Saturday, February 12, 2011

Οι εκθέσεις φωτογραφίας κυριαρχούν στα μουσεία και τις γκαλερί του Βερολίνου

Από τον Βασίλη Κοντόπουλο

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, καθώς οι δρόμοι του Βερολίνου είναι γεμάτοι από τα φύλλα των δέντρων, όταν περπατάει κανείς στην πόλη, έχει την αίσθηση πως μπήκε κατά λάθος σε φθινοπωρινή βιτρίνα πολυτελούς πολυκαταστήματος.

Ωστόσο, η ρομαντική διάθεση που υποβάλλει η γοητεία των καστανοκόκκινων χρωμάτων τους ενδέχεται να μετατραπεί:
α) σε εκνευρισμό, για όσους δεν αντέχουν να τα βλέπουν στο πάτωμα του σπιτιού τους, μεταφερμένα από τα παπούτσια τους,
β) σε αιτία ατυχημάτων, αφού όταν βρέχει γίνονται ιδιαίτερα γλιστερά και από εκεί που πατούσες και με τα δυο πόδια στον 21ο αιώνα, μπορεί να βρεθείς στον αέρα...

Η πολύχρωμη σε σέπια τόνους εικόνα χάνεται με την πτώση του πρώτου χιονιού, που έχει την ιδιότητα να απορροφά τους ήχους, ακόμη και της γκρίνιας. Αλλωστε, η καθημερινή ζωή στις πλακόστρωτες και μη γωνιές συνεχίζεται ανεξάρτητα, συχνά απελπισμένα μακριά από τις εναλλαγές του ρεπερτορίου της φύσης, τις οποίες ελάχιστοι έχουν τον χρόνο ή τη διάθεση να αφουγκρασθούν.
Κάθε χρόνο και νωρίτερα, έχω την εντύπωση, δημοτικά συμβούλια, επιχειρηματίες τοποθετούν λαμπιόνια και εορταστικό διάκοσμο στους δρόμους και στα καταστήματα, λες και συνωμότησαν σε μια επιχείρηση καταδίωξης της χειμωνιάτικης σκοτεινιάς.
Παρόλο που ακόμη και στις γιορτινές αγορές, με διάχυτες τις μυρωδιές της κανέλας και του γαρίφαλου από το ζεστό κρασί (Glohwein), τα φετινά μέτρα ασφαλείας, υπό την απειλή τρομοκρατικών επιθέσεων, χαρακτηρίζονται δρακόντεια, ο κόσμος, αθόρυβος, πηγαινοέρχεται, χάσκει, καταναλώνει... Το καλό με πόλεις όπως το Βερολίνο είναι πως από τις λίστες κατανάλωσης των ημερών είναι αδύνατον να απουσιάζει η τέχνη.

Οι R.Ε.Μ. έφυγαν από την πόλη και τα στούντιο Hansa παίρνοντας μαζί τους τις ηχογραφήσεις που θα κυκλοφορήσουν την ερχόμενη άνοιξη. Ο Michael Stipe δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του για την πόλη. Εχοντας ζήσει ένα μικρό διάστημα κοντά στη Φρανκφούρτη, όπου είχε υπηρετήσει ο στρατιωτικός πατέρας του, θυμήθηκε τα γερμανικά του και υιοθέτησε εύκολα τη νοοτροπία. Πήραν την απόφαση να δοκιμάσουν το ιστορικό στούντιο πριν από δύο χρόνια, όταν ύστερα από μια συναυλία τους στο Βερολίνο επισκέφτηκαν τον παραγωγό τους Jacknife Lee, που ηχογραφούσε εκεί με τους Snow Patrol: «Σημασία δεν έχει τόσο ο χώρος όσο η πόλη. Για το επόμενο άλμπουμ μας επισκεφτήκαμε τη Νέα Ορλεάνη, αλλά σίγουρα το Βερολίνο έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο στους στίχους. Είναι το σημαντικότερο μέρος του κόσμου αυτή τη στιγμή. Αν ζεις σε μια ανιαρή πόλη που δεν σε εμπνέει, δίχως σπουδαίες συναυλίες ή εκθέσεις, όπου ακόμη και το φαγητό ίσως είναι άθλιο, είναι πολύ δύσκολο να είσαι δημιουργικός. Ενώ πόλεις όπως η Νέα Ορλεάνη ή το Βερολίνο, όπου συμβαίνουν τόσα πράγματα, σε βάζουν σ' ένα υψηλότερο επίπεδο ενέργειας. Θέλεις να δώσεις κι εσύ τον καλύτερο εαυτό σου».

Πράγματι, στον τομέα των συναυλιών και των εκθέσεων ισχύουν απολύτως τα όσα λέει ο Stipe, που του άρεσε να πηγαίνει με το ποδήλατο στην καφετερία «Bravo» του KW Institute for Contemporary Art, στην περιοχή Mitte, για να πιει τον καφέ του. Οι σημαντικές συναυλίες, που συχνά είναι περισσότερες από τρεις το ίδιο βράδυ, και η πληθώρα των εκθέσεων απαιτούν πολύ καλό προγραμματισμό για εκμετάλλευση του ελεύθερου χρόνου, προκειμένου να παρακολουθήσει κανείς όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά που του προσφέρονται. Στο τέλος της χρονιάς, μόνον οι εκθέσεις φωτογραφίας ανέρχονταν σε πάνω από 150, καλύπτοντας με τα θέματά τους σχεδόν έναν αιώνα.

Μόνιμοι κάτοικοι και πολλοί τουρίστες συρρέουν στο Martin-Gropius-Bau, προκειμένου να θαυμάσουν την «Τέχνη του Φωτός» του Lαszlο Moholy-Nagy (προφέρεται Λάσλο Μόχολι-Νοτζ). Ο γεννημένος στην Ουγγαρία καλλιτέχνης (1895-1946) φαίνεται πως ερμήνευσε κυριολεκτικά τη λέξη «φωτο-γραφία» και ασχολήθηκε με το φωτόγραμμα, δηλαδή τη φωτογράφηση δίχως φωτογραφική μηχανή. Στη μέθοδο που ακολούθησε, λιγότερο ή περισσότερο διαφανή αντικείμενα τοποθετούνται ανάμεσα σε ένα ευαίσθητο στο φως φιλμ ή χαρτί φωτογραφίας από τη μια πλευρά και μια πηγή φωτός από την άλλη. Ανάλογα με την απόσταση των αντικειμένων διαφοροποιούνται τα πλαίσια της σκιάς. Το ένα τρίτο από τα χίλια αυτά δημιουργήματα που πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Martin-Gropius-Bau το 1929, επιστρέφουν ύστερα από 81 χρόνια, και στον ίδιο χώρο, όπου εκτίθενται επίσης 70 έργα του 90χρονου Γάλλου ζωγράφου Pierre Soulages, που αφιέρωσε τη ζωή του στο μαύρο χρώμα. «Ζωγραφίζω με τέτοιον τρόπο, ώστε αυτοί που στέκονται μπροστά στα έργα μου να μπορέσουν να βρουν τον εαυτό τους», είναι η φιλοσοφία του.
Αντιθέτως, έντονη πολυχρωμία κυριαρχεί στο έργο του γεννημένου το 1930 στη Στουτγκάρδη, Καναδού φωτογράφου Fred Herzog. Σήμερα θεωρείται πρωτοπόρος της έγχρωμης φωτογραφίας, αφού ήδη από τη δεκαετία του '50 είχε ξεκινήσει να χρησιμοποιεί αυτό το μέσο, με βασικό θέμα την καθημερινή ζωή «συνηθισμένων ανθρώπων», προερχομένων κυρίως από την εργατική τάξη. Η επιλογή του αυτή σε μια εποχή που κυριαρχούσε η ασπρόμαυρη καλλιτεχνική φωτογραφία, τον περιθωριοποίησε και του στέρησε τη δυνατότητα για περισσότερες εκθέσεις.

Η Nan Goldin ήρθε το 1982 για πρώτη φορά στο Βερολίνο και το ερωτεύτηκε πάραυτα. Τότε η πόλη φημιζόταν για τις άγριες νύχτες της και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που την αντιμετώπιζαν ως τη «φυσιολογική συνέχεια» του Μανχάταν. Μεταξύ όλων των άλλων αποτελούσε το καταφύγιο των νεαρών Γερμανών που ήθελαν να ξεφύγουν από τη Γερμανία, ακριβώς όπως η Νέα Υόρκη έπαιξε κάποτε αυτόν τον ρόλο για τους Αμερικανούς που ήθελαν να ξεφύγουν από τις ΗΠΑ. «Ηταν ένα τεράστιο, πειραματικό underground περιβάλλον, που σου έδινε την εντύπωση πως όλα ήταν εφικτά. Ηρθα για μια βδομάδα με μια φίλη μου από το Παρίσι, με την οποία καταλήξαμε να μένουμε σε μια gay σάουνα...», διηγείται η ίδια. Το 1991 ήρθε με υποτροφία της DAAD και έμεινε τέσσερα χρόνια... Εκτοτε, κάθε φορά που έρχεται, βρίσκει πως η ενιαία πρωτεύουσα της Γερμανίας έχει αλλάξει πλήρως. «Τώρα πια δεν αναγνωρίζω το Βερολίνο. Είναι περίεργο να μην αναγνωρίζεις την πόλη που θεωρείς πατρίδα σου», λέει. Πολλοί κριτικοί την κατηγόρησαν ότι η δουλειά της, στην οποία κυριαρχούν το σεξ, η βία, οι αρρώστιες και τα ναρκωτικά, ωραιοποιεί τη χρήση ηρωίνης, αλλά όταν αυτή η εικόνα υιοθετήθηκε από διάφορα περιοδικά, η καλλιτέχνιδα αποστασιοποιήθηκε σε μια συνέντευξή της, λέγοντας πως βρίσκει «αξιοκατάκριτη και ανήθικη» τη χρησιμοποίηση του heroin-chic (χλομό δέρμα, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, προεξέχοντα κόκαλα), ένα image που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στα μέσα της δεκαετίας του '90, προκειμένου να πουλήσει κανείς ρούχα και αρώματα.

Η επιρροή της Goldin, εκτός από την αισθητική στις φωτογραφίες μοδάτων περιοδικών, φαίνεται και σε άλλα μέσα. Στην ταινία «High Art» της Lisa Cholodenko, που πρόσφατα γνώρισε επιτυχία με την τελευταία της δουλειά «Τα παιδιά είναι εντάξει», ο χαρακτήρας τής Ally Sheedy λέγεται Λούσι Μπερλίνερ, είναι φωτογράφος και οι φωτογραφίες της είναι εμπνευσμένες από το έργο τής Ναν Γκόλντιν.
Ολες οι φωτογραφίες που εκτίθενται στην Berlinische Galerie μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2011, είναι επιλεγμένες από την ίδια και απεικονίζουν πρόσωπα με τα οποία συνδέθηκε στις κατά καιρούς διαμονές της στο Βερολίνο.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=250462

Friday, December 24, 2010

Όταν Έρχονται τα Σύννεφα

Μεταδίδει από το Βερολίνο ο Βασίλης Κοντόπουλος

Τα τελευταία χρόνια δεν ακούω σχεδόν ποτέ γερμανικά κατεβαίνοντας από το σπίτι μου. Ο υπαίθριος μανάβης στον πεζόδρομο και οι υπάλληλοί του είναι Τούρκοι, οι συνταξιούχοι στα καφέ, Ρώσοι, Πορτογάλοι, Ελληνες. Παρακάτω, ανάμεσα στα αραβικά κομμωτήρια και τα κινεζικά εστιατόρια, ξεπροβάλλει ένα γιαπωνέζικο βιβλιοπωλείο.
Περπατώντας δίχως να κατανοείς τις γλώσσες γύρω σου, έχεις το πλεονέκτημα ότι η προσοχή σου δεν αποσπάται εύκολα από τις όποιες σκέψεις σου. Το μειονέκτημα έγκειται, ίσως, στο ότι η μοναξιά βιώνεται πιο έντονα.

