Friday, April 14, 2006

Υπερσιβηρικός

Την προηγούμενη φορά που ήμουν στη Ρωσία, η Αγ. Πετρούπολη λεγόταν ακόμη Λένινγκραντ και γινόταν έλεγχος στα έντυπα που εισήγαγες στη χώρα. Από τότε έχουν περάσει μόλις 15 χρόνια, όμως οι αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει σε κάνουν να πιστεύεις πως έχουν περάσει μερικά έτη φωτός!

Η πρώτη διαφορετική εντύπωση περιμένοντας μια ώρα στην ουρά (ε, ορισμένα πράγματα παραμένουν ίδια) για τον έλεγχο διαβατηρίων είναι η τηλεόραση που παίζει βίντεο κλιπ αγγλοαμερικανικής ποπ των ’80s. Η αμέσως επόμενη, στη διαδρομή από το αεροδρόμιο Sheremetjevo προς την πρωτεύουσα των 10.000.000 κατοίκων, είναι οι διαφημίσεις. Όπου γυρίσεις να κοιτάξεις υπάρχει κάποιο πλακάτ που εξυμνεί τις αρετές ενός ιδιαίτερα χρήσιμου ή σχεδόν άχρηστου προϊόντος. Στα αριστερά βρίσκεται η Ακαδημία (κάποτε ανάκτορο για τους τσάρους λίγο πριν την είσοδό τους στη Μόσχα καθώς έρχονταν από την Αγ. Πετρούπολη) όπου σπούδασε ο Γιούρι Γκαγκάριν και λίγο πιο κάτω το γήπεδο της Δυναμό, ενώ διάσπαρτα είναι τα μνημεία του Μαγιακόφσκι, του Γκογκόλ και, φυσικά, του Μαξίμ Γκόρκι. Ήδη στις αρχές του 17ου αι. η πόλη αριθμούσε πάνω από 200.000 κατοίκους και παρέμεινε το οικονομικό κέντρο για άλλα διακόσια χρόνια μετά το 1703 που ο Μέγας Πέτρος μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αγ. Πετρούπολη...

Το ταξίδι είναι διοργανωμένο από τη μεγαλύτερη λέσχη της Γερμανίας, ADAC, που αριθμεί πάνω από 2.000.000 μέλη – οδηγούς αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών. Τα εκατόν εβδομήντα άτομα που συμμετέχουν είναι μοιρασμένα σε μικρά γκρουπ κάτω των είκοσι ατόμων. Έχουν περάσει μόλις λίγες ώρες από την τρομοκρατική επίθεση στο σχολείο του Μπεσλάν στον Β. Καύκασο και κανείς δεν γνωρίζει ακόμη τον ακριβή αριθμό των θυμάτων. Το θέμα απασχολεί τους περισσότερους συνταξιδιώτες που αρχίζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους λίγο μετά την άφιξη, όταν συγκεντρώνονται σε ένα εστιατόριο που στεγάζεται στον έκτο όροφο κάποιου κτηρίου στο κέντρο της πόλης για το παραδοσιακό, κατακόκκινο από τα παντζάρια Borscht. Ακολουθεί περίπατος στον πεζόδρομο Αρμπάτ, που δεν διαφέρει σε τίποτε από έναν ανάλογο σε «δυτική» πόλη καθώς εκπροσωπείται όλη η κακογουστιά: από τα σουβενίρ των πλανόδιων μέχρι τις πιτσαρίες και τα McDonalds! Η σύντομη ξενάγηση ολοκληρώνεται με μια βόλτα με το μετρό για να θαυμάσουμε τρεις από τους εξαιρετικούς σταθμούς του πριν καταλήξουμε κατάκοποι στο ξενοδοχείο Renaissance.

Κρεμλίνο σημαίνει κάστρο και υπάρχει ένα σχεδόν σε κάθε πόλη. Όταν όμως οι περισσότεροι κάτοικοι του πλανήτη ακούνε Κρεμλίνο, στον νου τους έρχονται εικόνες από παρελάσεις στην Κόκκινη Πλατεία και το - ξεχασμένο από τον κόσμο πλέον - μαυσωλείο του Λένιν, τη σορό του οποίου η κυβέρνηση σκέφτεται να μεταφέρει στη γενέτειρά του Αγ. Πετρούπολη, όπου είναι θαμμένη και η μητέρα του. Τα στατιστικά στοιχεία λένε ότι το 1991 επισκέφτηκαν το μαυσωλείο τρία εκατομμύρια άνθρωποι, το 2000 μόλις 80.000 και σήμερα δεν υπάρχει ψυχή! Στα ρωσικά χρησιμοποιείται η ίδια λέξη - krasnaja - για τα επίθετα «κόκκινη» και «όμορφη» και οι αυτόχθονες ξέρουν ότι η εκδοχή «Κόκκινη Πλατεία» δεν είναι παρά μια αποτυχημένη μετάφραση της «Όμορφης Πλατείας». Πόσες κακές μεταφράσεις μπορεί άραγε να έχουν επηρεάσει αρνητικά τις διάφορες πολιτικές εξελίξεις; Με πιάνει σύγκρυο στη σκέψη! Προτιμώ να θυμάμαι τη «Ναταλί» του Gilbert Becaud αν και τη δική μας ξεναγό τη λένε Julia.

Ο γνωστός καθεδρικός ναός του Αγ. Βασιλείου με τους εννιά διαφορετικών μεγεθών και χρωμάτων τρούλους, χτίστηκε το 1561 με αφορμή τη νίκη των Ρώσων εναντίον των Τατάρων. Λέγεται πως ο Ιβάν ο Τρομερός τύφλωσε τον αρχιτέκτονα για να παραμείνει το έργο του μοναδικό! Στην πλατεία βρίσκεται και το περίφημο, ήδη από την εποχή των σοβιετικών, πολυκατάστημα GUM, που στεγάζεται σε ένα κτήριο του 1805. Στο τμήμα των CD διαπιστώνω μεγάλη ποικιλία σε τιμές 3 – 5 €. Η ξεναγός επιβεβαιώνει την καχυποψία μου απέναντι στα ελάχιστα διαφοροποιημένα χρώματα των εξωφύλλων: «Είναι πειρατικά!». Περιέργως, τα ασπρόμαυρα εξώφυλλα των Travis και Coldplay, που λογικά θα ήταν εύκολα στη αντιγραφή, έχουν αντικατασταθεί από εντελώς διαφορετικά, έγχρωμα!

Εκτός από την έδρα του Ρώσου προέδρου, το τρίγωνο του Κρεμλίνου περικλείει τρεις ναούς - των Εισοδίων της Θεοτόκου με τους χρυσούς (αναμειγμένους με υδράργυρο) τρούλους και τους σταυρούς που έχουν στη βάση τους την ημισέληνο ως ένδειξη της νίκης του χριστιανισμού κατά του Ισλάμ, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με τοιχογραφίες του Θεοφάνη και του Αντρέι Ρουμπλιέφ, και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ όπου θάβονταν οι μεγάλοι ηγεμόνες μέχρι τον Πέτρο - και το αρχαιότερο λαϊκό (μη θρησκευτικό) κτίσμα της Μόσχας. Η εκκλησία έχει αναλάβει τον καθοδηγητικό ρόλο που είχε το κόμμα επί σοβιετικών.

Πέρα από τους ναούς με τους τρούλους σε σχήμα κρεμμυδιού, το τοπίο της πόλης, που δεν εντυπωσιάζει εκ πρώτης όψεως, συμπληρώνεται από μερικούς «σταλινογοτθικούς» ουρανοξύστες ή για άλλους «ζαχαριέρες»! Ο δήμαρχος έχει βάλει σκοπό να γκρεμίσει όλα τα ξενοδοχεία της πόλης, ακόμη και τα πλέον ιστορικά, για να τα αντικαταστήσει με καινούρια, υπερσύγχρονα. Οι ξεναγοί μοιάζουν απαρηγόρητοι. Το Γκόρκι Παρκ μου θυμίζει την ομώνυμη ταινία και μαζί με τον Μόσκοβα το τραγούδι των Scorpions «Wind Of Change».

