Monday, September 17, 2018

Alexis Korner


Πολλοί ειδικοί θεωρούν τον Alexis Korner (1928 – 1984) «πατέρα του βρετανικού μπλουζ».  Γεννημένος στο Παρίσι από Αυστροεβραίο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Γαλλία, την Ελβετία και την Βόρεια Αφρική πριν η οικογένειά του εγκατασταθεί στο Λονδίνο, το 1940, μόλις ξεκινούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.  Μία από τις πρώτες του αναμνήσεις ήταν η ακρόαση μιας ηχογράφησης του Αμερικανού πιανίστα Jimmy Yancey, την ώρα που ναζιστικά αεροπλάνα βομβάρδιζαν την πόλη.  Τότε συνειδητοποίησε ότι αυτό που θέλει να κάνει είναι να ασχοληθεί με τα μπλουζ και άρχισε να μαθαίνει πιάνο και κιθάρα.  Η πορεία του είναι γνωστή στους φίλους της μουσικής: Σε ηλικία 20 ετών ήταν ήδη μέλος της μπάντας του Chris Barber, από όπου ξεκίνησε και ο Lonnie Donnegan, ο οποίος ανανέωσε την βρετανική μουσική με το κίνημα skiffle που με τη σειρά του ενέπνευσε τα μέλη των Beatles, και το 1961 με τον Cyril Davies ίδρυσε τους Blues Incorporated.  Από εκεί πέρασαν μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα της μετέπειτα ροκ μουσικής, όπως ο Jack Bruce, ο Ginger Baker (τα 2/3 των Cream δηλαδή) ο Charlie Watts των Rolling Stones, ενώ στις βραδιές που διοργάνωναν στο Ealing Jazz Club συμμετείχαν οι Mick Jagger, Keith Richards, Eric Clapton, Jimmy Page, Rod Stewart και άλλοι λάτρεις των ηλεκτρικών μπλουζ.

            Άγνωστο στο πλατύ κοινό παραμένει το γεγονός ότι η πρώτη κιθάρα του Alexis Korner προήλθε από τον φίλο του Sydney Hopkins, που το 1974 με το ψευδώνυμο Fynn δημοσίευσε το βιβλίο «Mister God, This Is Anna», εικονογραφημένο από τον William (Bill) Papas (1927 – 2000), γιο ενός πολύ επιτυχημένου μετανάστη, που το 1900 άφησε την Ερμιόνη για την Νότια Αφρική.  Η βιογραφία του William λέει ότι, έχοντας συνεργαστεί με τις εφημερίδες Guardian και Sunday Times, συνταξιοδοτήθηκε στα 43 του για να απολαύσει την θάλασσα, τις γυναίκες και το κρασί και εγκαταστάθηκε για δέκα χρόνια στο χωριό του πατέρα του, γυρίζοντας την Μεσόγειο πάνω σε ένα ιστιοπλοϊκό με την δεύτερη σύζυγό του, πριν μετακομίσει στην Γενεύη και αργότερα τον Καναδά.
                
           Αντίθετα με του Papas, η βιογραφία του Korner είναι τραγική, αφού όχι μόνο ο ίδιος αλλά και τα τρία παιδιά του πέθαναν σε πολύ νεαρή ηλικία από καρκίνο.

Thursday, June 01, 2017

Επίκαιρο μέσω... Arcade Fire


http://www.apotis4stis5.com/themata-f/10483-vasilis-from-berlin



 
40 χρόνια πριν... 
Όταν ήμουν 13 χρονών και άρχισα να αγοράζω δίσκους, ένας από τους πρώτους που απέκτησα ήταν το "Chicano" των Black Blood.  Εκεί, όπως θα θυμάστε, υπήρχε η τεράστια επιτυχία στην Ελλάδα A.I.E. (A Mwana) στα σουαχίλι 
που αργότερα διασκευάστηκε και στα ελληνικά από τον Λάκη Τζορντανέλλι ως "Αγοράζω Παλιά" σε στίχους Σέβης Τηλιακού.  
Τη δόξα του ζήλεψαν και οι Bananarama που το επέλεξαν ως πρώτο single, χωρίς όμως να προκαλέσ-ουν/-ει ιδιαίτερη αίσθηση.
Η διαχρονικότητα του A.I.E. αποδεικνύεται και από την επανεμφάνισή του με διαφορετικούς στίχους, ως Helele, ερμηνευμένο από την Velile και τους Δανούς Safri Duo, που αποτέλεσε το επίσημο τραγούδι στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2010, στη Νότια Αφρική.
Πριν λίγο καιρό ανακάλυψα την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, που από μόνη της αποτελεί μέρος ενός εξαιρετικά ευφάνταστου concept! Πρόκειται για το δημιούργημα των Jean Kluger και Daniel Vangarde που το ονόμασαν Yamasuki (Singers) και κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ τραγουδώντας σε ψευδο-ιαπωνέζικα!  Εκεί υπήρχε και το Aieaoa, όπως ήταν ο αρχικός τίτλος της σύνθεσης.
Το δίδυμο Kluger / Vangarde είχε και άλλες επιτυχίες, κυρίως στον χώρο της ντίσκο με τους Ottawan (D.I.S.C.O), Gibson Brothers (Cuba), Sheila & B Devotion, αλλά και το... Disco Bouzouki (επιλογή του Γιάννη στο Hit Parade No 13).  
Τα θυμήθηκα όλα αυτά καθώς, ψάχνοντας, διαπίστωσα πως το πραγματικό όνομα του Daniel Vangarde είναι Bangalter, και δεν είναι άλλος από τον πατέρα του Thomas Bangalter των Daft Punk.