Στο μετρό οι φωνές προέρχονται από Ιταλούς, Ισπανούς, Αμερικανούς, Ελληνες νεαρούς φοιτητές που ψάχνουν κατάλυμα, γεμάτοι ενθουσιασμό για ζωή, ανταλλάσσοντας απόψεις και εμπειρίες. Οι Γερμανοί, ίσως επειδή μιλάνε χαμηλόφωνα, ακούγονται σπάνια. Οι περισσότεροι μοναχικοί επιβάτες είναι αφοσιωμένοι στην εφημερίδα τους ή τη μουσική που παίζει το iPod τους. Ελάχιστα βλέμματα διασταυρώνονται, κανείς δεν δείχνει να ενδιαφέρεται για την παραμικρή επαφή.

Κι όμως, ο κόσμος ζει, δουλεύει, διασκεδάζει, ερωτεύεται. Οπως συμβαίνει παντού, άλλωστε. Ισως, τελικά, αυτό το περιβάλλον σε κάνει να ασχολείσαι με τα πραγματικά ουσιαστικά θέματα της ζωής, απερίσπαστος από παντός είδους παράσιτα. Τον τελευταίο καιρό, εξάλλου, παρατηρείται εκ νέου μια έντονη κινητικότητα στον χώρο της Τέχνης. Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς, οι μουσικοί, οι εικαστικοί καλλιτέχνες -«Οποιον συναντώ τα βράδια είναι είτε γραφίστας είτε ντισκ τζόκεϊ», ισχυρίζεται μια φίλη- που μετακομίζουν στο Βερολίνο για να δημιουργήσουν, καθιστώντας την πόλη πρωταγωνιστή στο έργο τους. «Το Βερολίνο πατάει σταθερά και με τα δυο πόδια στον 21ο αιώνα», ισχυρίζεται ο Michael Stipe των R.Ε.Μ., που το καλοκαίρι ηχογραφούσαν στα περίφημα στούντιο Hansa, εκεί όπου ο David Bowie είχε ηχογραφήσει το Heroes (1977), στο απόγειο μιας κλειστοφοβικής γοητείας, και οι U2 το Achtung Baby (1991) στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής, με την πεποίθηση ότι όλα ήταν δυνατόν να συμβούν.

Είκοσι ένα χρόνια μετά την πτώση του τείχους και είκοσι από την ενοποίηση της Γερμανίας, η ενιαία πλέον πρωτεύουσα της χώρας καταφέρνει να παραμένει στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Με την ανεργία να υπολογίζεται στα 13% «το φτωχό, αλλά σέξι Βερολίνο», σύμφωνα με τη δημοφιλή δήλωση του δημάρχου Κλάους Βόβεραϊτ, έχει κατορθώσει να αντισταθμίσει επιδέξια την οικονομική κρίση με την πολιτισμική παραγωγή, σε μια χώρα που θεωρείται ο κινητήριος οικονομικός μοχλός της Ε.Ε. Με τα ενοίκια να παραμένουν σχετικά χαμηλά, εξακολουθεί να αποτελεί πόλο έλξης για ολοένα αυξανόμενο αριθμό νέων ανθρώπων με όρεξη για δημιουργία και ζωή σ' έναν χώρο απελευθερωμένο από τα «πρέπει» πολλών άλλων πόλεων. Ο τόπος τούς επιτρέπει να ζήσουν το μποέμ όνειρό τους, όχι μόνον υπαρξιακά, αλλά και από άποψη ευρυχωρίας, αφού η πόλη εξακολουθεί να έχει ένα εκατομμύριο λιγότερους κατοίκους: 3,5 εκατ. συγκριτικά με τα 4,4 εκατ. της προπολεμικής περιόδου. Για τους περισσότερους από αυτούς και μόνον το ότι κυκλοφορούν σε ένα περιβάλλον που φιλοξενεί ενδιαφέρουσες συναυλίες, αναρίθμητες εκθέσεις ζωγραφικής και έχουν πρόσβαση σε χώρους όπου μπορούν να απολαύσουν καλό φαγητό και ποτό δίχως να ξοδέψουν το εβδομαδιαίο εισόδημά τους, αρκεί για να τους ανεβάσει σε ένα ανώτερο επίπεδο δημιουργικότητας.

Στον τομέα της λογοτεχνίας, ένα από τα πολλά βιβλία που όχι μόνο γράφτηκαν στο Βερολίνο τους τελευταίους μήνες, αλλά αναφέρονται και σ' αυτό είναι το Book of Clouds (Το Βιβλίο των Σύννεφων) της Chloe Aridjis. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί δοκίμιο μεταμφιεσμένο σε μυθιστόρημα, αφού η πρόθεση της συγγραφέως φαίνεται να είναι η έκθεση των δυσάρεστων επιπέδων της βερολινέζικης ιστορίας, όταν αυτά παύουν να είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού, παρά η μυθοπλασία. Στο ξεκίνημα του στοχασμού της παρουσιάζει την ηρωίδα της, την εσωστρεφή και μοναχική Τατιάνα, να ζει στο Βερολίνο τα τελευταία πέντε χρόνια, συχνάζοντας σε ανερχόμενες συνοικίες του πρώην Ανατολικού τομέα. Μια Εβραία Μεξικάνα, απελευθερωμένη από τα δεσμά του σπιτιού της, αναπτύσσει τη μοναδική της σχέση με το καινούριο περιβάλλον της, παρατηρώντας με μακάβριο σχεδόν ενδιαφέρον το αστικό τοπίο. Στις σελίδες του βιβλίου γίνεται λεπτομερέστατη αναφορά σε καθημερινές σκηνές και περιγράφονται συχνά δευτερεύοντα στοιχεία της πόλης, όπως τα αστραφτερά κίτρινα τραμ, η σφαιρική αίθουσα εστιατορίου του πύργου της τηλεόρασης στην Αλεξάντερ Πλατς, η ολοζώντανη συνοικία Πρέντσλαουερ Μπεργκ. Πίσω από τα αναπαλαιωμένα τμήματα με τις εντυπωσιακές προσόψεις, ωστόσο, καραδοκούν φαντάσματα. Το υδραγωγείο, που έχει μετατραπεί σε υπερσύγχρονη πολυκατοικία, υπήρξε χώρος βασανιστηρίων για τους αιχμαλώτους της SA. Σε κάθε εντυπωσιακό μπαρ αντιστοιχεί ένας, έστω και λανθάνων, αποτρόπαιος χώρος: κάτω από ένα εγκαταλειμμένο ταχυδρομείο στεγαζόταν ένα εντευκτήριο της Γκεστάπο.

Ο χρόνος, και κυρίως ο χαμένος χρόνος, παίζει επίσης σημαντικό ρόλο για την ηρωίδα. Οντως, στο Βερολίνο μπορείς πολύ εύκολα να περιπέσεις σε ασυνήθιστη αδράνεια. Η τοπογραφία του σε απορροφά και σε αποξενώνει ταυτόχρονα. Είναι δύσκολο να μεταφέρεις τη φυσική ιδιαιτερότητά του, αλλά πρέπει να είναι η μοναδική κοσμοπολιτική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα στην οποία μπορείς να χαθείς σε μια έκταση που μοιάζει με σκάμμα γεμάτο άμμο και απλώνεται σε αρκετά οικοδομικά τετράγωνα του κέντρου της, καθώς πηγαίνεις σε κάποιο πάρτι. Ισως αυτό να είναι το στοιχείο που δίνει την ψευδαίσθηση της διαστολής του χρόνου.

Η νυχτερινή ζωή, όμως, και η μερίδα του πληθυσμού που διασκεδάζει δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον για την Τατιάνα. Πιάνει δουλειά ως βοηθός του δόκτορος Βάις, ενός κάποτε διάσημου ιστορικού, ο οποίος την παρακινεί να ικανοποιήσει το πάθος της για τις ανατριχιαστικές σκιές του παρελθόντος, που στη ζωή της έχουν πάρει τη θέση των ανθρώπων και των διαπροσωπικών σχέσεων. Μέσα σ' αυτή τη ζοφερότητα και ύστερα από προτροπή του Βάις θα συναντήσει τον μεγαλωμένο στο Ανατολικό Βερολίνο μετεωρολόγο Γιόνας, προκειμένου να του πάρει συνέντευξη σχετικά με κάποια σκίτσα που έχει κάνει στην παιδική του ηλικία. Ο Γιόνας, ένθερμος υποστηρικτής του σημερινού Βερολίνου, της εξηγεί: Ο Βάις είναι κολλημένος σ' αυτό που υπήρχε κάποτε, αλλά το Βερολίνο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ένα μουσείο τρομακτικών πραγμάτων. Εχει μεσολαβήσει μια αναγέννηση. Κι όμως, οι «νικητές» είναι εκείνοι που θα ήθελαν να βλέπουν την πόλη ως μουσείο. Καθώς η Τατιάνα και ο δρ Βάις εγκαταλείπουν το σπίτι του Γιόνας δέχονται την επίθεση δύο κακοποιών. Την ίδια ώρα, μια μυστηριώδης ομίχλη καλύπτει την ατμόσφαιρα, τα σύννεφα κατεβαίνουν στη γη εξαπλώνοντας την εγκληματικότητα στην πόλη, όπου η χειρότερη απειλή είναι συνήθως η κλοπή ενός ποδηλάτου. «Το Βερολίνο στη Νέα Κρίση της Εξαφάνισης», θα γράψουν οι δημοσιογράφοι, βλέποντας την ομίχλη και κάνοντας τους δικούς τους παραλληλισμούς με το παρελθόν της πόλης και το παράξενο αυτό μετεωρολογικό φαινόμενο, ενώ η ηρωίδα, δίχως να έχει καταφέρει να νικήσει τα φαντάσματα, θα φύγει μακριά αναζητώντας νέο τόπο διαμονής, αναζητώντας την εμπειρία της αναζήτησης της εμπειρίας.