Η «Νεορώσοι» είναι η νέα τάξη νεόπλουτων που έχει σχηματιστεί χωρίς κανείς να γνωρίζει πώς ακριβώς τα κατάφερε, παρά μόνο ότι πλούτισε από μπίζνες σχετικές με το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο. Από τους 66 δισεκατομμυριούχους που έχει η χώρα στο μεταξύ, οι 36 ζούνε στην πρωτεύουσα και κυκλοφορούν με λιμουζίνες που δεν συναντάς πουθενά αλλού στην Ευρώπη. Το χρήμα δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο γι’ αυτούς – όχι με την κομμουνιστική έννοια της ιδεατής κοινωνίας δίχως χρήματα, αλλά των απεριόριστων απαιτήσεών τους.

Είναι 10 το βράδυ όταν έρχεται η ώρα να επιβιβαστούμε στο ειδικά ναυλωμένο τρένο που περιμένει πανέτοιμο στον διακοσμημένο με art nouveau στοιχεία σταθμό Καζάν. Επιχειρώ να διαβάσω μερικές λέξεις από τον κατάλογο του μπαρ και παραγγέλνω μια μπίρα БАЛТИКА (Μπάλτικα) 3.

Ο υπερσιβηρικός σιδηρόδρομος, που η μυθική διαδρομή του απασχόλησε τις εικαστικές τέχνες, τη λογοτεχνία και τα κόμικς, μόλις συμπλήρωσε εκατό χρόνια από την ολοκλήρωσή του. Το τρένο Zarengold (Ο Χρυσός των Τσάρων) έχει κατασκευαστεί επί Χρούτσεφ και χρησιμοποιήθηκε από όλη τη νομενκλατούρα μέχρι και την εποχή του Μπρέζνιεφ. Κάθε δύο δίκλινα κουπέ μοιράζονται ένα λουτρό που βρίσκεται ανάμεσά τους. Το πρωινό είναι αδιάφορο και ο καφές μάλλον κακός. Χαζεύω από το παράθυρο τους σταθμούς των χωριών που προσπερνάμε, όπου μεσήλικες γυναίκες έρχονται για να πουλήσουν κάτι από την πραμάτεια τους: καφάσια με μήλα ή κουβάδες με γάλα. Κάποιος λέει: «Κάτι τέτοια με κάνουν να σκέφτομαι πάσο καλά είμαστε!» «Ακόμη…», απαντώ μισοαστεία - μισοσοβαρά. Καθώς κατευθυνόμαστε προς το Καζάν πληθαίνουν τα έλη και τα κωνοφόρα δέντρα πίσω από τα κτήρια με τις σουβλερές στέγες που προστατεύουν από τις χιονοπτώσεις.

Το Καζάν είναι η πρωτεύουσα του Ταταρστάν, χρονολογείται από το 1177, θεωρείται κέντρο του μωαμεθανισμού στη Ρωσία και παράδειγμα αυτονομίας. Το ένα εκατομμύριο του πληθυσμού του περιλαμβάνει πεντακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνους Τατάρους (που αναζητούν συνδέσμους με τους Βούλγαρους προγόνους τους), οι οποίοι συμβιώνουν αρμονικά με άλλους τόσους Ρώσους. Τα ποσοστά της ορθοδοξίας, με την εκκλησία να έχει γίνει μόδα τα τελευταία χρόνια, αυξάνουν ραγδαία. Παράλληλα, το πρώτο ισλαμικό πανεπιστήμιο της Ρωσίας λειτουργεί εδώ από το 1999. Αποφεύγοντας ένα αιματοκύλισμα παρόμοιο με της Τσετσενίας κατάφερε να αποκτήσει προνόμια που ισοδυναμούν με ανεξαρτησία, δίχως να υπογράψει την ένταξή του στη ρωσική ομοσπονδία. Η οικονομική του ευμάρεια συνδέεται με τις πηγές πετρελαίου και φυσικού αερίου που επεξεργάζονται στα πετροχημικά εργοστάσιά του.

Η πρώτη εντύπωση μόλις βγαίνεις από τον σταθμό είναι το κυκλοφοριακό χάος και η βαριά από τα καυσαέρια ατμόσφαιρα. Αμέτρητα σαραβαλάκια κυκλοφορούν αφήνοντας τη μυρωδιά και τους ρύπους της φθηνής βενζίνης. Πολλά σπίτια είναι ετοιμόρροπα – άλλα πλήρως εγκαταλειμμένα, άλλα έτοιμα για επισκευή. Ίσως σε κάποιο από αυτά να γεννήθηκε ο σπουδαίος βαθύφωνος (για πολλούς ο σημαντικότερος όλων των εποχών) Σαλιάπιν (1873-1938) και ο πλέον διάσημος χορευτής Ρούντολφ Νουρέγιεφ (1938-1993). Λέγεται μάλιστα ότι η χορωδία του πανεπιστημίου είχε απορρίψει τον πρώτο για χάρη του Μαξίμ Γκόρκι! Η θερμοκρασία πέφτει απότομα από τους 18 στους 10 βαθμούς καθώς κάνουμε μια μικρή ξενάγηση στο Κρεμλίνο του Καζάν, όπου μεταξύ άλλων βρίσκεται και το άγαλμα του εθνικού ποιητή Musa Dzalilja, που πέθαινε στο Βερολίνο, αιχμάλωτος πολέμου, στις φυλακές Πλέτσενζε. Στο μεταξύ τα ταταρικά έχουν γίνει ισάξια επίσημη γλώσσα με τα ρωσικά που επιβλήθηκαν δια της βίας το 1939.

Η οικολογική καταστροφή αγγίζει και τον Βόλγα, τον άρχοντα όλων των ποταμών της χώρας. Με μήκος περίπου 3.600 χλμ. είναι κατάλληλος για ναυσιπλοΐα, παρέχει υδροηλεκτρική ενέργεια και αρδευτικά νερά, ενώ στο πλούσιο βιολογικό περιβάλλον του συντηρεί οικισμούς αλιέων για ψάρια με χαβιάρι. Κάνουμε μια βόλτα με καραβάκι καθώς δύει ο ήλιος. Αρκετές καμινάδες εργοστασίων (μόνο μία εν ενεργεία) και ομοιόμορφα κτήρια. Αν ήταν ρομαντικός πίνακας θα μπορούσε να λέγεται «Σοσιαλιστικό Τοπίο με Τζαμί». Ωστόσο, αμφιβάλλω αν κάποιος θα εμπνεόταν σήμερα να συνθέσει μια μελωδία σαν τους "Βαρκάρηδες του Βόλγα".

Πίσω στο τρένο προσθέτουμε ώρες - ήδη είμαστε στις +4 από τότε που ξεκινήσαμε από τη Γερμανία - καθώς κατευθυνόμαστε ανατολικά. Είναι μια θλιβερή μέρα με τη βροχή να σφυροκοπάει τα τζάμια. Με δυσκολία διακρίνονται οι λεύκες και τα Ουράλια Όρη που στο σημείο αυτό δεν είναι καθόλου επιβλητικά αφού το ύψος τους δεν ξεπερνάει τα 450 μέτρα. Είμαστε στη Σιβηρία! Για πολλούς, εδώ αρχίζει η Ασία!

Πρώτος σταθμός το Αικατερίνμπουργκ και πρώτη εντύπωση κι εδώ το κυκλοφοριακό χάος! Η πόλη, που ιδρύθηκε από τον Μέγα Πέτρο (1723) - ονομάστηκε προς τιμήν της Αικατερίνης Α’ - και που στις ημέρες των σοβιετικών λεγόταν Σβερντλόφσκ από τον σύντροφο του Λένιν στην επανάσταση, Γιάκομπ Σβερντλόφ, έχει μείνει στην ιστορία για τη σφαγή της τελευταίας τσαρικής οικογένειας του Νικολάου Β’ (1918), όπως το Ντάλας συνδέεται με τη δολοφονία του Τζον Φ. Κένεντι. Σήμερα στον τόπο της ομαδικής - αφού μαζί με τους Ρομανόφ δολοφονήθηκε και το υπηρετικό προσωπικό - εκτέλεσης έχει αναγερθεί μια εκκλησία που για πρώτη φορά στα χρονικά της ρωσικής ορθοδοξίας εικονογραφήθηκε από μια γυναίκα. Ωστόσο, η ευσέβεια απαιτεί κάλυψη της γυναικείας κεφαλής μέσα στο ναό. Αντίθετα, στους άνδρες δεν επιτρέπεται να φοράνε καπέλο. Η παράνοια δεν σταματά εκεί! Αίφνης, το 2000, οι τσάροι ανακηρύχτηκαν άγιοι από τη ρωσική ορθόδοξη εκκλησία ως πεσόντες στον αγώνα κατά του κομουνισμού!