Thursday, November 10, 2016

Arctic Monkeys, 10.11.2005 (11 years ago today)



            Ήταν μία από εκείνες τις μουντές μέρες του Νοέμβρη (η 10η συγκεκριμένα) που είσαι βέβαιος πως οτιδήποτε μπορεί να πάει στραβά, θα πάει!  Από την ξαφνική μετάθεση της ώρας της συνέντευξης μέχρι τη διαπίστωση ότι η σημερινή επίσκεψη ενός επισήμου (του προέδρου της Κίνας, Χου Γιντάο) συνοδεύεται από διαδήλωση (άρα, ασυνήθιστο για το Βερολίνο, μποτιλιάρισμα) συνέβησαν πολλά που ίσως και να σας ενδιέφεραν, αλλά δεν υπάρχει αρκετός χώρος ούτε για την απλή απαρίθμησή τους.

            Δυο roadies διαβάζουν ΝΜΕ με φόντο αστυνομικούς που περιφρουρούν το απέναντι εβραϊκό Γυμνάσιο έξω από το κλαμπ που περιμένει η Jodie, υπεύθυνη για το promotion.  Μόλις της λέω ότι είμαι από το Sonik (παιδιά, είστε διάσημοι), με χαιρετάει άνετα «Hallo Vassilis!» και μου εξιστορεί τις εμπειρίες της από την επίσκεψή της στην Αθήνα με τους Sons and Daughters.  Ακούγοντας την κουβέντα, μια Γερμανίδα δημοσιογράφος προλαβαίνει να μου πει πως μόλις επέστρεψε από τη Ρόδο, όπου είχε πάει για να παίξει γκολφ, και κατάφερε να «απαγάγει» τον Alex (Turner) και τον Andy (Nicholson) για μια τηλεοπτική συνέντευξη.

            Ανεβαίνω στο tour bus που θυμίζει το τρένο του Some Like It Hot.  O Jamie (Cook) είναι απασχολημένος με έναν δημοσιογράφο του ραδιοφώνου.  Ο Matt (Helders) με οδηγεί στο «back lounge», ανοίγει ένα σακουλάκι με πατατάκια (σίγουρα όχι η καλύτερη δυνατή τροφή για την καταπολέμηση της ακμής) και ξεκινάμε.

            Σε δύο από τα τραγούδια σας υπάρχει η λέξη “dance” στους τίτλους ("Dancing Shoes", "I Bet You Look Good on the Dance Floor"), στο "From Ritz to Rubble" γίνεται λόγος για πορτιέρηδες έξω από ένα κλαμπ, ενώ σε disco αναφέρεστε και στο "Fake Tales οf San Francisco".  Σας αρέσει τόσο πολύ να χορεύετε;
Matt:  Δεν είμαι ο καλύτερος χορευτής του κόσμου, αλλά τρελαίνομαι να χορεύω, ιδιαίτερα όταν είμαι μεθυσμένος.

            Θα θέλατε να σας θεωρούν dance band;
Matt:  Σίγουρα υπάρχουν πολλά χορευτικά στοιχεία στη μουσική μας, αλλά δεν είναι μόνο αυτά.  Ίσως αυτή να είναι η διαφορά  - δεν είμαστε μόνο για χορό.

            Το όνομά σας αναφέρεται σε κάτι ανύπαρκτο.  Ποια είναι η γνώμη σου;
Matt:  Δεν ξέρω…  Σίγουρα τα ονόματα των συγκροτημάτων είναι σημαντικά αλλά από ένα σημείο και έπειτα δεν παίζουν ρόλο.  Όταν το σκεφτήκαμε μας φάνηκε αστείο.  Αλλά όταν βλέπεις το όνομα σ’ ένα πόστερ που διαφημίζει μια συναυλία δεν σκέφτεσαι «τι αστείο όνομα», λες «α, παίζουν καλά, ας πάω»!  Σήμερα δεν σκέφτεται κανείς τη σημασία του ονόματος Beatles αλλά τη μουσική τους.

            Ποιος ήταν ο στόχος σας όταν κάνατε το συγκρότημα;
Matt:  Να δώσουμε μια συναυλία!  Κάναμε πρόβες για ένα χρόνο περίπου πριν από το πρώτο gig γιατί δεν θέλαμε να παίξουμε μπροστά σε κόσμο απροετοίμαστοι.  Αν και γνωριζόμαστε από μικροί δεν ξεκινήσαμε να παίζουμε παρά μόλις το 2002.