Εξίσου ενδιαφέρουσα με τη λογοτεχνική φιγούρα που δημιούργησε είναι και η ζωή της γεννημένης το 1971 στη Νέα Υόρκη Μεξικανο-αμερικανίδας Chloe Aridjis. Κόρη της μεταφράστριας Betty Farber de Aridjis και του συγγραφέα, ακτιβιστή οικολόγου και διπλωμάτη Homero Aridjis (από Ελληνα πατέρα και μητέρα Μεξικάνα) και αδελφή της σκηνοθέτριας Eva S. Aridjis, μεγάλωσε στο Μεξικό και στην Ολλανδία. Σπούδασε Συγκριτική Λογοτεχνία στο Χάρβαρντ και έκανε το διδακτορικό της στην Οξφόρδη. Δημοσίευσε σε μεξικανικά και αγγλικά περιοδικά και εφημερίδες πριν μετακομίσει στο Βερολίνο, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Το Book of Clouds είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.




http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=235540

Saturday, October 30, 2010

Η επιστροφή στη Φύση ως τρόπος καταπολέμησης της ύφεσης

Μεταδίδει από το Βερολίνο ο Βασίλης Κοντόπουλος

Δύο μυθιστορήματα με αφορμή την οικονομική κρίση

Ossi Forever! - Ανατολικογερμανός για πάντα

Το Βρανδεμβούργο ή Μπράντενμπουργκ, στα γερμανικά, είναι ένα από τα 16 «κρατίδια» της Ομοσπονδιακής Γερμανίας που περιβάλλει το Βερολίνο και που επί σαράντα χρόνια ανήκε ολοκληρωτικά στην Ανατολική Γερμανία. Πρωτεύουσά του είναι το ξακουστό Πότσνταμ, με ιδιαίτερα σημαντικές ιστορικές αναφορές, σε μια περίοδο που καλύπτει διακόσια χρόνια, μεταξύ 18ου και 20ού αιώνα: από τον Φρειδερίκο τον Μέγα (1712-1786) και το παλάτι Σαν Σουσί (1745-1747) μέχρι τη συμφωνία μεταξύ Τρούμαν, Τσόρτσιλ και Στάλιν (1945), που υπογράφτηκε στο σημερινό ξενοδοχείο και μουσείο Σεσίλιενχοφ, επιβεβαιώνοντας το τέλος του ναζισμού και καθορίζοντας την τύχη της Γερμανίας αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν και έχουν συμπληρωθεί 65 χρόνια από τότε, στις περισσότερες χώρες του κόσμου οι άνθρωποι εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για την ιστορία της Γερμανίας που συνδέεται με την περίοδο του ναζισμού. Μία από αυτές είναι και η Αγγλία. «Είναι ένας από τους λόγους που βαρέθηκα τη δουλειά μου ως ανταποκριτής των λονδρέζικων Times», λέει ο Roger Boyes, ο οποίος το 2006 έγραψε το My Dear Krauts και την αμέσως επόμενη χρονιά το How to Be a Kraut. Επιχειρώντας να παραδώσει μαθήματα χιούμορ στους κατοίκους της χώρας στην οποία ζει μόνιμα από το 1993, έχοντας ξεκινήσει την καριέρα του στις αρχές της δεκαετίας του '70 από τη Βόνη και αφού πέρασε στο μεταξύ από την Ανατολική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την Ιταλία, χρησιμοποιεί τον περιφρονητικό χαρακτηρισμό «Κράουτ» των Αγγλων για τους Γερμανούς, που στα γερμανικά σημαίνει χόρτο / βότανο. Αυτή η λέξη άλλωστε έχει χαρακτηρίσει και μια ολόκληρη σχολή του ροκ, η οποία ξεκίνησε από τη Γερμανία με συγκροτήματα όπως οι Can, οι Neu!, οι Amon Duul κ.ά.

Βέβαιος ότι δεν θα θέσει σε κίνδυνο τις αγγλογερμανικές σχέσεις -«στους Γερμανούς αρέσει να δέχονται κριτική. Είναι το μαζοχιστικό στοιχείο της νοοτροπίας τους...»-, εξηγεί πως το χιούμορ στη Γερμανία περιορίζεται σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις ή ώρες, σε μια κωμωδία στην τηλεόραση ή στο καρναβάλι της Ρηνανίας. «Η αίσθηση του χιούμορ βρίσκεται σε γκέτο. Γιατί άραγε να μην μπορεί κανείς να είναι πνευματώδης στην καθημερινή ζωή του;», αναρωτιέται φλεγματικά.

Στο καινούριο βιβλίο του, που έχει τίτλο Ossi Forever! -το «Οσι» είναι η σκωπτική συντομογραφία του Οστντόιτσε (Ανατολικογερμανού) σε αντίθεση με το «Βέσι» που χαρακτηρίζει τους Δυτικογερμανούς- αντλεί έμπνευση από τη νοοτροπία που διακρίνει ακόμη τους κατοίκους της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Σκιαγραφεί τους παντοδύναμους δημάρχους που δίνουν στις κοινότητές τους ονόματα όπως «Χωριό των Πελαργών» ή «Χωριό των Βατράχων» και προσπαθούν να πάρουν επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση...

«Με εντυπωσιάζει αυτός ο μηχανισμός των διαφόρων αρχόντων ενός τόπου που συσκέπτονται προκειμένου να αποφασίσουν πώς θα κάνουν την περιοχή τους τουριστικά ελκυστική, δίχως να έχουν επιχειρηματικό μυαλό... Αυτό όμως είναι μόνο το ένα επίπεδο του βιβλίου». Πράγματι, σ' ένα άλλο επίπεδο υπάρχει διάχυτη η αίσθηση που κυριαρχεί σε πολλούς ανθρώπους αυτή την εποχή για έναν επαναπροσδιορισμό των βασικών αναγκών τους, για μια επιστροφή στη Φύση σε συνδυασμό με την αναζήτηση λιγότερο (διε)φθαρμένων τρόπων ζωής. Και οι τιμές των αγροκτημάτων στο Βρανδεμβούργο είναι ακόμη προσιτές. Ωστόσο, ως Αγγλος, ο Boyes γνωρίζει καλά πως πολλοί συμπατριώτες του έκαναν το ίδιο πριν από μερικές δεκαετίες στη Νότια Γαλλία... Συχνά πρόκειται για μια θεραπεία που απαιτούν οι σχέσεις των ζευγαριών, έστω κι αν πολύ γρήγορα διαπιστώνουν πως δεν είναι προορισμένοι για να φτιάχνουν μαρμελάδες και να περιποιούνται κοτέτσια. Θα ήθελε και ο ίδιος να έχει μια μικρή πανσιόν, ένα είδος του γνώριμου bed & breakfast για τους συμπατριώτες του, οι οποίοι δείχνουν ακόμη να μαγεύονται από την ιστορία της Πρωσίας και το μυθιστόρημα Effie Briest του Τεοντόρ Φοντάνε.

Das war ich nicht - Δεν ήμουν εγώ

Η ιδέα του προϋπήρχε της οικονομικής κρίσης, αν και ομολογεί ότι δεν φανταζόταν πως ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο: «Αν το γνώριζα, θα είχα ποντάρει στο γεγονός και θα είχα γίνει πλούσιος...», παραδέχεται. Ξεκίνησε την έρευνα που ήταν απαραίτητη για τη συγγραφή του βιβλίου Das war ich nicht (Δεν ήμουν εγώ) πριν από περίπου τρία χρόνια. Πολλές τράπεζες αρνήθηκαν να του δώσουν τα στοιχεία που του ήταν απαραίτητα. «Οταν επέμεινα λέγοντάς τους ότι είχα σκοπό να παρουσιάσω έναν τραπεζίτη όπως είναι, δίχως τα συνηθισμένα κλισέ που τον συνοδεύουν, μερικές δέχτηκαν. Οπως, άλλωστε, έκανε κι ένα πανεπιστήμιο».

Μία από τις τρεις κεντρικές φιγούρες του μυθιστορήματος, ο τραπεζικός Γιάσπερ Λούντεμαν δεν χαρακτηρίζεται ούτε από απληστία ούτε από ωφελιμισμό. Ταιριάζει στη λογική του βιβλίου και θυμίζει εκείνον τον γάλλο τραπεζικό που πριν από μερικά χρόνια ξόδεψε για τον εαυτό του πέντε από τα δισεκατομμύρια που διαχειριζόταν... Οι άλλοι δύο ήρωες έχουν περισσότερη σχέση με τον συγγραφέα. Πρόκειται για τη μεταφράστρια Μάικε και τον 60χρονο συγγραφέα Χένρι Λε Μαρκ. Στην πρώτες σελίδες του βιβλίου ο καθένας τους αντιμετωπίζει μια προσωπική κρίση, έχοντας συνειδητοποιήσει πως βρίσκεται σε αδιέξοδο. Ο ένας χάνεται μέσα στη δουλειά του, αφοσιωμένος αποκλειστικά και μόνο στην καριέρα του. Η άλλη θέλει να εγκαταλείψει την πόλη και να ζήσει στην εξοχή. Ο τρίτος, αν και πετυχημένος επαγγελματικά, νιώθει εντελώς απομονωμένος.

Η ζωή των τριών θα καταλήξει συμπτωματικά σε μια περιπετειώδη αλληλεξάρτηση. Αν δεν υπήρχε η δυνατότητα του έρωτα (και συχνά οι δυσκολίες του) να δίνει μια απρόσμενη τροπή στην καθημερινότητα, ενδέχεται να μην υπήρχε διέξοδος, αφού μια ύπαρξη μπορεί να καταστραφεί, όπως μια τράπεζα.

«Η μεταφράστρια και ο ομοφυλόφιλος συγγραφέας είναι πιο κοντά στον κόσμο μου, στα θέματά μου. Ο τραπεζικός είναι ο απαραίτητος αντίποδας. Διαφορετικά δεν θα ήταν μυθιστόρημα, αλλά ομφαλοσκόπηση», λέει ο 34χρονος συγγραφέας Kristof Magnusson, που γεννήθηκε στο Αμβούργο από ισλανδό πατέρα και γερμανίδα μητέρα και που μετά το απολυτήριο Γυμνασίου διάλεξε να υπηρετήσει την εναλλακτική θητεία του στο εξωτερικό. Μέσω της κοινωφελούς οργάνωσης «Χειρονομία για Συμφιλίωση /Υπηρεσία για την Ειρήνη» πρόσφερε τις υπηρεσίες του σ' ένα άσυλο αστέγων της Νέας Υόρκης. Οταν επέστρεψε στη Γερμανία, σπούδασε εκκλησιαστική μουσική στο Κίελο και στη συνέχεια λογοτεχνία στη Λιψία και το Ρέικιαβικ. Εγινε γνωστός χάρη στο θεατρικό έργο Mannerhort (Ασυλο ανδρών), που έκανε πρεμιέρα στη Βόνη το 2003. Δύο χρόνια αργότερα ανέβηκε με επιτυχία στο Theater am Kurfurstendamm του Βερολίνου και στο μεταξύ παίχτηκε σε περισσότερες από τριάντα σκηνές στη Γερμανία και στο εξωτερικό.

Ο Magnusson διάλεξε τελικά το Βερολίνο για τόπο διαμονής και εργασίας. Εκτός από τα διηγήματα, τα ρεπορτάζ και τα δοκίμια που δημοσιεύει κατά καιρούς τόσο στον γερμανικό όσο και στον διεθνή Τύπο, έχει μεταφράσει πεζά, ποιήματα και θεατρικά έργα από τα ισλανδικά. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Zuhause (Στο σπίτι) κυκλοφόρησε το 2005 από τον εκδοτικό οίκο Antje Kunstman, που έχει έδρα το Μόναχο. Στον κατάλογο των ίδιων εκδόσεων προστέθηκε και το φετινό μυθιστόρημά του Das war ich nicht.