Αυτό το «παράθυρο προς την Ασία» - υπάρχει ένας οβελίσκος που προσδιορίζει την τοποθεσία της αλλαγής ηπείρου - εξυπηρετούσε βιομηχανικούς σκοπούς και μέχρι πριν από δέκα χρόνια απαγορευόταν στους τουρίστες να το επισκεφτούν. Ο τόπος σπουδών του Μπόρις Γέλτσιν, που γεννήθηκε 200 χιλιόμετρα ανατολικότερα, είναι βρώμικος και μολυσμένος από τα καυσαέρια και τα χημικά απόβλητα των εργοστασίων. Τα παραδοσιακά σπίτια είναι κτισμένα με κορμούς δέντρων στοιβαγμένους οριζόντια και κάποιοι Νεορώσοι χτίζουν τις δικές του βίλες στον ίδιο ρυθμό, στηρίζοντας τα ξύλα σε λίγα μέτρα πέτρινων τοίχων. Η νεολαία - «επηρεασμένη από τις διαφημίσεις στην τηλεόραση και θέλοντας να αντιγράψει τα δυτικά πρότυπα», ισχυρίζονται οι ξεναγοί - κυκλοφορεί με ένα μπουκάλι μπίρας στο χέρι. Άντε να εξηγήσεις ότι στη Δύση το αντίστοιχο φαινόμενο αποτελεί την εξαίρεση.

Ύστερα από τρεις μέρες έχουμε καλύψει περίπου 4.000 χιλιόμετρα (ημερήσιος μέσος όρος 1.600 χλμ.) και ακόμη δεν φτάσαμε ούτε στα μισά! Είμαστε ήδη επτά ώρες πιο μπροστά από τη Μόσχα. Κι εγώ νόμιζα ότι οι ΗΠΑ είναι απέραντες! Το τοπίο αλλάζει, γίνεται πιο επίπεδο. Η στέπα συνεχίζεται μέχρι το Νοβοσιμπίρσκ, την όμορφη και σχετικά πλούσια πρωτεύουσα της Σιβηρίας που τη διασχίζει ο ποταμός Ομπ. Ιδρύθηκε το 1893 σε τοποθεσία που θεωρήθηκε η καταλληλότερη για τη διάσχιση του ποταμού κατά τη διάρκεια των έργων του υπερσιβηρικού και μέσα σε 70 χρόνια ο πληθυσμός της έφτασε το 1.000.000 κατοίκους – για το ίδιο νούμερο το Σικάγο χρειάστηκε 85, η Νέα Υόρκη 200 και η Μόσχα 700 χρόνια. Εδώ αρχίζει η Ταϊγκά (έκταση με κωνοφόρα δάση που υπάρχει σ’ αυτό το γεωγραφικό πλάτος του πλανήτη, σαν ζώνη, και στην αμερικανική ήπειρο) που επεκτείνεται ανατολικά, ενώ στον Βορρά κυριαρχεί η Τούνδρα, τα γυμνά από δάση βουνά. Στον κλασικιστικό σταθμό, με σχήμα που από μακριά θυμίζει ατμομηχανή, μας υποδέχεται μια αντιπροσωπεία με τοπικές ενδυμασίες προσφέροντας, εθιμοτυπικά, ψωμί και αλάτι και χορεύοντας τοπικούς χορούς. Ωστόσο, κάπως ψυχροπολεμικά, εξακολουθεί να ισχύει η απαγόρευση της φωτογράφησης σε σταθμούς, αεροδρόμια και λιμάνια. Όπως και στην Ελλάδα! Η ξενάγηση περιλαμβάνει και επίσκεψη σε μια μεγάλη σκεπαστή αγορά που ασφαλώς δεν πληροί καμιά από τις υγειονομικές προδιαγραφές της Δύσης. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Στο τρένο γίνονται μαθήματα ρωσικών για όσους θέλουν και φυσικά τα παρακολουθώ με σκοπό να μάθω τουλάχιστον να διαβάζω τις λέξεις που βλέπω. Μαθαίνω ακόμη πως το άτονο «ο» προφέρεται ως «α» γι’ αυτό και τα διάσημα μπαλέτα λέγονται Μπαλσόι. Πριν από την πέμπτη διανυκτέρευση δοκιμάζουμε τέσσερα είδη βότκας από τα 33 που λέγεται ότι υπάρχουν συνολικά, ένα για κάθε γράμμα του αλφαβήτου. Τυχαίνει να κάθομαι δίπλα στην υπεύθυνη του ταξιδιού που διαμαρτύρεται για τη ρωσική νοοτροπία σε θέματα που δεν μου έχουν γίνει αντιληπτά. Έχει πρόβλημα με τα τρένα, τους υπαλλήλους αλλά προσπαθεί να παρηγορηθεί: «Αχ η Κίνα, η Νοτιοανατολική Ασία… Το μισό προσωπικό από εδώ και όλα δουλεύουν ρολόι…». Μου συνιστά ένα ταξίδι στο Βιετνάμ.

Όταν φτάνουμε στο Ιρκούτσκ με μισή ώρα καθυστέρηση, οι περισσότεροι συνταξιδιώτες αναφωνούν: «Επιτέλους στέρεο έδαφος». Το αστείο είναι ότι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου έχω την αίσθηση ότι κινούνται τα πάντα! Χρειάζομαι αρκετή ώρα να αποκτήσω και πάλι την αίσθηση της σταθερότητας. Πόσο εύκολα τελικά υιοθετούνται και οι αντίξοες καταστάσεις! Ύστερα από ένα απολαυστικό μπάνιο βγαίνουμε για ξενάγηση στην πόλη και πληροφορούμαστε τις ίντριγκες τις εκκλησίας. Υπάρχει μόνο μία καθολική αφού η ορθόδοξη ασκεί βέτο να μην κτιστούν περισσότερες και η θέση που έχει εγκριθεί για έναν Πολωνό καθολικό ιερέα δεν έχει καλυφθεί ακόμη λόγω γραφειοκρατικών διατυπώσεων που δεν του επιτρέπουν την είσοδο στη χώρα. Με άλλα λόγια η θέση παραμένει κενή για λόγους που παραπέμπουν στα χρόνια του ψυχρού πολέμου. «Πάντα κάτι λείπει από τα έγγραφά του» μας πληροφορεί η ξεναγός που τονίζει «είπαμε, στη θέση του κόμματος ήρθε η εκκλησία...» Οι Γερμανοί συνταξιδιώτες μου κουνάνε το κεφάλι τους πέρα δώθε, εγώ όμως δεν ξαφνιάζομαι από τις σκοτεινές μεθόδους τις ορθοδοξίας.

Αρχές Σεπτεμβρίου.  Ο καιρός είναι θαυμάσιος, η θερμοκρασία γύρω στους 25 βαθμούς. Άλλωστε το Ιρκούτσκ φημίζεται για την άφθονη ηλιοφάνειά του (250 μέρες τον χρόνο). Χρονολογείται από το 1661, αποκαλείται «Παρίσι της Σιβηρίας», και υπήρξε σημαντικός κόμβος εμπορίου, επιστημονικών και διπλωματικών συναλλαγών της Ρωσίας με τη Μογγολία και την Κίνα. Όπως η Πετρούπολη στη Δύση έτσι και το Ιρκούτσκ υπήρξε το παράθυρο της χώρας προς την Ανατολή και το ορμητήριο προς την κατάκτηση του Βερίγγειου Πορθμού και της Αλάσκας. Σε ένα λαογραφικό και εθνολογικό υπαίθριο μουσείο, με όνομα «Ζωή και Εργασία στην Εποχή των Τσάρων» και ανάλογο θέμα, μια κοπέλα ντυμένη με λαϊκή ενδυμασία παίζει μπαντούρα και τραγουδάει. Δεν είναι τοπικά, αλλά παραδοσιακά τραγούδια της Ουκρανίας. Η έκταση αυτή στην όχθη του ποταμού Αγκάρα καλύπτεται από ιστορικές ανακατασκευές σχολείων, εκκλησιών και αγροικιών.

