα διαμάντια.
Το μουσείο Whitney - μέλη των Pavement δούλευαν εδώ - είναι δυο βήματα από το σπίτι «μου» και εκτός από τα μόνιμα εκθέματα του 20ου αιώνα, αυτό το διάστημα στεγάζει δυο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες εκθέσεις. Πηγαίνω κυρίως για εκείνη που έχει θέμα τα έργα του Mies van der Rohe στην Αμερική, και στη δεύτερη ανακαλύπτω έναν ζωγράφο: Wayne Thibaud είναι το όνομά, έχει πατήσει τα 80 και ζει στην πρωτεύουσα της Καλιφόρνιας, το Σακραμέντο. Οι γιγαντιαίοι πίνακές του έχουν θέματα της καθημερινής ζωής, κατά κανόνα αντικείμενα που συνήθως βρίσκονται πίσω από γυαλί - πιάτα σε εστιατόριο self service, παιχνίδια, ζαχαρωτά, φλιπεράκια, θέματα από λούνα παρκ... - αλλά και τοπία της Καλιφόρνιας, με ιδιαίτερη έμφαση στη... δραματοποιημένη πολεοδομία του Σαν Φρανσίσκο, όπου οι δρόμοι καταλαμβάνουν κάθετα το κεντρικό σημείο των ταμπλό. Στην είσοδο του μουσείου πουλάνε αφρικανικά γλυπτά σε διπλάσια τιμή από ό,τι στο Βερολίνο.
Στην επιστροφή περνάω από το ξενοδοχείο Carlyle που είναι στο διπλανό τετράγωνο και στο καφέ του οποίου ο Bobby Short εξακολουθεί να τραγουδάει και να παίζει πιάνο. Πρόσφατα ξαναδιάβασα το «Music For Chameleons» του Truman Capote και σε ένα διήγημα περιγράφει έναν περίπατο του εδώ κοντά. Ακολουθώ παρόμοια διαδρομή για το σπίτι.
Φεύγοντας από το Βερολίνο είχα αποφασίσει πως διψούσα για καινούργια πράγματα. Παρά την παγκοσμιοποίηση, πόλεις όπως η Νέα Υόρκη προσφέρουν ερεθίσματα που είναι δύσκολο να βρεθούν αλλού. Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα το μάτι μου πέφτει σε μια διάλεξη με θέμα την Kabbalah. Ο χώρος δεν απέχει πολύ από τη γειτονιά μου και ξεκινάω να ακούσω τι είναι αυτό που γοήτευσε τόσο τη Madonna. «Η Καμπάλα είναι η διδασκαλία του εβραϊκού μυστικισμού, υπεράνω θρησκείας» εξηγεί ο πολύ χαρισματικός ομιλητής, «και ασχολείται με το πνευματικό μέρος (93%) της ανθρώπινης ύπαρξης με σκοπό να συνδέσει τον άνθρωπο με το σύμπαν. Αποσκοπεί στην καθημερινή βελτίωση του ανθρώπου με απώτερο σκοπό την αποδοχή (αυτό σημαίνει η λέξη) των αγαθών του δημιουργού...» Μπαίνω σιγά – σιγά στο νόημα. Ο δημιουργός παρέχει απλόχερα τα πάντα, το πρόβλημα να τα δεχτούμε είναι ο εαυτός μας, οι αισθήσεις μας, που συχνά μας δεσμεύουν στο εφήμερο...
Τώρα που ακόμη και ο Bill Clinton αγόρασε διαμέρισμα στο Χάρλεμ, η περιοχή ανήκει στα αξιοθέατα. Η μέρα είναι βροχερή και βρίσκω καταφύγιο σε αδιάφορα παλαιοπωλεία και στο δισκοπωλείο HMV καθώς αναζητώ το θρυλικό Apollo Theatre, τη διασημότερη αίθουσα συναυλιών μαύρων ή Αφροαμερικανών όπως είναι ο πολιτικά ορθός όρος σήμερα. Η βροχή σταματάει και συνεχίζω μέχρι τη γωνία 125 και Lexington, στα ίχνη του Lou Reed... Αυτό που έψαχνε εκείνος μάλλον δεν υπάρχει εκεί τώρα. Εγώ απλά περιμένω το λεωφορείο!
Κάτω στο Battery Park, η μέρα είναι θαυμάσια. Από μακριά φαίνεται το άγαλμα της ελευθερίας, το φεριμπότ που κάνει τη διαδρομή Μανχάταν - Staten Island, και τριγύρω πύθωνες που μπορείς να τους δανειστείς για λίγο προκειμένου να φωτογραφηθείς φορώντας τους ως περιδέραιο... Το μνημείο των θυμάτων του πολέμου της Κορέας αναφέρει γύρω στους εκατό Έλληνες νεκρούς και διπλάσιους τραυματίες.
Κοντά στη Wall Street ανακαλύπτω την ελληνική εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Είναι ένας μικρός ναός, που μοιάζει ημιτελής, σαν αυτούς που βλέπει κανείς κατά κόρον στην ελληνική ύπαιθρο. Η ελληνική σημαία κυματίζει και γύρω του υπάρχει ένα ιδιωτικό πάρκινγκ, κατά πολύ μεγαλύτερο των διαστάσεων του ναού. Εντυπωσιάζομαι από το σουρεαλιστικό τοπίο, που προσπαθώ να χωρέσω σε μια φωτογραφία την εκκλησία, το πάρκινγκ και τους δίδυμους πύργους του World Trade Center. Το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό και ασφαλώς, αν ήξερα τι θα συνέβαινε ακριβώς τρεις βδομάδες αργότερα (11 Σεπτεμβρίου), θα ήμουν πιο προσεκτικός.