"http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=217911"

Friday, October 22, 2010

Steve Harley

Steve Harley 21.10.2010 Quasimodo «Πρέπει να προσαρμοζόμαστε διαρκώς. Κάποτε έπαιζα στο φεστιβάλ του Glastonbury, τώρα έχω εσάς σχεδόν πάνω στη σκηνή αυτού του… JAAAAZ CLUB». Ο Steve Harley, τονίζει τη λέξη τζαζ σαν να ειρωνεύεται τα κλαμπ που αποκαλούνται έτσι. Στην πραγματικότητα, αυτοσαρκάζεται. Βραχύσωμος και καλοδιατηρημένος, σχεδόν 60άρης πλέον, με την κιθάρα του και πέντε ακόμη μουσικούς (κιθάρα, βιολί, μπάσο, συνθεσάιζερ, ντραμς) απέχει τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που με το συγκρότημά του, τους Cockney Rebel, φλέρταρε με τόσο με το glam όσο και το progressive ροκ. Τώρα θυμίζει Bob Dylan της εποχής του Desire. Το κοινό του πλέον είναι μεσήλικα ζευγάρια από την Ολλανδία, τουρίστες που βρέθηκαν κοντά στο Quasimodo και πήγαν να περάσουν το βράδυ τους ακούγοντας το Come Up and See Me (Make Me Smile), το Sebastian και το Mr. Soft. Στην είσοδο ακούω κάποιον να ρωτάει τι είδος μουσική παίζει και ακούγοντας «ροκ», συσκέπτεται με τη γυναίκα του για το αν αξίζει να δώσουν τα 30 € που κοστίζει το εισιτήριο… Ο Harley έχει βγει σε περιοδεία όμως για να προωθήσει την καινούρια του δουλειά και παίζει κομμάτια από το άλμπουμ Stranger Comes to Town. Δεν είναι άσχημα, είναι απλώς άγνωστα. Και φοβάμαι ότι θα παραμείνουν. Ο χαρισματικός καλλιτέχνης δεν έχει πρόβλημα να σπάσει τον πάγο. Η φωνή του είναι αρκετά πιο μπάσα από τότε που τραγουδούσε επιτηδευμένα, σχεδόν ερμαφρόδιτα, στο πνεύμα της εποχής του ’70. «Δεν χρειάζεται να πάτε στο σπίτι για να αποδεσμεύσετε τη μπέιμπι σίτερ. Δεν είστε σ’ αυτές τις ηλικίες πια. Τώρα τα παιδιά σας έχουν φύγει από το σπίτι και εσείς ανακαλύπτετε και πάλι το σεξ στην κουζίνα…». Μιλάει για τους γονείς του που μετακόμισαν από την Αγγλία για να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους στην Ισπανία, για τον θάνατο της μητέρας του και την ταφή της εκεί. «Ακόμη δεν έχω ξεπεράσει το γεγονός ότι οι στάχτες της είναι στην Ισπανία και όχι στο Λονδίνο ή κάπου αλλού στην Αγγλία. Δεν θα αφήσω να συμβεί αυτό με τον πατέρα μου… Αυτός είναι ο λόγος που έγραψα και το τραγούδι This Old Man». Αυτοί που ήρθαν ν’ ακούσουν το Make Me Smile, φυσικά και ικανοποιήθηκαν, αφού εκτός αυτού πέρασαν δύο χορταστικές ώρες παρακολουθώντας έναν ικανό, βετεράνο μουσικό να δημιουργεί με τους αξιόλογους συναδέλφους του.

Saturday, October 16, 2010

ΠΑΦΑ ΠΟΥΦΑ

Βερολίνο - δυο ώρες και κάτι με το αεροπλάνο από τη Θεσσαλονίκη, έτη φωτός η πραγματική απόσταση...

Ορισμένοι διαμαρτύρονται μα οι περισσότεροι επικροτούν το νέο μέτρο που απαγορεύει στους δασκάλους το κάπνισμα στα σχολεία. Η νικοτίνη έχει χαρακτηριστεί πλέον ουσία που προκαλεί εθισμό και όπως συμβαίνει με τις υπόλοιπες εξαρτήσεις - από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά μέχρι το σεξ και τα τυχερά παιχνίδια - δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται πλέον ως επιλογή κάποιων που απαιτεί να τη σεβαστούν οι υπόλοιποι. Τουλάχιστον αυτό αποφάσισε το γερμανικό δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε ένας δάσκαλος απαιτώντας χώρο για να απολαμβάνει το τσιγάρο του.

Tuesday, August 24, 2010

Double Sexus - Διγένεια

Μεταδίδει από το Βερολίνο ο Βασίλης Κοντόπουλος

Hans Bellmer, Louise Bourgeois:

DOUBLE SEXUS

Χανς Μπέλμερ, Λουίζ Μπουρζουά:

ΔΙΓΕΝΕΙΑ

Είναι μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα, η θερμοκρασία πλησιάζει τους 30 βαθμούς Κελσίου κι εγώ έχω αποφασίσει να πάω στην έκθεση Double Sexus, που παρουσιάζει περισσότερα από 70 έργα της Louise Bourgeois και του Hans Bellmer. Ο χώρος βρίσκεται απέναντι από το παλάτι Charlottenburg, στο κτήριο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια στέγαζε την προτομή της Νεφερτίτης και που από το 2008 φιλοξενεί μόνιμα τη συλλογή Scharf-Gerstenberg.

Δεν είναι πολύ μακριά από το σπίτι μου, ούτε δέκα λεπτά με το ποδήλατο, αλλά εμένα έχει προλάβει να μου κολλήσει η φωνή του Robert Tear στη φράση «double sexe» από έναν στίχο του Arthur Rimbaud. Προέρχεται από το ποίημα Antique του κύκλου Les Illuminations, που ξεκινάει υμνώντας έναν «χαριτόβρυτο γιο του Πάνα» και που μελοποίησε ο Benjamin Britten το 1939, περίπου πενήντα χρόνια μετά τη δημοσίευσή του. Εναν χρόνο νωρίτερα ο Hans Bellmer άφηνε το ναζιστικό Βερολίνο για το Παρίσι των σουρεαλιστών και η Louise Bourgeois μετακόμιζε στη Νέα Υόρκη έχοντας παντρευτεί τον αμερικανό ιστορικό Τέχνης Robert Goldwater.

Αν και ο Ρεμπό δεν είχε σχέση με τον σουρεαλισμό, αφού πέθανε τριάντα χρόνια πριν εφευρεθεί ο όρος, δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον θεωρούν πρόδρομο του κινήματος, γεγονός που τον τοποθετεί ανάμεσα στους ελάχιστους προγενέστερούς του καλλιτέχνες που οι ίδιοι οι σουρεαλιστές αναγνωρίζουν την αξία τους. Ενας από αυτούς, ο Georges Bataille, είχε δημοσιεύσει το 1928 με το ψευδώνυμο Lord Auch την κλασική, στο μεταξύ, ερωτική νουβέλα «Histoire de l'oeil» («Ιστορία του ματιού»). Αυτό το κείμενο ενέπνευσε τόσο τη Louise Bourgeois όσο και τον Hans Bellmer, δύο καλλιτέχνες που δεν συναντήθηκαν ποτέ, μα που ωστόσο το έργο τους έχει πολλά κοινά στοιχεία. Ο Bellmer, μάλιστα, εικονογράφησε μια μεταγενέστερη έκδοση του βιβλίου (1945).

Η Bourgeois γεννήθηκε στο Παρίσι το 1911 και πέθανε στις 31 Μαΐου 2010 στη Νέα Υόρκη, όπου ζούσε και εργαζόταν αδιάκοπα, ώς το τέλος. Γνωστή και με το υποκοριστικό Spiderwoman εξαιτίας των γιγαντιαίων (πάνω από εννέα μέτρα ύψος) γλυπτών της που παριστάνουν αράχνες, θεωρείται σήμερα μητέρα της εξομολογητικής Τέχνης. Ο Γερμανός Bellmer γεννήθηκε στο Κατόβιτσε της σημερινής Πολωνίας το 1902 και πέθανε στο Παρίσι το 1975, καταξιωμένος ως σημαντικός εκπρόσωπος του φανταστικού ρεαλισμού, έχοντας φιλοτεχνήσει, μεταξύ άλλων, και το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του σκανδαλώδους ερωτικού μυθιστορήματος Η Ιστορία τής Ο (1954). Το έργο του εξακολουθεί να εμπνέει μέχρι τις μέρες μας, όπως δείχνει το όνομα του μετα-πανκ συγκροτήματος από τη Νέα Υόρκη, Bellmer Dolls.

Ως είσοδος στον εκθεσιακό χώρο χρησιμεύει η Πύλη της Kalabsha, η μοναδική υπενθύμιση πως εδώ στεγαζόταν κάποτε το Αιγυπτιακό Μουσείο του Βερολίνου. Αμέσως μετά και πριν από τα εκθέματα, ο επισκέπτης βρίσκεται απέναντι από δύο φωτογραφίες των καλλιτεχνών: δεξιά, του Hans Bellmer, τον οποίο ο φακός της Karin Szekessy συνέλαβε κατά την ώρα της δουλειάς, το 1965, αριστερά, ένα πορτρέτο της Louise Bourgeois από τον Robert Mapplethorpe, το 1982. Στο πάτωμα, μπροστά από τη φωτογραφία, ένα βάζο με λουλούδια υπενθυμίζει τον πρόσφατο θάνατό της.

Οι κούκλες του Bellmer, κατασκευασμένες επί τούτου δύσμορφες, ακρωτηριασμένες, διαμελισμένες, λειτουργούν ως υποκατάστατο της γυναίκας. Τις εμπνεύστηκε παρακολουθώντας μια παράσταση της όπερας του Jacques Offenbach Τα Παραμύθια του Χόφμαν και διαβάζοντας τις δημοσιευμένες επιστολές του αυστριακού καλλιτέχνη Oskar Kokoschka. «Το σώμα μοιάζει με μια πρόταση, η οποία φαίνεται να μας προσκαλεί να τη διασπάσουμε στα γράμματα που την αποτελούν, προκειμένου να αποκαλυφθούν εκ νέου τα αληθινά μηνύματά της μέσα από μια ατελείωτη σειρά αναγραμματισμών», γράφει σ' ένα σχόλιό του που συνοδεύει τα έργα της μούσας του Unica Zurn. Η επιλογή της κούκλας, που μοιάζει περισσότερο με θύμα σεξουαλικού εγκλήματος παρά με παραδοσιακό παιχνίδι, καταδίκασε τον δημιουργό της σε διαρκή απολογία για τη θεματολογία του, ενώ τα έργα του συγκαταλέγονταν ανάμεσα σ' εκείνα που το ναζιστικό καθεστώς χαρακτήρισε «εκφυλισμένα», αφού έρχονταν σε έντονη αντίθεση με την ιδεολογία της τελειότητας του σώματος της άριας φυλής. Η «Demi-poupee» (1971), με το ένα πόδι, το ένα στήθος και με μία σχισμή αιδοίου στο κεφάλι που παραπέμπει σε κουμπαρά, ήταν ένα από τα πρωτοποριακά έργα που σίγουρα λειτούργησε ως πρότυπο στο «Bunny» της Sarah Lucas. Το ύφος του Bellmer κυριαρχεί και στην περιβόητη φωτογραφία του Robert Whitaker που χρησιμοποιήθηκε ως εξώφυλλο στη συλλογή των Beatles «Yesterday and Today» (1966), πριν αποσυρθεί εξαιτίας διαμαρτυριών από μερίδα ενοχλημένων πολιτών. Ακόμη και σήμερα οι επισκέπτες της έκθεσης προειδοποιούνται πως κάποια από τα μοτίβα ενδέχεται να τους σοκάρουν.