Η λίμνη Βαϊκάλη, με μήκος 636 χλμ., βάθος μέχρι και 1.637 μ. και μέγιστο πλάτος 80 χλμ., θεωρείται το μεγαλύτερο ντεπόζιτο γλυκού νερού στον πλανήτη. Επισκεπτόμαστε ξεχασμένα χωριά που βρίσκονται σε οργασμό ανάπτυξης, κυρίως ξενοδοχειακών συγκροτημάτων. Απώτερος σκοπός η τουριστική αξιοποίησή τους. Στο σημείο που βρισκόμαστε διασχίζουμε τη λίμνη σε μία ώρα. Στα μισά της διαδρομής νομίζεις πλέον ότι βρίσκεσαι σε θάλασσα. Το τρένο μας περιμένει στη απέναντι όχθη, στο απομονωμένο χωριό Marituj, και το πρόγραμμα λέει ότι θα κάνουμε πικνίκ με ψητά και άφθονη βότκα αγναντεύοντας τη λίμνη. Μια ελαφριά ομίχλη που ανεβαίνει από το επίπεδο του νερού κάνει τα βουνά να διαγράφονται αχνά στο βάθος δημιουργώντας ένα τρισδιάστατο σκηνικό σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του γκρίζου. Οι αντικατοπτρισμοί των ελάχιστων σύννεφων στα ήρεμα νερά της Βαϊκάλης θυμίζουν γιαπωνέζικες υδατογραφίες ή τη Shangri-La!

Καθώς πλησιάζουμε στα σύνορα της Μογγολίας οι κήποι εξακολουθούν να είναι φυτεμένοι με πατάτες και λάχανα. Τα άλογα γίνονται πιο ψηλά και επιβλητικά. Λείπουν μόνο οι Κοζάκοι, λέξη τουρκικής προέλευσης που σημαίνει «Ελεύθεροι Πολεμιστές» ή «Τυχοδιώκτες», που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην ανάπτυξη της Σιβηρίας. Ulan Ude λέγεται ο σταθμός πριν από τα σύνορα και διακρίνει κανείς τις σαμανικές επιρροές αναμειγμένες με τον βουδισμό. Βγαίνω για να στείλω κάρτες σε φίλους. Οι υπεύθυνοι της εκδρομής μας δίνουν οδηγίες: «Δεν θέλουμε να προσβάλουμε τους Μογγόλους ούτε να σας φοβίσουμε, αλλά καλό είναι να έχετε τον νου σας στα τιμαλφή σας όταν μπαίνουν οι τελωνειακοί - έχουν διαπιστωθεί διάφορα κρούσματα… Μην αγοράσετε επ’ ουδενί μια ασφάλεια υγείας που ίσως προσπαθήσουν να σας πουλήσουν…». Ο έλεγχος των διαβατηρίων γίνεται πάνω στο τρένο. Με μεγάλη έκπληξη διαπιστώνω ότι οι Αμερικανοί δεν χρειάζονται βίζα! Κάποιος λέει σκωπτικά «από τότε που η χώρα συμμετέχει με στρατό στο Ιράκ». Οι Ρώσοι υπάλληλοι του τρένου κάνουν πλάκα: «Η χαρτοβιομηχανία δουλεύει καλά στη Μογγολία», σχολιάζοντας το χαρτοβασίλειο που σου φέρνουν να συμπληρώσεις. Πράγματι, για χάρη της αειθαλούς γραφειοκρατίας περνάμε περίπου 5 ώρες στα σύνορα, κλεισμένοι στο βαγόνι.

Η πρωτεύουσα Ulaan Baatar (και όχι Μπατόρ πλέον, αφού σε μια προσπάθεια ανάκτησης εθνικής ταυτότητας απορρίπτουν ό,τι έχει σχέση με αποικιοκρατική «απλούστευση» της γλώσσας τους - για τον ίδιο λόγο άλλωστε το Πεκίνο έχει γίνει Beijing) είναι άσχημη, γεμάτη καυσαέρια και κυκλοφοριακό χάος, που για να το περιορίσουν έχουν επιβάλει τον θεσμό των διοδίων και πληρώνεις κάθε φορά που εισέρχεσαι. Τα πιο σύγχρονα κτήριά της θυμίζουν εργατικές πολυκατοικίες των αρχών του ’60. Δεν υπάρχει διαχωρισμός πεζοδρομίων – δρόμων και φυσικά ούτε ασφαλτόστρωση. Το μέσο μηνιαίο εισόδημα ανέρχεται στα 100 € ενώ εδώ και δύο χρόνια ο κάθε υπήκοος της χώρας μπορεί να αποκτήσει 25-30 τ.μ. γης δωρεάν και να κτίσει το σπίτι του. Στο κέντρο της πιο κρύας πρωτεύουσας του κόσμου, ένα πελώριο πανό που γράφει U2, κρέμεται πάνω από την είσοδο του κρατικού πολυκαταστήματος! Στην ξενάγηση που ακολουθεί βλέπουμε ένα ομοίωμα του μαυσωλείου του Λένιν μπροστά στη βουλή και ακούμε πως «κάθε Μογγόλος γεννιέται με μια μπλε βούλα στη βάση της σπονδυλικής του στήλης που χάνεται με την πάροδο του χρόνου – είναι απόδειξη του μογγολικού αίματος». Και φυσικά τη σημασία του Τζένγκις Χαν (γεννήθηκε μεταξύ 1154 και 1166, πέθανε το 1227), του διασημότερου Μογγόλου που είχε καταλάβει έκταση 4.860.00 τ.μ., υπερδιπλάσια αυτής που είχε καταλάβει ο Μέγας Αλέξανδρος (2.180.000 τ.μ.). Η αυτοκρατορία που ίδρυσε ήταν η μεγαλύτερη που έχει δει ποτέ η υφήλιος και εκτεινόταν από τη Σλεσία ως την Κορέα και από την Ινδία μέχρι τη Βόρεια Ρωσία.

Όλα αλλάζουν μόλις αφήνεις πίσω σου το χάος της πρωτεύουσας και βγαίνεις στην εξοχή. Παρθένα φύση, πεντακάθαρος αέρας και πανέμορφα τοπία. Δεν είναι τυχαίο που η περιοχή ονομάζεται Μογγολική Ελβετία και που πολλοί νέοι από όλον τον κόσμο (γύρω μας Γάλλοι, Ιταλοί και Αμερικανοί) έρχονται εδώ για να απολαύσουν εναλλακτικές διακοπές, κάνοντας ιππασία και μένοντας σε ger, τα γνωστά κυκλικά αντίσκηνα που στήνονται μέσα σε ένα τέταρτο από τους ειδικούς και χρησιμοποιούνται από τους νομάδες. «Ger» σημαίνει σπίτι και είναι σήμερα η λέξη που προτιμάται αντί για την εξευρωπαϊσμένη εκδοχή «Jurta» για τους ίδιους λόγους που η Ουλάν Μπατόρ έγινε Ουλάν Μπάτααρ, όπως προανέφερα. Σ’ αυτό το μοναδικό τοπίο διοργανώνονται αθλοπαιδιές για τους τουρίστες με τα παραδοσιακά αθλήματα της χώρας - τοξοβολία, ιππασία, πάλη - πλαισιωμένα από μουσική παιγμένη σε τόσο τετραγωνισμένα όργανα (κοντραμπάσο, κιθάρα, ξυλόφωνο) που θα ζήλευαν και οι κυβιστές. Το εντυπωσιακό μαρούχορ είναι ένα τετραγωνισμένο δίχορδο που παίζεται με δοξάρι. Σε ένα από τα ger που στεγάζει το εστιατόριο τρώμε κατσικίσιο κρέας που μαγειρεύεται με βαριές πέτρες οι οποίες δυστυχώς έχουν αφήσει κάτι από την άμμο τους. Οι πιο τολμηροί δοκιμάζουν ένα είδος μογγολικής βότκας από γάλα γιακ. Ένα δείγμα από αυτά τα ζώα με το μακρύ τρίχωμα θα δούμε μπροστά μας στην επιστροφή.