            Οι επιρροές σας;
Matt:  Ως ντράμερ με επηρέασε ασφαλώς ο John Bonham των Led Zeppelin και από τους νεώτερους ο Chris Dangerous των Hives.

            Στους στίχους σας έχετε κάποιες αναφορές σε πράγματα που συνέβησαν πριν γεννηθείτε.  Υπάρχει ένα απόσπασμα από τη «Roxanne» των Police στο «Scummy», κάπου αλλού το Karate Kid, αλλά και στο #1 single σας κάνετε λόγο για τον α λα ρομπότ χορό του 1984.
Matt:  Ναι, παρακολουθούμε τηλεόραση, βλέπουμε ταινίες της εποχής…  Το να έχεις μεγαλύτερους φίλους βοηθάει επίσης.

            Σίγουρα έχεις μάθει τι γίνεται τις τελευταίες μέρες στο Παρίσι.  Υπάρχουν ανάλογα προβλήματα στο Sheffield;
Matt:  Μπα, δεν νομίζω.  Το Sheffield είναι μικρό, καμία σχέση…  Μας απασχολούν μάλλον τα συνηθισμένα… προβλήματα με τα κορίτσια και τέτοια.  Προσωπικά, η ζωή μου υπήρξε μέχρι στιγμής πολύ εύκολη.

            Πόσο άλλαξε η ζωή σας πηγαίνοντας στο Νούμερο 1 των singles στη χώρα σας;
Matt:  Καθόλου!  Εξακολουθούμε να βλέπουμε τα ίδια πρόσωπα σαν να είχαμε πάει στο Νούμερο 10!

            Είδα στο πρόγραμμά σας ότι σε λίγες μέρες θα βρίσκεστε στην Ιαπωνία.  Έχετε στόχο να κατακτήσετε τον κόσμο;
Matt:  Μ’ ενδιαφέρει περισσότερο να κάνουμε ένα άλμπουμ που θα μπορείς να το ακούς και μετά από δέκα χρόνια, όπως είναι για μένα τα δύο πρώτα των Oasis αλλά και το Masterplan.



            Θα μπορούσα να σας ρωτάω για ώρες ποιος καλλιτέχνης ακουγόταν από τα ηχεία την ώρα που κατέβαινα τις σκάλες του Mudd Club και να χάνατε το ένα στοίχημα μετά το άλλο.  Επειδή όμως δεν είμαι (τόσο) κακός θα σας το ομολογήσω: Are you sitting comfortably?  Λοιπόν, δεν ήταν άλλος από τον Ντέμη Ρούσσο που επέμενε πως «το πρώτο άλογο είναι άσπρο, το δεύτερο άλογο είναι κόκκινο…» από το 666 των Aphrodites Child.  Μέχρι να βγει στη σκηνή ο Roman Fischer, ένας νεαρός από το Augsburg με υψηλό δείκτη νοημοσύνης αλλά καθόλου φωνή, ακούω μόνο αγγλικά από «expatriates» που περιμένουν τους Arctic Monkeys, έχοντας προφανώς γνώση του τι συνέβη τις προάλλες στη γηραιά Αλβιώνα, όταν ένα σωρό κόσμος έμεινε έξω από κλαμπ χωρητικότητας 3000 ατόμων.  Σήμερα, με 15 ευρώ είσοδο, μπορεί να έχει γεμίσει πάλι το κλαμπ αλλά δεν χωράει παρά το 1/10!

            Οι τέσσερις τύποι που ανεβαίνουν στη σκηνή είναι στην ηλικία που ήταν και οι Beatles όταν έπαιξαν για πρώτη φορά σε γερμανικό έδαφος.  Τούτοι εδώ από το Sheffield είναι λιγότερο (αλλά όχι κατά πολύ) στατικοί πάνω στη σκηνή.  Ενδυματολογικά μοιάζουν με κολεξιόν της Fred Perry.  Ο Alex, με το μοναδικό μείγμα αγγλικού φλέγματος και ντροπαλότητας, ελέγχει το κοινό που χορεύει παραληρηματικά.  Οι υπόλοιποι, με λιγότερο φυσικό χάρισμα, είναι σοβαροί και συγκεντρωμένοι σ’ αυτά που παίζουν.  Ο ήχος τους  - όπως των περισσότερων ονομάτων πλέον -  μπορεί να θυμίζει ακούσματα του παρελθόντος, διαθέτει όμως φρεσκάδα.  Η ατμόσφαιρα φέρνει στο νου εικόνες από την εποχή του πανκ καθώς οι Arctic Monkeys διαψεύδουν τον σαρκασμό τους «theres only music so theres new ring tones», περνώντας άνετα από την α λα 60’s ποπ του «Fake Tales of San Francisco» στο ska του «A Certain Romance».

            Αδημονώ ν’ ακούσω το άλμπουμ αφού, ύστερα από πολύ καιρό, έχω την αίσθηση ότι ήμουν παρών στο ξεκίνημα ενός πολλά υποσχόμενου σχήματος.