Το πρώτο έκθεμα της Bourgeois είναι ένας πελώριος φαλλός που κρέμεται από ψηλά, με τον ειρωνικό τίτλο «Fillette» («Κοριτσάκι»). Η πιο προσεκτική παρατήρηση φανερώνει ότι πρόκειται ταυτόχρονα και για ένα αιδοίο, ένα έργο που, σύμφωνα με δηλώσεις της, ενσωματώνει την ίδια και τους τέσσερις άνδρες της ζωής της (τον σύζυγό της και τους τρεις γιους τους). Ο προφανής συνδετικός κρίκος της δουλειάς της με αυτήν του Bellmer είναι το παιχνίδι συγχώνευσης των δύο φύλων που αποσκοπεί στη δημιουργία ενός διπλού, του ερμαφρόδιτου. Ισως, υποσυνείδητα, η Bourgeois, που είχε τραυματιστεί ψυχικά στην παιδική ηλικία της όταν ανακάλυψε πως ο πατέρας της είχε σχέσεις με την γκουβερνάντα της εν γνώσει της μητέρας της, επιχειρεί μ' αυτόν τον τρόπο να μειώσει την ανδρική ισχύ. Με πρότυπο το άγαλμα της Εφέσιας Αρτέμιδος δημιούργησε από ροζ πλαστικό το ακέφαλο γλυπτό «Nature Study» (1984), για το οποίο φημολογείται πως είναι η ίδια. Μια σπουδή του Bellmer στο ίδιο μοτίβο αντιπαρατίθεται πιο κάτω. Από το ίδιο υλικό, πάντα σε ροζ χρώμα, είναι κατασκευασμένο ένα έξεργο ανάγλυφο, στο οποίο οι μαστοί παραπέμπουν σε όρχεις ταύρων ή το αντίθετο.

Στο τέλος μένει η εντύπωση πως η ανδρική σκοπιά είναι πιο σκληρή, καθώς ο Bellmer καρφώνει τις κούκλες του προκειμένου να τις φωτογραφήσει (μια μορφή καταστροφής), ενώ η γυναικεία, της Bourgeois, με την πάνινη, στρογγυλεμένη κούκλα, που έχει τίτλο «Endless Pursuit» (2000), φτιάχνει μια ευαίσθητη, θηλυκή υφήλιο.

Το αισιόδοξο μήνυμα της καλλιτέχνιδος είναι: «Πιστεύω πως αν δουλέψεις αρκετά, αυτός ο κόσμος θα γίνει καλύτερος».

Η έκθεση στο Βερολίνο, που πλαισιώνεται από διαλέξεις και θεατρικές παραστάσεις, θα διαρκέσει μέχρι τις 15 Αυγούστου και έπειτα θα μεταφερθεί στη Χάγη. Είναι βέβαιο πως οι 47.000 επισκέπτες ετησίως, που κατατάσσουν τη συλλογή Scharf-Gerstenberg στην προτελευταία θέση δημοτικότητας από τα 17 κρατικά μουσεία της πόλης, θα αυξηθούν φέτος κατακόρυφα.


"http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=188114"

Friday, June 04, 2010

Κατασκευάζοντας τους teenagers για τα πλήθη

Μεταδίδει από το Βερολίνο ο Βασίλης Κοντόπουλος

Ημουν έφηβος όταν ξεφύλλιζα με βουλιμία την αγγλική μουσική εφημερίδα Melody Maker, ένα από τα λίγα έντυπα που μπορούσα τότε να προμηθευτώ για να μάθω τι ακριβώς συνέβαινε στον διεθνή μουσικό χώρο.

Με το όχι και τόσο αβάσιμο πρόσχημα πως τη χρειαζόμουν για εξάσκηση στα αγγλικά, εξασφάλιζα το χαρτζιλίκι και την αγόραζα από το περίπτερο, μπροστά στη στάση που περίμενα το λεωφορείο για τη λυτρωτική επιστροφή στο σπίτι από το ανιαρό εξάωρο του Γυμνασίου.

Οι σελίδες της, από την πρώτη ώς την τελευταία, αποτελούσαν αντικείμενο μελέτης, σίγουρα πολύ πιο ενδιαφέρουσας και, όπως αποδείχτηκε, χρησιμότερης από πολλά μαθήματα του ωρολόγιου προγράμματος. Αποστηθίζοντας ακόμη και τις αγγελίες συναυλιών διαφόρων μυθικών καλλιτεχνών, σιγά σιγά αποκτούσα την πεποίθηση πως θα έπρεπε να ζω κάπου αλλού, ούτως ώστε να είμαι σε θέση να τις παρακολουθώ. Επίσης, σε κάποια από τις διαφημιστικές καταχωρίσεις ανακάλυψα και το δισκάδικο «Tandy's», στο οποίο μπορούσα να παραγγείλω δίσκους αρκετούς μήνες πριν κυκλοφορήσουν στην Ελλάδα, ενώ συχνά επιχειρούσα την αδόκιμη μετάφραση ορισμένων άρθρων για συμμαθητές μου που δεν ήξεραν αγγλικά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά εκείνο το πρωτοσέλιδο για τον Alex Harvey, το οποίο στάθηκε αφορμή να μάθω τον Irving Berlin. Κάποιοι, βλέπετε, αρχίζουν ανάποδα.

Είμαι βέβαιος πως εκεί είχα πρωτοδεί το όνομα του Jon Savage, που ξανασυνάντησα μερικά χρόνια αργότερα στο περιοδικό Face.

Ασφαλώς και ενδιαφερόμουν για το πανκ και ο Savage (πραγματικό όνομα Jonathon Sage) ήταν από εκείνη την πάστα των γραφιάδων που δεν σνόμπαραν τα περιβόητα «τρία ακόρντα» που έπαιζαν οι εκπρόσωποί του, αλλά ενθουσιάζονταν από τη ζέση που τους διακατείχε όταν τα έπαιζαν. Εχοντας αντιληφθεί πολύ νωρίς τι κρυβόταν πίσω από την οργή και το φτύσιμο (κυριολεκτικά), εξύμνησε το ταλέντο και το πάθος των μουσικών σε μια χρονική στιγμή που ελάχιστοι διανοούμενοι είχαν αγκαλιάσει το νέο είδος, και το προώθησε όσο μπορούσε με το London's Outrage, ένα fanzine που ξεκίνησε να εκδίδει το 1976. Εναν χρόνο αργότερα πήγε στη Sounds, που εκείνη την εποχή συμπεριλαμβανόταν στις τρεις μεγάλες αγγλικές μουσικές εφημερίδες μαζί με τη New Musical Express και τη Melody Maker, στην οποία τελικά μεταπήδησε.

Η βαθιά γνώση του αντικειμένου του, η καλλιέργειά του και οι σπουδές του στο Κέμπριτζ τον κατέστησαν περιζήτητο και σε άλλα έντυπα, όπως λ.χ. στην αρχαιότερη κυριακάτικη εφημερίδα του κόσμου The Observer, αδερφάκι της καθημερινής The Guardian, όπου σχολίαζε με ενδελεχή τρόπο διάφορα φαινόμενα της ποπ κουλτούρας.

Οι δραστηριότητές του εξαπλώθηκαν και στον εικαστικό τομέα, όταν, το 1991, φιλοτέχνησε το εξώφυλλο του single Feminine Is Beautiful, του σχεδόν άγνωστου τότε συγκροτήματος από την Ουαλία Manic Street Preachers.

Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε από τον περίοπτο εκδοτικό οίκο Faber and Faber το βιβλίο του England's Dreaming, ένα χρονικό της βρετανικής πανκ σκηνής, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα η πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση αυτού του όχι αποκλειστικά μουσικού είδους, και που χρησίμευσε ως βάση στην τηλεοπτική σειρά του BBC2 με τίτλο Punk and the Pistols. Μια ενημερωμένη έκδοση είδε το φως της δημοσιότητας το 2001, εμπλουτισμένη με καινούρια στοιχεία και έναν πρόλογο στον οποίο αναφέρεται η επανασύνδεση του θρυλικού συγκροτήματος των Sex Pistols αλλά και το σχετικό με αυτούς ντοκιμαντέρ The Filth and the Fury, που σκηνοθέτησε ο Julien Temple.

Ενα κατατοπιστικό CD-ντοκουμέντο που έφερε τον τίτλο του βιβλίου (England's Dreaming), τον υπότιτλο Before, During and After Punk και κυκλοφόρησε από τη γερμανική εταιρεία Trikont πριν από πέντε χρόνια, περιελάμβανε 25 τραγούδια επιλεγμένα από τον ίδιο τον Savage και αναμείγνυε βρετανικά με αμερικανικά, αυστραλέζικα και γαλλικά ονόματα. Από τους αρχέγονους πανκ Iggy & The Stooges, τη μεταγενέστερη συμπατριώτισσά τους Patti Smith, τους Ramones και τους Devo, περνούσε με άνεση στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, στους Βρετανούς Buzzcocks, Siouxsie & The Banshees, Cabaret Voltaire, στους Γάλλους Metal Urbaine αλλά και πιο πέρα, στους επιδραστικούς Αυστραλούς Saints. Οπωσδήποτε δεν ήταν μια «τυπική» ή έστω «αντιπροσωπευτική» συλλογή του είδους, αλλά μια προσωπική επιλογή του συγγραφέα από το αστείρευτο χρυσωρυχείο του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970, που υπογράμμιζε γι' άλλη μια φορά πως το μήνυμα των νέων της εποχής εκφραζόταν συνοπτικά στο δόγμα: «Δεν υπάρχει χρόνος για θεωρία και στοχασμό. Παίξε δυνατά, γρήγορα, σκληρά».

Τα χρόνια που μεσολάβησαν ακολούθησαν πολλά άρθρα και συλλογές που επιμελήθηκε ο Jon Savage, καθώς και συμμετοχές του σε ντοκιμαντέρ, μέχρι να κάνει την εμφάνισή του το βιβλίο Teenage: The Creation of Youth Culture (Η δημιουργία της κουλτούρας της νεολαίας), στο οποίο καταπιάνεται με την ίδια λίγο-πολύ ηλικία, αλλά σε μια εποχή που κανείς σχεδόν δεν μιλούσε για εφήβους, ίσως γιατί δεν είχε ακόμη διαπιστωθεί η αγοραστική τους δύναμη.

Χρειάστηκαν περίπου 7 χρόνια έρευνας προκειμένου να συλλέξει το κατάλληλο υλικό που καταθέτει στο καινούριο του πόνημα και το οποίο προέρχεται από βιβλία, ταινίες, ραδιοφωνικά ρεπορτάζ, περιοδικά μόδας, δικαστικές αποφάσεις αλλά και αυτόπτες μάρτυρες. Ξεκινώντας από το 1875 και φτάνοντας μέχρι το 1945 καταγράφει την προϊστορία αυτών που θα ονομάζονταν «teenager», μια πιο ήπια και σαφώς πιο αισιόδοξη λέξη, που θα αντικαθιστούσε τη συναισθηματικά φορτισμένη με παρορμήσεις και σκαμπανεβάσματα «adolescent», παρόλο που στην πραγματικότητα πρόκειται για την ίδια ακριβώς έννοια.
Αν υπήρχε ο «ιδανικός έφηβος», σίγουρα ο πιο αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπός του δεν θα ήταν άλλος από τη Μαρία Κωνσταντίνοβα Μπασκιρτσέβα (1858-1884), που έγινε γνωστή ως Marie Bashkirtseff κυρίως χάρη στο ημερολόγιό της, το οποίο κρατούσε από την ηλικία των 13 χρόνων. Από μικρή ταξίδεψε πολύ με την πλούσια μητέρα της σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη και σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στη γαλλική Ακαδημία Julian, μία από τις λίγες σχολές της εποχής που δέχονταν γυναίκες. Ομορφη, πλούσια και καλλιεργημένη, έγραφε φεμινιστικά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά μέχρι τον πρόωρο θάνατό της από φυματίωση, σε ηλικία 25 ετών.