Στην επίσκεψη στο μοναστήρι Gandan που λειτουργεί σαν οικοτροφείο, τα παιδιά διδάσκονται τα μαθήματα του σχολείου ΚΑΙ θρησκευτικά. Σημειώνω ότι τα θρησκευτικά δεν είναι καθόλου αυτονόητα σε χώρες με διαχωρισμό εκκλησίας – κράτους. Εκεί ακούω και μια ελληνική φωνή να ξεναγεί ένα γκρουπ από την Αθήνα.  Το παλάτι - ναός του όγδοου Bogdo Khan που υπήρξε ταυτόχρονα αρχηγός του κράτους και θρησκευτικός ηγέτης από το 1911 μέχρι το 1924 λειτουργεί σήμερα ως μουσείο.  Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας με ολόκληρους σκελετούς δεινοσαύρων από την Κρητιδική Περίοδο, την τρίτη και τελευταία γεωλογική περίοδο του μεσοζωικού αιώνα. Αστείες είναι οι πινακίδες που υπάρχουν στα αγγλικά γεμάτα λάθη.

Στους δρόμους πέφτει το μάτι μου σε ένα περίεργο είδος κινητής τηλεφωνίας. Σε διάφορα πολυσύχναστα σημεία, στέκονται κάποιοι τύποι με μια αρκετά μεγάλη τηλεφωνική συσκευή στο χέρι που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο κάθε περαστικός για πολύ λιγότερα χρήματα από ό,τι αν καλούσε από το κινητό του. Είναι κατά κάποιον τρόπο ένας κινητός τηλεφωνικός θάλαμος. Πολύς κόσμος φοράει μάσκες στο στόμα - κάτι μεταξύ χειρουργών και Michael Jackson - φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο στην Άπω Ανατολή. Παλαιότερα η χώρα ήταν γνωστή ως Εξωτερική Μογγολία ή Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας για να διαφοροποιείται από την Εσωτερική Μογγολία που ανήκει μεν στην Κίνα αλλά έχει το status της αυτόνομης επαρχίας. Αν και θεωρητικά αυτόνομη χώρα, η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική εξάρτησή της ήταν κάτι περισσότερο από εμφανείς.

Είναι νωρίς το πρωί όταν το τρένο κάνει μια μικρή στάση στην έρημο Γκόμπι. Οι καμήλες έχουν πλησιάσει και όποιος από τους ταξιδιώτες θέλει, μπορεί να ανεβεί και να κάνει μια μικρή βόλτα. Σε λίγο θα αποβιβαστούμε από το ειδικό τρένο μας για να επιβιβαστούμε στο κινέζικο που θα μας φέρει στο Πεκίνο. Ακόμη κι εκείνοι που ταξιδεύουν με οφθαλμοφανή πυρετό και συνάχι προτρέπονται από τους διοργανωτές να δηλώσουν απόλυτα υγιείς προκειμένου να μην παρουσιαστούν προβλήματα κατά την είσοδο στη χώρα. Η κινέζικη γραφειοκρατία έχει την τάση να δέχεται αυτά που δηλώνεις και όχι τα προφανή συμπτώματα.

Μας είχαν προειδοποιήσει να ντυθούμε ζεστά γιατί οι Κινέζοι λειτουργούν τον κλιματισμό στο μάξιμουμ και δεν υπάρχει τρόπος να ρυθμίσεις τη θερμοκρασία στο βαγόνι σου. Από το νοσταλγικό στυλ του προηγούμενου τρένου βρισκόμαστε σε μια σύγχρονη αμαξοστοιχία όπου δυστυχώς δεν λειτουργούν οι υδραυλικές εγκαταστάσεις. Επιπλέον στο εστιατόριο δεν υπάρχουν μαχαιροπίρουνα παρά μόνο τα γνωστά ξυλάκια (chopsticks) και το πορσελάνινο κουταλάκι της σούπας. Οι Γερμανοί διαμαρτύρονται ήπια, δέχονται την πραγματικότητα και προσαρμόζονται. Εκείνοι που δεν ξέρουν να χρησιμοποιούν τα ξυλάκια επιχειρούν να μάθουν - οι πιο αρνητικοί και ανεπίδεκτοι αυτοσχεδιάζουν με το κουτάλι και τα χέρια τους.

Σε δεκαπέντε ώρες περίπου βρισκόμαστε στο Πεκίνο, έχοντας διανύσει συνολικά 7.700 χιλιόμετρα. Ακολουθεί πρωινό σε ξενοδοχείο διαφορετικό από αυτό που θα μείνουμε και αμέσως ξενάγηση στην Πλατεία της Ουράνιας Ειρήνης (Tianamen). Οι αλλαγές των τελευταίων χρόνων είναι εντυπωσιακές. Τα ποδήλατα έχουν περιοριστεί σε μια μόνο λωρίδα του δρόμου και οι υπόλοιπες τρεις έχουν καταληφθεί από αυτοκίνητα. Στο ξενοδοχείο βλέπω παρκαρισμένες Jaguar αλλά το μοντέλο που επικρατεί είναι το Santana της Volkswagen που κατασκευάζεται εδώ και στη Βραζιλία. Η πατροπαράδοτη αντιπαλότητα με την Ιαπωνία έχει αποκλείσει την εισαγωγή αυτοκινήτων από τη γείτονα. Στους δρόμους επικρατεί χάος. Όλοι οι τουρίστες αγωνιούν για την τύχη των ποδηλατών αλλά και των πεζών. Και βέβαια δεν λείπουν τα ατυχήματα. Ωστόσο, είναι εντυπωσιακό πως παρά τη ζούγκλα του κυκλοφοριακού δεν ακούγονται κορναρίσματα ή φωνές. Άλλα ήθη. Πληροφορούμαστε πως τα κλιματιζόμενα αστικά λεωφορεία είναι πιο ακριβά γι’ αυτό και παραμένουν άδεια! Τα σχολεία λειτουργούν μέχρι τις 4 ή 5 το απόγευμα, ενώ κάποια με σπαστό ωράριο μέχρι τις 7 μ.μ. Υπάρχουν και μερικά που, σαν οικοτροφεία, απασχολούν τα παιδιά τις πέντε εργάσιμες μέρες και τα αφήνουν ελεύθερα το σαββατοκύριακο. Πλέον, όμως, η παιδεία κοστίζει. Είναι ένα από τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί προκειμένου να καταπολεμηθεί η υπερβολική τεκνοποίηση. Η στρατιωτική θητεία είναι τριετής, αλλά προαιρετική. Υπάρχουν πολλοί εθελοντές από τα χωριά της ενδοχώρας που κατατάσσονται γιατί δεν θέλουν να σπουδάσουν ή δεν μπορούν να βρούνε δουλειά.

Ελάχιστες είναι πλέον οι περιοχές που διατηρούν την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του Πεκίνου, με χαρακτηριστικό τις περιστοιχισμένες με τοίχους αυλές που απάρτιζαν ολόκληρες συνοικίες. Απομακρύνομαι από το ξενοδοχείο και ακολουθώ τη μύτη μου σε μια χώρα που νιώθω αναλφάβητος. Μέχρι και τη Μογγολία μπορούσα να διαβάσω τουλάχιστον τις επιγραφές στα κυριλλικά. Εδώ δεν αναγνωρίζω τίποτε! Βρίσκω μια από αυτές τις γειτονιές με τις κοινές τουαλέτες για άγνωστο πόσες οικογένειες και κτιστές αποθήκες που χρησιμεύουν ως σκουπιδότοποι. Η μπόχα διακόπτεται από την κρεμασμένη μπουγάδα στους τοίχους, σε κάποια αδιέξοδα που χρησιμεύουν ως εντευκτήρια όπου κάποια παιδιά εξασκούνται σε ακροβατικά δίπλα σε ενήλικες που παίζουν ντόμινο και Μα Γιονγκ.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει παράσταση Κινέζικης όπερας - που θυμίζει περισσότερο βαριετέ - και Peking Duck στο παραδοσιακό εστιατόριο της πόλης που ιδρύθηκε το 1860 και ειδικεύεται σ’ αυτό το θεσπέσιο πιάτο που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις πάπιες που σερβίρονται παγκοσμίως στα κινέζικα εστιατόρια. Η συγκεκριμένη συνταγή κόβει πάντα την πάπια σε 120 τέλειες φέτες (με όλα τα στρώματα του κρέατος) που τρώγονται πάνω σε κρέπα ή φραντζολάκι αφού προηγουμένως αλείψεις σάλτσα από σόγια και ψιλοκομμένο φρέσκο κρεμμυδάκι. Τα ορεκτικά που προηγούνται είναι μια ποικιλία από όλες τις γνωστές σπεσιαλιτέ της χώρας. Τα εννιά άτομα που κάθονται στο στρογγυλό τραπέζι με τον περιστρεφόμενο δίσκο στη μέση έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν ταυτόχρονα ανάμικτες γεύσεις, όπως αρέσει στους ντόπιους. Η σούπα έρχεται πάντα τελευταία.
Στην τριήμερη παραμονή θα δούμε την αχανή απαγορευμένη πόλη και ένα τμήμα του περίφημου Σινικού Τείχους. Το σημείο που σταματάμε σ’ αυτό το μεγαλειώδες αρχιτεκτονικό έργο μήκους άνω των 6.000 χλμ., περίπου 70 χλμ. βόρεια του Πεκίνου, θυμίζει Δελφούς. Εδώ υπήρχε ένα φρούριο και αρκετοί ναοί, πρόσφατα αναπαλαιωμένοι με φανταχτερά, ολοζώντανα χρώματα, όπως ο αφιερωμένος στον θεό του Αλόγου, Mashen. Σ’ έναν από αυτούς, που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο είχε διδάξει ο Κομφούκιος κατά τον 5ο π.Χ. αι.