Στον αντίποδά της βρίσκεται ο Jesse Harding Pomeroy (1859-1932), ένας στυγνός, δεκατετράχρονος δολοφόνος κατ' εξακολούθηση, φτωχός και κακάσχημος. Μπορεί ο ίδιος να μην έγραψε κανένα βιβλίο, η πολυτάραχη ζωή του όμως καταγράφτηκε στα χρονικά, ενώ αναφέρεται και στο μυθιστόρημα The Alienist του Caleb Carr (1994). Πρόκειται, ασφαλώς, για περίεργη σύμπτωση το γεγονός ότι η παρουσίαση του βιβλίου του Savage από τον ίδιο στο Βερολίνο έγινε μία μέρα μετά την ανακοίνωση της δολοφονίας δεκαπέντε ατόμων από έναν Γερμανό 17χρονο σε κατάσταση αμόκ, που τελικά αυτοκτόνησε.

Μια ηχητική συνοδεία στο κείμενο προσφέρει το CD που κυκλοφόρησε πάλι από την Trikont και τιτλοφορείται Teenage - The Creation of Youth 1911-1946, με 26 τραγούδια επιλεγμένα και τοποθετημένα σε χρονολογική σειρά από τον συγγραφέα.

Ποιο τραγούδι άραγε είναι εκείνο που εκφράζει καλύτερα το συναίσθημα ενός εφήβου που νιώθει ότι είναι ενήλικος αλλά αντιμετωπίζεται ακόμη σαν παιδί; Ισως η απάντηση βρίσκεται στο κομμάτι In Between που ερμηνεύει η Judy Garland, σε στίχους και μουσική του Roger Edens, και προέρχεται από την ταινία Love Finds Andy Hardy, την πρώτη από τις τρεις συνολικά της σειράς «Αντι Χάρντι» στις οποίες συμμετείχε. Βρισκόμαστε στο 1939, τη χρονιά που γυρίστηκε και ο περίφημος Μάγος του Οζ (λέγεται μάλιστα ότι το In Between ηχογραφήθηκε την ίδια μέρα με το Over the Rainbow), και η πολυτάλαντη καλλιτέχνιδα ονειρεύεται τη μέρα που θα γίνει 16 χρόνων και θα πάψει να βρίσκεται στο «ενδιάμεσο». Ο τρόπος που τραγουδάει ορισμένους από τους στίχους προμηνύει το περίφημο χάσμα γενεών, ιδιαίτερα όταν τονίζει πως είναι «πολύ μεγάλη για παιχνίδια και πολύ μικρή για αγόρια».
Οταν η Judy Garland και ο συμπρωταγωνιστής της στο προηγούμενο φιλμ Mickey Rooney βρέθηκαν στη Νέα Υόρκη για την πρεμιέρα του Μάγου του Οζ, προκάλεσαν πραγματικό πανδαιμόνιο. Περίπου 15.000 θαυμαστές τους πλημμύρισαν το τετράγωνο γύρω από το Capitol Theatre, και οι έκθαμβοι ρεπόρτερ της εποχής επεσήμαιναν πως πάνω από 60% του πλήθους ήταν «ανήλικοι». Πρόκειται για την απαρχή ενός φαινομένου που θα επαναλαμβανόταν πέντε χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια των εμφανίσεων του Frank Sinatra στο θέατρο «Paramount» της Νέας Υόρκης με διπλάσιο αριθμό νεαρών θαυμαστών, επιβεβαιώνοντας στους ανθρώπους του μάρκετινγκ την ύπαρξη μιας καινούριας ηλικιακά πελατείας.

Το 1944, εξάλλου, εμφανίστηκε και το ιδιαίτερα πετυχημένο περιοδικό Seventeen που απευθυνόταν στα νεαρά κορίτσια μιλώντας τη γλώσσα τους και ταυτόχρονα, ομαδοποιώντας τους «τινέιτζερ», πρότεινε μια αμερικανική λύση στο πρόβλημα του πώς θα έπρεπε η κοινωνία να αντιμετωπίσει τη νεολαία της.

Η διάκριση του διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης δεν υπήρχε ανέκαθεν. Η νεολαία ανέπτυξε δική της άποψη και αισθητική μετά τον Ρομαντισμό, τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση, ενώ δεν άργησε να συνδεθεί με την παραβατικότητα, κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αι., μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο όρος «juvenile delinquent» (ανήλικος εγκληματίας) εμφανίστηκε ήδη το 1810 (στην ταινία του 1956 με τίτλο Rock, Rock, Rock, κι ενώ στο μεταξύ ο όρος είχε γίνει πασίγνωστος, θα ακουγόταν και το τραγούδι «Ι'm Not a Juvenile Delinquent» των Frankie Lymon & the Teenagers). Χρειάστηκε να περάσει ένας σχεδόν αιώνας για να δημοσιευτεί μια σοβαρή μελέτη με θέμα την εφηβεία (Ad olescence, 1904), από τον Αμερικανό G. Stanley Hall, που προετοίμασε το έδαφος για τις θεωρίες που θα επικρατούσαν στον 20ό αιώνα. Η άποψή του γι' αυτή τη μεταβατική περίοδο, που διαρκεί από τα 13 ώς τα 25 και που είναι γεμάτη από εντάσεις και μεταπτώσεις, αποτέλεσε τη βάση αυτού που ο κοινωνιολόγος Talcott Parsons θα ονόμαζε «youth culture» (κουλτούρα της νεολαίας), το 1942.

Στα 50 χρόνια που μεσολάβησαν από το ξεκίνημα της έρευνας του Hall μέχρι το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρχε μια διαρκής και κλιμακούμενη διαλεκτική ανάμεσα στις προσπάθειες των διαφόρων καθεστώτων να ελέγξουν και / ή να στρατολογήσουν τους νέους, από τη μια, και τις προσπάθειες των ίδιων των νέων να δημιουργήσουν τη δική τους κουλτούρα, που θα περιείχε τον βαθμό της αυτονομίας τους, από την άλλη.

Η διαδικασία αυτή βάδισε χέρι χέρι με τη ραγδαία αύξηση των ΜΜΕ -αρχικά των περιοδικών και εφημερίδων και σταδιακά του ραδιοφώνου και των πρώτων πικάπ- και με την τροπή του δυτικού πολιτισμού προς έναν δημοκρατικό υλισμό που αναπτυσσόταν στις ΗΠΑ. Αλλού τους έστελναν να πεθάνουν ομαδικά, όπως συνέβη στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ή τους ενέτασσαν σε παραστρατιωτικές οργανώσεις, όπως ήταν η Χιτλερική Νεολαία.

Οι μουσικές επιλογές έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην έκφραση της αντίδρασης της νεολαίας προς τον κατεστημένο καθωσπρεπισμό. Η σύνθεση Alexander's Ragtime Band (1911) του Irving Berlin θεωρήθηκε πως εξέθετε επικίνδυνα τους λευκούς νέους στην κουλτούρα των μαύρων. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ μουσικής, φυλής («race music» αποκαλούσαν τη μουσική των μαύρων πολύ πριν φτάσουμε στον σημερινό, φυλετικά ουδέτερο και άρα πολιτικά ορθό, όρο «urban music») και σεξουαλικότητας επιβεβαιώθηκε με τους λεγόμενους «animal dances» που ακολούθησαν, χορούς που είχαν ονόματα ζώων: Turkey Trot, Bunny Hug, Grizzly Bear, Monkey Glide, Kangaroo Dip. Αργότερα, το 1943, μια εμφάνιση του Harry James με την ορχήστρα του στη Νέα Υόρκη θα παρομοιαστεί με διονυσιακό όργιο αφού οι θεατές -αν και καρφωμένοι στις θέσεις τους- «έκαναν σπασμωδικές κινήσεις κατά προτροπή του μαέστρου, ενώ φεύγοντας προκάλεσαν σάλο χορεύοντας πάνω στους στρωμένους με χαλιά διαδρόμους και αφήνοντας ίχνη κραγιόν στο τζάμι που προστάτευε τη φωτογραφία του καλλιτέχνη».

Προς αγανάκτηση των φυλάκων της ηθικής, η «hot jazz» μουσική των «νέγρων» γινόταν ολοένα και πιο δημοφιλής στους κύκλους των λευκών φοιτητών, ενώ από τα κολέγια ξεπήδησαν και πολλοί λευκοί μουσικοί, εκπρόσωποι του είδους, όπως ο κορνετίστας Bix Beiderbecke και ο τρομπονίστας και μαέστρος Ted Weems. Η δημοτικότητα της μουσικής τζαζ συνετέλεσε πολύ στην «Αναγέννηση του Χάρλεμ» και στη δεκαετία του '20 τέθηκαν οι βάσεις για τη χειραφέτηση των Αφροαμερικανών και των γυναικών, που επεκτάθηκαν γρήγορα και σε άλλες μειονότητες, όπως οι ομοφυλόφιλοι και οι νέοι. Οι τελευταίοι συνειδητοποίησαν πως δεν αποτελούσαν απλώς μέρος της αγοράς, αλλά μια ξεχωριστή τάξη που μπορούσε να απαιτήσει περισσότερα από την κοινωνία.

Οι ηλικίες των δεκαέξι και των δεκαεπτά χαρακτηρίζονται κλειδιά στην εικονογραφία της νεολαίας και της κουλτούρας της, καθώς αποτελούν ορόσημο για την εκδήλωση της σεξουαλικής ωριμότητας και την τάση για ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς και κάθε μορφή εξουσίας. Ενα από τα πρώτα δείγματα αναφοράς στα 16 είναι το Sweet Sixteen του Walter Davis, ενώ στην πορεία του 20ού αιώνα θα ακολουθούσαν τα γνωστότερα Sweet Little Sixteen του Chuck Berry και Only Sixteen του Sam Cooke. Η ηλικία των 17 γίνεται αντικείμενο εξερεύνησης, μεταξύ άλλων, στα μυθιστορήματα των Booth Tarkington (Seventeen, 1916) και Graham Greene (Brighton Rock, 1938).

Το ναρκωτικό της μόδας στις αρχές της δεκαετίας του '30 ήταν η μαριχουάνα και φυσικά δεν ήταν λίγα τα τραγούδια που την εξύμνησαν χρησιμοποιώντας γι' αυτήν λέξεις όπως muggles, gage, tea, Mary Warner, Mary Jane, reefer. Αμέσως μετά τη σύλληψη του Louis Armstrong για κατοχή μαριχουάνας, το 1931 ηχογραφήθηκε το Reefer Man από τους Baron Lee & The Blue Rhythm Band κι έναν χρόνο αργότερα από τον Cab Calloway και την ορχήστρα του.

Το 1943 κι ενώ ο πόλεμος δεν λέει να τελειώσει, η σύνθεση G.Ι. Jive του Johnny Mercer, αναφερόμενη σε στρατιωτική ορολογία και βασισμένη πολύ στις ομοιοκαταληξίες της αργκό διαλέκτου της εποχής, γίνεται επιτυχία από τον Louis Jordan, τον πρώτο μαύρο σόλο καλλιτέχνη που ανέβαινε στο νούμερο ένα του καταλόγου επιτυχιών (είχε προηγηθεί το φωνητικό συγκρότημα των Mills Brothers). Παρόλο που στο ραδιόφωνο επικρατούσε ακόμη ο φυλετικός διαχωρισμός, οι αλλαγές συνέβαιναν, η χειραφέτηση και τα δικαιώματα όλων των ελεύθερων ανθρώπων -δημοκρατική ρητορική που ακουγόταν συχνά από τότε που οι ΗΠΑ εισήλθαν στον πόλεμο- δεν ήταν τόσο μακριά.

Το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η αποκαλυπτική αίσθηση που προκάλεσε η ατομική βόμβα σηματοδότησαν την απαρχή μιας καινούριας παγκόσμιας αντίληψης και ψυχολογίας. Αντιμέτωποι με την προοπτική της απόλυτης καταστροφής πολλοί άνθρωποι εστίασαν αποκλειστικά και μόνο στο παρόν. Η καινούρια εποχή είχε ανατείλει και το μήνυμά της ήταν «Ζούμε τώρα, διασκεδάζοντας, καταναλώνοντας». Ο παλιός κόσμος ήταν νεκρός και ο καινούριος ήταν teenager.

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=168885

Saturday, May 08, 2010

Scham und Wut

http://www.tagesspiegel.de/berlin/scham-und-wut/1815100.html;jsessionid=BB9FC40BB2A0CF143DE7D9FB0F6B76D8
Scham und Wut

Die Krawalle stimmen viele traurig. Berliner Griechen verfolgen mit Sorge die Krawalle in ihrer Heimat und wünschen sich Reformen.
Leicht geschockt blicken etwa 30 Griechen auf einen Großbildfernseher im Café „Griechen in Berlin“. Gerade flimmern die ersten Livebilder der Ausschreitungen in Athen über den Bildschirm. Das Café in der Kurfürstenstraße ist ein beliebter Treffpunkt für Griechen. Die Krawalle, die bisher drei Todesopfer forderten, stimmen viele hier traurig. Die meisten sind sich jedoch einig: „Es wird noch viel schlimmer.“

Wut auf die politisch Verantwortlichen in Griechenland, auf die Korruption und Desorganisation in den vergangenen Jahrzehnten haben die meisten Griechen in Berlin, mit denen man spricht. Die aktuellen Streiks und Demonstrationen jedoch sind unter ihnen höchst umstritten.

Kiriakos Fotiadis macht im Café an der Kurfürstenstraße gerade Pause. Er lebt seit 40 Jahren in Berlin. Dennoch hat er Verständnis für den Unmut seiner Landsleute. „Durch die Sparmaßnahmen kämpfen sie jetzt ums nackte Überleben.“ Es sei dem Volk nicht zu vermitteln, dass es sparen soll, während sich Politiker aus der Staatskasse bedient hätten. Die Proteste in Athen seien erst der Anfang.

Einer, der von den Sparmaßnahmen in Hellas direkt betroffen ist, sitzt am Nebentisch. Seinen Namen will er nicht nennen, weil er vom griechischen Staat bezahlt wird – bisher. Im Mai und Juni werde er für seinen Job als Lehrer für griechischstämmige Schüler an einer Tempelhofer Schule kein Gehalt bekommen. Die Proteste müssten sein, um die Politiker für ihre Misswirtschaft zu bestrafen. Ein Zwischenrufer ist sogar für Lynchjustiz. Trotzdem macht er sich Sorgen. „Meine Mutter ist allein in Griechenland.“

Sprachlehrer Vassilis Kontopoulos vom „Verein der Freunde der griechischen Kultur“ ärgerte sich hingegen gestern über die Demonstrationen. „Die Protestler machen es sich zu einfach, wenn sie alle Schuld auf ihre Regierung und die EU abschieben,“ meint der 47-Jährige, der seit 20 Jahren in Berlin wohnt. Stattdessen sollten seine Landsleute, die auf die Straße gehen, besser die Verantwortung für die Misere auch bei sich selbst suchen – und „Vorschläge machen, wie alles besser werden kann“.

Für jeden, der in den vergangenen Jahren genau hinschaute, sei doch klar gewesen, „dass die Griechen über ihre Verhältnisse gelebt haben und dies irgendwann schiefgehen muss“, sagt Constantin Cassambalis in seiner Taverne in der Nähe des Charlottenburger Savignyplatzes. Das „ständige Wegblicken“ habe nun ein Ende. Von vielen Gästen wird der 40-jährige Wirt gefragt, welche Therapie er seinem Heimatland verschreiben würde. In erster Linie, sagt er, „durchgreifende Reformen“. Alles müsse transparent sein und konsequent kontrolliert werden.

„Ich schäme mich für mein Land“, sagt Kunsthistorikerin Maria Danai aus Zehlendorf. Die Werte des antiken Hellas seien der Bestechlichkeit gewichen. Das habe man in den Ländern drumherum nicht wahrgenommen. „Aber nun, seit der Krise, hat die Verklärung Griechenlands einen Riss bekommen.“

Tuesday, April 27, 2010

Η κουλτούρα του φθόνου που βαφτίστηκε «εξέγερση»

Δεκαπέντε έως είκοσι χρονών λένε πως ήταν τον Δεκέμβριο του 2008 αυτά τα ξεσηκωμένα παλικάρια κι οι μορφονιές… Σε απλά μαθηματικά σημαίνει πως γεννήθηκαν στη δεκαετία του ’80, αρχές ’90. Να ’ναι τάχα τυχαίο το γεγονός;
Ανάσαναν την υπέροχη αύρα του αττικού - και της λοιπής επικράτειας - ουρανού, σε πολυτελή αυθαίρετα, δίχως πεζοδρόμια ή παιδότοπους. Έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην κοινωνία της νεόπλουτης ευμάρειας με την καθημερινή θαλπωρή του βίντεο και του PlayStation σε ρόλο μπεϊμπισίτερ, την ώρα που πλείστοι άξεστοι γονείς, απαλλαγμένοι από το άγχος του αυτόφορου της μοιχείας, «διασκέδαζαν» στα μπουζουκομάγαζα, αφού είχαν παρκάρει παρανόμως το εξίσου παρανόμως αποκτηθέν (με χρήματα που προορίζονταν για επενδύσεις) τζιπάκι τους…
Ήταν η εποχή που το χαρτζιλίκι τέθηκε επισήμως στην υπηρεσία εξαγοράς συναισθηματικών ελλείψεων.
Τα Lifestyle περιοδικά υποδείκνυαν πώς θα έπρεπε να ζούνε οι απαίδευτοι Νεοέλληνες, αδιαφορώντας για τον καθημερινό βιασμό των στοιχειωδών κανονισμών του Κ.Ο.Κ., προτείνοντας πολυτελή οχήματα και σκάφη σε μυαλά που παρέμεναν σκονισμένα από το πέρασμα του αραμπά. Η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση - που παρεξηγημένα είχε ονομαστεί «ελεύθερη» - προωθούσε και καθόριζε ως πρότυπο την πιο παρδαλή σουρλουλού και τον κάθε αλλοπαρμένο, ενώ παράλληλα τα εθνικά θέματα διογκώνονταν και χρησίμευαν ως βούτυρο στο ψωμί του ευδαιμονικά αποκοιμισμένου πόπολου, για να του προσδώσουν την ξεμαλλιασμένη, πλην όμως απαραίτητη ως αξεσουάρ, κατάξανθης απόχρωσης φενάκη πολιτικοποίησης.
Με την παρανομία τους να ανεμίζει ως «παντιέρα ρόσα», τα ξεπουλημένα (και προπαντός παράνομα) ΜΜΕ καλλιέργησαν σταδιακά το πιο κενόδοξο μοντέλο πολίτη σύγχρονου κράτους, καλλιεργώντας τον φθόνο του, ενώ προώθησαν και σχεδόν θεσμοθέτησαν το δικαίωμά του στην απάτη. Ο εθνικισμός, εμπλουτισμένος με κάθε λογής ψέματα και παραμορφώσεις αποτέλεσε το απαραίτητο υπόβαθρο για την υπεροψία που είχε αρχίσει να καλλιεργείται… σοσιαλιστικά και βρήκε γόνιμο έδαφος για να εξελιχθεί αθόρυβα σε ιδιότυπο εθνικοσοσιαλισμό.
Τα τηλεπαράθυρα γέμισαν από φαιδρά κινούμενες, αλληλοεξυπηρετούμενες κουφιοκεφαλές. Ανόητος αντιαμερικανισμός στα λόγια και παράλληλα αμερικανικότερος των (χειρότερων) αμερικάνικων τρόπος ζωής. Αντιευρωπαϊσμός με χρήματα που προέρχονταν από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Μιας Ευρώπης, στην οποία φυσικά η Ελλάς δεν ένοιωσε ποτέ πως ανήκει (ακόμη ακούς το κομπλεξικό «θα πάμε στην Ευρώπη»), που φθονήθηκε και υποβαθμίστηκε σε «χαζή νταντά» που τα πανέξυπνα ελληνόπουλα κορόιδευαν προκειμένου να τρώνε πιο πολλά γλυκά δίχως να γίνονται αντιληπτά.
Και ενώ τα πολιτιστικά και πολιτικά πρότυπα προσανατολίζονταν προς τα κέντρα διασκέδασης της Μέσης Ανατολής και τον κάθε λογής οπισθοδρομικό Αγιατολάχ, ο Έλλην αυτοχρισμένος «προοδευτικός» δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα. Η άγνοια και η έλλειψη μέτρου (σύγκρισης) τον έκαναν εύκολα να πιστέψει πως είναι κάτι ξεχωριστό. Πράγματι, αφού αυτό το βαλκανικό υβρίδιο καθιερώθηκε, ο καθένας, με το που αποτύγχανε το πολυαναμενόμενο ρουσφέτι του, ένιωθε κάτι μεταξύ Ρομπέν των Δασών και Νεντ Κέλλυ. Ακόμη και ο αθλητισμός προωθήθηκε με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποίησαν οι χώρες του «παραπετάσματος» προκειμένου να χτίσουν την «ανωτερότητά» τους - εκείνες του πολιτεύματός τους, η Ελλάς του… DNA της!
Οι θεσμοί απαξιώθηκαν σταδιακά. Υψηλά ιστάμενοι πολιτικάντηδες υποστήριξαν δικτατορίες παντός τύπου και αποχρώσεως, είτε γιατί και οι ίδιοι έκρυβαν μέσα τους έναν δικτάτορα, είτε γιατί αυτό απαιτούσαν τα ένστικτα των ψηφοφόρων τους. Ήταν άραγε τόσο πειναλέοι οι διάφοροι αρμόδιοι ώστε να θέλουν εσαεί το φακελάκι ή έπεσαν θύματα μιας αρρωστημένης νοοτροπίας, την οποία υποτίμησαν ή απέκρυψαν εσκεμμένα, για χάρη της δημοτικότητάς τους; Το πόσο γραφικά ανερμάτιστοι υπήρξαν οι εθνοπατέρες από την πτώση της χούντας και ένθεν ή το πόσο έξυπνα αφιόνισαν τον ήδη ναρκωμένο λαό τους, είναι ερμηνεία που επαφίεται στους ειδήμονες και γνώστες της τακτικής τους. Ο λαϊκισμός, ωστόσο, επεκράτησε ως μοναδική τακτική, αφού μέχρι σήμερα κανένας πολιτικός δεν διαπίστωσε πως σ’ αυτόν τον τόπο έγινε απλά μεταπολίτευση. Ποτέ εκδημοκρατισμός.
Την ίδια εποχή η βία νομιμοποιήθηκε πανταχόθεν. Οι συνταγματικοί νόμοι αχρηστεύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από έναν: τον νόμο της ζούγκλας. Οι δρόμοι έπαψαν να θυμίζουν οργανωμένη κοινωνία, η συμπεριφορά των κατοίκων απείχε πολύ από το να θεωρείται κόσμια.
Κανείς δεν κατάλαβε πως τα σχολεία είναι προς κατεδάφιση, πως ένα υπουργείο με το όνομα «Παιδείας» και «Θρησκευμάτων» (και τα δύο εντός εισαγωγικών γιατί ούτε παιδεία προσφέρει, ούτε ασχολείται με «άλλα» θρησκεύματα) αποτελούσε (και εξακολουθεί) οικτρή παραφωνία στο κατώφλι του 21ου αι. εντός της Ε.Ε. Ούτε βέβαια κανείς αντιλήφθηκε τον εκβιαστικό εκχριστιανισμό των οικονομικών μεταναστών, που για να βρουν δουλειά έπρεπε να ακούνε σε ελληνικά ονόματα, κατά προτίμηση ορθόδοξα. Μια διακριτική γενοκτονία διά του βαπτίσματος.
Για άλλη μια φορά οι διανοούμενοι σιώπησαν και, όσοι δεν χάιδεψαν αρκετά το πόπολο, περιθωριοποιήθηκαν ως γραφικοί, ενίοτε και αντιδραστικοί, με τη μόνιμη, παραδοσιακή ρετσινιά του «ανθελληνισμού», τη στιγμή που το εγκληματικό ραδιοτηλεοπτικό τοπίο σκόπιμα παραμένει στη ζόφο και την αχλύ της ημι-νομιμότητας/ημι-παρανομίας του αέναου ελληνικού ημί-μετρου.
Κανένας ποτέ δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του το απροκάλυπτα ανερχόμενο ποσοστό του φθόνου.
Η αλήθεια είναι πως η κοινωνική παρακμή εισήλθε με χαρακτηριστική ευκολία και άνεση στις οικογενειακές εστίες, νομιμοποιώντας την προσφώνηση «ρε, μα…άκα» από το πατέρα στον γιο και τανάπαλιν. Μα, ασφαλώς, δεν ήταν μόνο οι γονείς – παραδείγματα προς αποφυγήν. Ο πολιτισμός ξέφτισε, ό,τι σημαντικό υπήρχε χλευάστηκε και παραγκωνίστηκε. Στη θέση του υψώθηκαν κατασκευασμένα λάβαρα που συνέβαλαν στη σκηνοθεσία ανόητων, ανιστόρητων και διχαστικών λόγων από τους άμβωνες, οπισθοδρομικών φωνών που επέμεναν λυσσασμένα στην αναγραφή του θρησκεύματος και νοσταλγούσαν την… Κόκκινη Μηλιά. Το σαλόνι της ατιμώρητης παραβατικότητας μεγάλωνε ευθέως ανάλογα με τον φθόνο των απέξω, που ήθελαν πάση θυσία να παρανομήσουν. Κανείς δεν ζητούσε τιμωρία. Δικαίωμα στην παρανομία ζητούσε.
Τα αποτελέσματα αυτής της νοοτροπίας που παγιώθηκε, φάνηκαν τον Δεκέμβριο του 2008. Ωστόσο, δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου. Σήμερα το μεγαλύτερο έλλειμμα δεν είναι παρά το δημοκρατικό. Το ερώτημα έξω από την ευρωζώνη ή μέσα, δεν είναι τόσο οικονομικό όσο νοοτροπίας, αφού αυτή είναι υπεύθυνη για την οικονομική καταστροφή. Αν η ελληνική κοινωνία δεν εκδημοκρατιστεί (άλλο η μεταπολίτευση κι άλλο η δημοκρατία, επιμένω) έπονται χιονοστιβάδες. Και όσο υπάρχουν κοινοβουλευτικά κόμματα που καλούν απροκάλυπτα τον λαό στην παρανομία, ασφαλώς όλα τα «μέτρα» θα παραμένουν στάχτη στα μάτια. Ώσπου να γίνουν όλα στάχτη και μπούρμπερη. Ή, καλύτερα, στάχτη και Burberry.