Τα επιτεύγματα των Κινέζων στις εφευρέσεις είναι εντυπωσιακά και πραγματοποιήθηκαν πολύ πριν τα αντίστοιχα στην Ευρώπη. Χαρτί, μπαρούτι, πορσελάνη, πυξίδα, σεισμογράφος, εφημερίδες… 400 χρόνια πριν από τον Γουτεμβέργιο τύπωναν με κινούμενα στοιχεία, 500 χρόνια πριν από τον Πυθαγόρα υπήρχε καταγραμμένο το θεώρημά του, 1400 χρόνια πριν από τους αδερφούς Wright είχαν πετάξει με αετό σε απόσταση τριών χιλιομέτρων… Κι ακόμη, το σταυρόλεξο, ο άβακας που εξακολουθεί να μετράει γρηγορότερα από ό,τι η δακτυλογράφηση στον υπολογιστή, λεξικά, φαρμακευτικά βιβλία… Η λίστα είναι ατέλειωτη.

Η πτήση από το Πεκίνο για τη Σαγκάη διαρκεί δύο ώρες. Ο έλεγχος των διαβατηρίων είναι αυστηρός, ωστόσο δεν φαίνεται να έχει νόημα αφού, για εξοικονόμηση χρόνου, οι κάρτες επιβίβασης έχουν μοιραστεί τυχαία στα μέλη του γκρουπ και ο καθένας ταξιδεύει με διαφορετικό όνομα που δεν ανταποκρίνεται στο διαβατήριό του!

Μια επίσκεψη σε έναν από του φημισμένους κήπους καταλήγει σε ένα παραδοσιακό τεϊοπωλείο για την τελετή του τσαγιού. Έξω στην αυλή έπιπλα από τους Τσιν, που θυμίζουν την οργανική αρχιτεκτονική του Gaudi, και Μανόλιες, το δέντρο – σύμβολο της πόλης.

Η Σαγκάη της αποικιοκρατίας έχει εξαφανισθεί. Στη θέση των χαμόσπιτων έχουν αναγερθεί ουρανοξύστες που την καθιστούν την πιο σύγχρονη πόλη του πλανήτη. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπάρχουν μεμονωμένα κτήρια αλλά ομαδοποιημένα, δύο μαζί, τρία και τέσσερα καμιά φορά, προφανώς για να εξοικονομούνται χρόνος και χρήματα. Η πόλη χτίζεται εδώ και πέντε χρόνια νυχθημερόν. Μια βόλτα γύρω από το ξενοδοχείο επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ένα απέραντο εργοτάξιο. Το βράδυ φωταγωγείται με έξοδα της πολιτείας και πραγματικά εντυπωσιακά αποτελέσματα. Η Σαγκάη διαιρείται σε δύο τμήματα: το νέο και ανερχόμενο Πουντόν και το παλιό Που Σι, που περιλαμβάνει και το περίφημο The Bund, που έχει απομείνει να θυμίζει την αποικιοκρατική εποχή 1840-1940. Εδώ όλα τα κτήρια είναι τράπεζες, ενώ πριν λίγο καιρό άνοιξε το πρώτο κατάστημα του Giorgio Armani.

Μπορεί τα αυτοκίνητα που έχουν κατακλύσει την Κίνα παραγκωνίζοντας τα ποδήλατα να είναι τα μοντέλα Santana του 2000, ήδη όμως κυκλοφορούν και πολλές BMW που επίσης έχει εδώ εργοστάσιο, ενώ δεν θα αργήσει να κάνει το ίδιο και η Mercedes. To πάρκινγκ μιας μέρας στη Σαγκάη - πολύ ακριβότερο από του Πεκίνου λόγω ελλείψεως χώρου - κοστίζει όσο ένας μέσος μηνιαίος μισθός. Το ενοίκιο στις καινούριες πολυκατοικίες ανέρχεται στα 800 γιεν το τετραγωνικό μέτρο (1500 γιεν = 150 €) σε μια χώρα που οι μηνιαίοι μισθοί κυμαίνονται μεταξύ 900 και 1200 γιεν! Από το 1.300.000.000 των κατοίκων της, τα 900 εκατομμύρια ζούνε κάτω από τα όρια της φτώχειας με ανεργία που φτάνει τα 22-25%. Συν τω χρόνω αλλάζουν τα δεδομένα, αφού η Κίνα είναι η υπ’ αριθμόν 1 χώρα παραγωγής παιχνιδιών, παπουτσιών και υφασμάτων, ενώ βρίσκεται στη δεύτερη θέση παγκοσμίως σε παραγωγή κομπιούτερ.

Έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, η ζωή έχει διαφορετικούς ρυθμούς. Στη Σουζού, νότια από το Δέλτα του Γιανγκτσέ, κυριαρχεί η δυαδικότητα του γιν και του γιαν. Στους κινέζικους κήπους κυλάνε ήσυχα ρυάκια (ποτέ σιντριβάνια) ανάμεσα σε βράχους (ποτέ γρασίδι). Νοτιότερα, πάνω στο νερό, βρίσκεται το χωριό Τονγκ Λι, όπου η συγκοινωνία διεξάγεται με βάρκες. Η απωανατολική αυτή εκδοχή της Βενετίας είναι εδώ και δυο μόλις χρόνια προσιτή στο κοινό.
Πριν φύγουμε, θα μεταφερθούμε πίσω στον χρόνο στον ναό του Βούδα από αχάτη, από την εποχή της δυναστείας των Τσινγκ. Αμέσως μετά στο σήμερα, αναχωρούμε με το υπερσύγχρονο τρένο transrapid, που πιάνει πάνω από 400 χλμ. την ώρα, για το αεροδρόμιο απ’ όπου θα πετάξουμε για την Ευρώπη.