Thursday, April 15, 2010

Blixa Bargeld - “serialbathroomdummyrun”


ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ BLIXA BARGELD
“serialbathroomdummyrun”,

γκαλερί Kubinski
Leibnizstrasse 59
10629 Berlin
μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου

Δεν είναι μόνο το χρώμα των ρούχων που έχει διαλέξει να φοράει. O κιθαρίστας των Bad Seeds και η ψυχή των Einstürzende Neubauten, Blixa Bargeld (κατά κόσμον Christian Emmerich), έχει υιοθετήσει ως ψευδώνυμο τη γερμανική μετάφραση του επιθέτου του «ανθρώπου με τα μαύρα». Ναι, για όσους δεν το ξέρουν, «Bargeld» στα γερμανικά σημαίνει Cash. «Μετρητά» αν προτιμάτε! Ανταποκρίνεται πράγματι η ζωή του στη χλιδή, ένα από τα πολλά κλισέ που συνάπτει ο κόσμος στους ροκ σταρ;

Ο Blixa περνάει περίπου διακόσιες μέρες το χρόνο σε δωμάτια ξενοδοχείων, που υπόσχονται «σπιτική άνεση» και «προσωπική εξυπηρέτηση», μα που καταλήγουν να μοιάζουν με τα προηγούμενα και να χάνονται έτσι μέσα στην ανωνυμία. «Ίσως αυτό να είναι το μυστικό ενός καλού ξενοδοχείου», λεει ο Blixa, «να είναι απρόσωπο». Και έτσι όπως οι αλυσίδες των ξενοδοχείων αυξάνονται και πληθύνονται και τείνουν να κατακυριεύσουν τη γη, με αποτέλεσμα ο επισκέπτης να μην αισθάνεται πουθενά «σαν στο σπίτι του», γίνεται κατανοητό γιατί κάποιοι «εκκεντρικοί» ταξιδιώτες αποφάσισαν να διακοσμήσουν τα σπίτια τους σαν ξενοδοχεία (ο Lemmy των Motorhead έχει κάνει το διαμέρισμά του αντίγραφο των Holiday Inn) ή γιατί ο ιδιόρρυθμος Howard Hughes είχε διακοσμήσει πανομοιότυπα όλα (και είχε κάμποσα) τα σπίτια του.

Τα τελευταία δέκα χρόνια ο Blixa φωτογραφίζει τα λουτρά των δωματίων που μένει, με φωτογραφικές μηχανές μιας χρήσεως. Το αποτέλεσμα κορνιζάρεται σε σειρές από μία (σπάνια) μέχρι και οκτώ (εξίσου σπάνια, συνήθως είναι τέσσερις με έξι) φωτογραφίες που τοποθετούνται στον τοίχο κάποιας γκαλερί, όπως αυτή του (επίσης μουσικού) Achim Kubinski στην συγκεκριμένη περίπτωση. Όταν μεσολαβούν πάνω από πέντε μέρες «απουσίας» από κάποιο ξενοδοχείο, η θέση του κάδρου στον τοίχο παραμένει κενή. Δημιουργείται έτσι ένα είδος «ρυθμού», μιας «οπτικής φούγκας». Ανάμεσα στο πρώτο λουτρό, που ανήκει σε κάποιο ξενοδοχείο του Μονάχου (13 Νοεμβρίου 1992) μέχρι και το τελευταίο στο Σαν Φρανσίσκο (17 Σεπτεμβρίου 1998), μεσολαβούν επισκέψεις σε όλες τις ηπείρους, και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει και η Ελλάδα, που εκπροσωπείται με το Φιλίππειο της Θεσσαλονίκης (14 Οκτωβρίου 1997) και το Hotel Chandris των Αθηνών (15 Ιουλίου 1998).

Πέρα από την απομυθοποίηση της ζωής ενός ροκ μουσικού, η κατάδειξη της μονοτονίας επιτυγχάνεται με την «απαθανάτιση» του κυρίαρχου, αντισηπτικά λευκού χρώματος της πορσελάνης στις μπανιέρες, τους νιπτήρες και ξέρετε πού αλλού! Σε μερικές από τις φωτογραφίες ο Blixa εμφανίζεται «α λα Χίτσκοκ», άλλοτε κρυμμένος πίσω από το φλας, άλλοτε από τη μέση και κάτω (με ρούχα ή χωρίς), άλλοτε μόνο ως υποψία (με κάποιο μέλος του σώματός του). Από τις ελάχιστες πληροφορίες που μαθαίνουμε για τον ίδιο, είναι το γεγονός ότι ταξιδεύει με το ίδιο μαύρο νεσεσέρ εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον, ότι ξυρίζεται με αφρό, ότι για κάποια χρονική περίοδο φορούσε την κολόνια (ή after shave, δεν κατάφερα να διακρίνω) Fahrenheit.

Το concept της έκθεσης έχει τις ρίζες του σε κάποιους καλλιτέχνες της «ποπ αρτ» της δεκαετίας του ’60, όπως ο Michael Snow («Πέντε Τελάρα Με Κορίτσι», 1964) ή ο Σουνάο Ουράτα («Ακρυλικά Φιλιά», 1965) ή κάποιους που έβγαζαν μια φωτογραφία κάθε μέρα και την αριθμούσαν, δίνοντας μεγαλύτερη αξία στην επανάληψη της πράξης, παρά στο αποτέλεσμα. Αυτό που ο Bargeld αποκαλεί «κανόνες του παιχνιδιού», ο ιδιαίτερα φιλικός (και ελληνομαθής) ιδιοκτήτης της γκαλερί Achim Kubinski το ονομάζει «βάση conceptual εργασίας», και προσθέτει πως ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη σχέση μουσικής και εικαστικών. Καθώς μου διηγείται πως έχει δουλέψει στη Νέα Υόρκη σε μια εταιρεία που κυκλοφορούσε συνεργασίες ζωγράφων με μουσικούς όπως ο David Byrne και ο Arto Lindsay, βγάζει και μου δίνει ένα CD όπου ο ίδιος παίζει τη μουσική που έχει συνθέσει, ενώ ο πρόσφατα (και πρόωρα) χαμένος ζωγράφος Martin Kippenberger απαγγέλλει ένα ποίημα του Joseph Beys (“Ja, Ja, Ja, Nee, Nee, Nee“), σε ντανταϊστικό ύφος. Φεύγοντας, μου ανακοινώνει περήφανα πως το επόμενο project του θα βασίζεται στο έργο του Eric Satie και θα πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με τον Blixa.



Σεπτέμβριος 1999