2004/2006

Monday, April 03, 2006

Tour de France

Τετάρτη 04.09.2002
Όχι ότι θα συνέβαινε τίποτε αν δεν τηρούσαμε την ώρα εκκίνησης που είχαμε συμφωνήσει αποβραδίς, αλλά για μια ακόμη φορά το εσωτερικό μας ρολόι λειτούργησε άψογα. 9:30! Κι όμως, πρόλαβα και κατέβηκα από τον έκτο όροφο με το ασανσέρ που χάλασε αμέσως μετά... Συνεπείς στο ωράριό τους είναι και οι Geschwister Pfister (ζεύγος καλλιτεχνών) που βλέπουμε να περνάνε ανάμεσά μας κάνοντας jogging καθώς φορτώνουμε τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο. Τακτοποιώ καμιά εικοσαριά CD που έχω διαλέξει για να ακούμε στη διαδρομή. Στο μεταξύ έχει βγάλει τέτοιο ήλιο, που δεν μου κάνει καρδιά να φύγω...
Ο αυτοκινητόδρομος έπαψε προ πολλού να θυμίζει ότι κάποτε ανήκε στην Αν. Γερμανία, κι όμως κάθε φορά που τον ταξιδεύω έρχονται στο νου οι μόνιμες λακκούβες της δεξιάς λωρίδας και οι ατέλειωτες ουρές στα σύνορα... Αρχίζει να σκοτεινιάζει καθώς αφήνουμε πίσω μας το Ανόβερο. Πάνω στο παρμπρίζ πέφτουν οι πρώτες σταγόνες, που μετατρέπονται σε οργισμένη καταιγίδα. Δεν πειράζει, θα ξεπλύνουν και τα έντομα που έχουν διαλέξει να αυτοκτονήσουν πάνω στο παρμπρίζ του Ford Focus. Ο Loren οδηγεί σαν ραλίστας. Φτάνουμε έξω από την Κολωνία (πάνω από 550 χιλιόμετρα) σε 4½ ώρες. Λίγο πριν σταματήσουμε για βενζίνη, σε ένα στένεμα της Autobahn λόγω έργων, ακούγεται ένα «μπαμ» που έχει ως θύμα τον αριστερό καθρέφτη. Ο θόρυβος αποδεικνύεται πιο τρομακτικός από τη ζημιά, έτσι όπως έχω βυθιστεί στους στίχους του Rising του Bruce Springsteen... Θα τον επιδιορθώσουν πρόχειρα στο Aachen, ίσα - ίσα για να βγάλουμε το ταξίδι. Βρέχει καταρρακτωδώς. Περνάμε τα σύνορα του Βελγίου δίχως να το καταλάβουμε. Το ίδιο γίνεται και λίγο αργότερα με της Γαλλίας. Έχοντας κάνει μόνο μία στάση στην Autobahn και ύστερα από 870 χιλιόμετρα, αποφασίζουμε πως έφθασε η ώρα να αναζητήσουμε κατάλυμα. Η λίστα με τα ξενοδοχεία από το ADAC, την παντοδύναμη γερμανική λέσχη των οδηγών, που καταρτίζεται και παραχωρείται δωρεάν, όπως άλλωστε και οι χάρτες με τους υπολογισμούς των αποστάσεων, δεν θα αποδειχτεί ιδιαίτερα χρήσιμη. Ωστόσο είναι καλός μπούσουλας για τα μοτέλ. Δυστυχώς η Ευρώπη υστερεί συγκριτικά με την Αμερική (και) σ’ αυτόν τον τομέα. Οι διανυκτερεύσεις on the road στη γηραιά ήπειρο δεν είναι τόσο απλή υπόθεση. Το μοτέλ στο Cambrai είναι άθλιο, αλλά τα υπόλοιπα τρία της περιοχής είναι κατειλημμένα. Κοστίζει βέβαια μόνο 30 € και διαθέτει εξαιρετικό - όπως θα αποδειχτεί - εστιατόριο. Για πρώτο πιάτο διαλέγω λαχανικά με φιλετάκια σαρδέλας (ο Loren παίρνει τερίν με συκωτάκια πουλιών), για δεύτερο, αμφότεροι, φιλέτο σολομού στη σχάρα και για τρίτο εγώ τυριά της περιοχής και ο Loren γλυκά. Το φαγητό θα συνοδευτεί από πολύ καλό κρασί Muskadet 1999 και θα παραμείνει από τις πλέον αξιομνημόνευτες γαστρονομικές στιγμές του ταξιδιού.
Πέμπτη 05.09.2002
Ύστερα από ένα καλό πρωινό και μια μικρή συνομιλία με το ηλικιωμένο ζεύγος των μηχανόβιων Άγγλων που παιδευόταν να κλείσει την πόρτα του δωματίου του, ξεκινάμε από το Cambrai με ομίχλη. Φτάνουμε στο Arras, πρωτεύουσα της επαρχίας Artois κατά τον μεσαίωνα και εύπορη λόγω της υφαντουργίας. Σήμερα η ανάμνηση από την εποχή της φλαμανδικής ακμής διατηρείται στις δύο όμορφες, γεμάτες ζαρντινιέρες πλατείες (Grand Place και Petite Place) και στο δημαρχείο με έναν πύργο ύψους 75 μέτρων. Μπορεί ο καθεδρικός ναός της Amiens, χτισμένος εξολοκλήρου τον 13ο αι., να είναι ο μεγαλύτερος της Γαλλίας, αλλά στη Rouen βρίσκεται ο περισσότερο απεικονισμένος, αφού ο Claude Monet (1840 – 1926) ζωγράφισε τη δυτική πρόσοψή του πάνω από είκοσι φορές! Η ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρχιτεκτονική του αποτελεί μείγμα δύο ρυθμών: εγγλέζικου γοτθικού και νορμανδικού (δύο αιώνες πριν την κατασκευή του υπήρχε στο ίδιο σημείο μία νορμανδική εκκλησία). Ο χαμηλότερος από τους δύο πύργους (77 μ.) αποκαλείται «Πύργος του Βουτύρου», επειδή χτίστηκε τον 15ο αι. με χρήματα που απάλλασσαν τους χορηγούς τους από τη νηστεία! Ο περίπατος στην παλιά πόλη τελειώνει με την υπερσύγχρονη εκκλησία – έκτρωμα (1979) που είναι αφιερωμένη στην Ζαν ντ’ Αρκ (Ιωάννα της Λορένης) στον τόπο που κάηκε στην πυρά το 1431, και που η κατασκευή της με μπετόν, γυαλί και ατσάλι, θυμίζει πλοίο. Το εσωτερικό της είναι λιτό και προδιαθέτει για αυτοσυγκέντρωση. Σε ένα από τα υπαίθρια καφέ απολαμβάνουμε τον απογευματινό καπουτσίνο χαζεύοντας τα πλήθη των Γιαπωνέζων να συρρέουν με φωτογραφικές μηχανές, βιντεοκάμερες και ακουστικά για να παρακολουθούν τους ξεναγούς, που δεν χρειάζεται πλέον να ξελαρυγγιάζονται. Κατευθυνόμαστε δυτικά, προς την ακτή της Νορμανδίας, διασχίζοντας την εντυπωσιακή γέφυρα των 2 χιλιομέτρων του Pont de Normandie, που οι ντόπιοι χαϊδευτικά αποκαλούν «άρπα». Ολοκληρώθηκε το 1995 και διαθέτει ιδιαίτερα απότομες ανηφόρες και κατηφόρες, ενώ από μακριά φαίνεται σαν να κρέμεται από σχοινιά. Ύστερα από έναν προσωρινό αποπροσανατολισμό - που είναι και το γοητευτικό απρόοπτο ενός τέτοιου ταξιδιού, αφού ανακαλύπτεις μέρη που δεν θα έβλεπες διαφορετικά - φτάνουμε στην Honfleur, στο ολοκαίνουργιο, πεντακάθαρο μοτέλ Les Bleues, που έχει μια συμπαθέστατη ιδιοκτήτρια. Αρκετά κουρασμένοι βγαίνουμε για ξεμούδιασμα και φαγητό. Ο καιρός ψύχρανε αρκετά. Είμαστε άλλωστε σ’ εκείνο το τμήμα του Ατλαντικού που είναι γνωστό με το όνομα Κανάλι. Από την κοντινή Χάβρη τα πλοία σαλπάρουν για το Portsmouth, απέναντι, στην Αγγλία.
Παρασκευή 06.09.2002
Με προορισμό το «στολίδι της Νορμανδίας», την Deauville, σταματάμε αρχικά στη Villerville και την Trouville-sur-Mer. Από τη δεύτερη, το μόνο που χρειάζεται να κάνεις για να φτάσεις στην κομψή Deauville, είναι να διασχίζεις μια γέφυρα. Το κέντρο της είναι σημαιοστολισμένο με την αστερόεσσα λόγω του φεστιβάλ αμερικανικών ταινιών - ο Matt Damon είναι εκεί μεταξύ άλλων - και δεν ξέρω ποιος άμουσος είχε τη φαεινή ιδέα να γεμίσει την κωμόπολη με μεγάφωνα από όπου ξεχύνεται φτηνιάρικη muzak. Το πεζοδρόμια διατηρούνται πεντακάθαρα παρά τα πολυάριθμα κατοικίδια, αφού υπάρχουν ειδικοί πάσσαλοι με τοποθετημένες σακουλίτσες, έτσι ώστε ο ιδιοκτήτης του σκύλου να μαζεύει τα κόπρανα του τετράποδου φίλου του. Ο ιππόδρομος προετοιμάζεται για τη σεζόν που ξεκινάει τον Οκτώβριο. Οι επαύλεις στη Rue Victor Hugo και την παραλιακή λεωφόρο (ανάμεσά τους και της οικογένειας Citroën) υψώνονται αγέρωχες και εντυπωσιακές. Η Côte Fleurie, όπως είναι γνωστή η περιοχή, άνθισε ως θέρετρο ήδη από τον 19ο αι., όταν εκτός από τους μεγιστάνες της belle epoque προσέλκυσε και πολλούς καλλιτέχνες. Από την Αγγλία ήρθαν ο Turner, o Whistler, αργότερα οι Γάλλοι Daumier, Dufy... Συνθέτες όπως ο Jacques Offenbach, o Giacomo Rossini, o Franz Liszt αφουγκράστηκαν τα κύματά της. Ο συγγραφέας Guy de Maupassant γεννήθηκε στην κοντινή Dieppe. Το σπίτι του ζωγράφου Eugéne Boudin που θεωρείται δάσκαλος του Μονέ - μπροστά στην εκκλησία της Αγ. Αικατερίνης διατηρείται ακόμη το ίδιο τοπίο που ζωγράφισε με παστέλ χρώματα - στεγάζει το μουσείο του στην γραφική Honfleur που είναι και η γενέτειρα του συνθέτη Erik Satie. Το παλιό λιμάνι της (Vieux Bassin) περιστοιχίζεται από στενά αλλά συχνά εξαώροφα σπίτια και είναι η βάση αναρίθμητων κότερων. Η σπεσιαλιτέ της περιοχής είναι τα coquillages (μύδια), που φέτος είναι ιδιαίτερα... καχεκτικά.
Σάββατο 07.09.2002
Από την παραλιακή οδό κατευθυνόμαστε στο Bayeux - την πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε μετά την απόβαση στη Νορμανδία, στην κοντινή ακτή - μέσω της Caen, τη μητρόπολη των περίφημων ποτών Cidre (μούστος από μήλα), Calvados (λικέρ που παράγεται ύστερα από αποθήκευση ενός χρόνου του προηγούμενου) και του τυριού Camembert. Από την κοιλάδα Calvados προέρχεται και η λέξη vaudeville, το ισοδύναμο του βρετανικού music hall. Τα «γαλλικά παράθυρα» των σπιτιών είναι πάντα στολισμένα με ζαρντινιέρες. Στο πολιτιστικό κέντρο του Bayeux φυλάσσεται ένα χαλί του 11ου αι. που είναι γνωστό ως «το μεγαλύτερο κόμικ του μεσαίωνα». Στα εβδομήντα μέτρα μήκους και πενήντα εκατοστά πλάτους του αφηγείται με 58 εικόνες την ιστορία της κατάκτησης της Αγγλίας από τον δούκα της Νορμανδίας Γουλιέλμο (1066), που πήρε το επίθετο «ο κατακτητής» - William The Conqueror. Τα χρώματα παραμένουν ανεξίτηλα. Νοτιότερα βρίσκεται η Coutance - η Cosedia της γαλατικής εποχής ή Constandia όπως ονομάστηκε από τους Ρωμαίους για χάρη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου - με τον υπέροχο καθεδρικό της, δείγμα νορμανδικής – γοτθικής αρχιτεκτονικής, που εξελίχθηκε μεταξύ 11ου και 13ου αι. στην περιοχή από τον ρομανικό ρυθμό. Καθώς πλησιάζουμε στο Mont St-Michel, το δεύτερο μετά τον Πύργο του Άιφελ αξιοθέατο της Γαλλίας, είναι δύσκολο να βρεις δωμάτιο. Εξάλλου πέσαμε και πάνω στο Le Weekend! Τελικά βρίσκουμε ένα δίκλινο στο ξενοδοχείο Patton, στην Avranches, που μου φέρνει στον νου την ομώνυμη ταινία για την οποία ο George C. Scott πήρε το Όσκαρ, υποδυόμενος τον στρατηγό Πάττον. Οι μνήμες από την απόβαση στη Νορμανδία είναι διάχυτες σε ολόκληρη την επικράτεια, τόσο που νιώθουμε άσχημα να οδηγούμε αυτοκίνητο με βερολινέζικες πινακίδες. Μεταξύ μας τουλάχιστον, μιλάμε αγγλικά!
Κυριακή 08.09.2002
Έχει λιακάδα καθώς παρκάρουμε έξω από το Mont St-Michel. Είναι η γαλλική Μονεμβασιά, μέσα στο νερό (όταν έχει παλίρροια είναι νησί). Χτίστηκε ως μοναστήρι αφού, σύμφωνα με τον θρύλο, ο επίσκοπος της Avranches πήρε προσωπικά την εντολή από τον αρχάγγελο Μιχαήλ, το 708, στο όνειρό του. Δεν άργησε να γίνει τόπος προσκύνησης, ιδιαίτερα όταν κάποιοι έφεραν ένα κομμάτι από τον κόκκινο μανδύα του… αρχάγγελου! Το 966 έγινε μοναστήρι των Βενεδικτίνων και τον 13ο αι., μετά την κατάληψη της Νορμανδίας από τον Γάλλο βασιλιά Philipp August (Φίλιππο-Αύγουστο), ξεκίνησε η ανέγερση του τριώροφου «θαύματος». Η εκκλησία, σεμνή και ταπεινή ανέκαθεν, χώρισε τρία τμήματα για τις ισάριθμες κοινωνικές τάξεις της εποχής - κλήρος, ευγενείς, λαός... Από το 1874 διοικείται από την αρχαιολογική υπηρεσία και οι προσκυνητές έδωσαν τη θέση τους στους τουρίστες. Η Rennes είναι μια αδιάφορη πόλη που διασχίζεται γρήγορα. Είναι Κυριακή μεσημέρι, άλλωστε, και οι δρόμοι άδειοι. Δεν υπάρχει ούτε ένα καφέ ανοιχτό. Βρισκόμαστε για τα καλά στη Βρετάνη. Κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα στη γραφική Vannes και συνεχίζουμε προς το πανέμορφο Auray που η γεωγραφική θέση του θυμίζει Γαλαξίδι. Ένας στενός κολπίσκος δημιουργείται στο παλιό τομέα της πόλης (St-Goustan), στην εκβολή του ποταμού Loch, από τη μια μεριά βρίσκονται τα σπίτια και απέναντι το δάσος που αντανακλά το πράσινο χρώμα του στο νερό. To τέλειο σκηνικό για να πιεις ένα Kir Breton. Η χερσόνησος Quiberon δεν απέχει παρά ελάχιστη ώρα. Στο Carnac είναι στημένα για αρκετά χιλιόμετρα πάνω από 4.000 μενίρ, προϊστορικοί οβελίσκοι για τους οποίους υπάρχουν πολλά σενάρια αλλά ελάχιστα δεδομένα για τον πραγματικό λόγο ύπαρξής τους.
Δευτέρα 09.09.2002
Η Nantes, που διασχίζουμε βιαστικά περνώντας μπροστά από το μοντέρνο στάδιο της πολύ καλής ποδοσφαιρικής ομάδας της, είναι η έκτη σε πληθυσμό πόλη της Γαλλίας. Η La Rochelle ιδρύθηκε από ψαράδες τον 10ο αι. και σύντομα το λιμάνι της έγινε σημαντικός εμπορικός κόμβος. Αργότερα αποτέλεσε προπύργιο του Καλβινισμού. Ο καρδινάλιος Ρισελιέ αντιμετώπισε το 1628 τη γενναιότητα των κατοίκων της, που ως σύμμαχοι της Αγγλίας προτίμησαν τον θάνατο παρά την υποδούλωση στους Γάλλους. Τον 18ο αι. πλούτισε από το δουλεμπόριο και τον καπνό. Στην είσοδο του παλιού λιμανιού δύο πύργοι (Tour St-Nicolas, Tour de la Chaine) από τον 15ο αι. προσφέρουν εξαιρετική θέα στην πόλη, που από πολλούς θεωρείται η ομορφότερη στον Ατλαντικό ωκεανό. Περνώντας από την Πύλη του Μεγάλου Ρολογιού θαρρείς πως βρίσκεσαι σε σκηνικό από κατάλευκα κτήρια. Νοτιότερα, το Rochefort μου φέρνει στον νου τις «Δεσποινίδες» του από την ομώνυμη ταινία του Jacques Demy, ο οποίος τίμησε δεόντως και το Χερβούργο με τις Ομπρέλες του. Και τα δύο με την Κατρίν Ντενέβ και τη - το δεύτερο ιδιαίτερα - σπουδαία μουσική του Michel Legrand. Από την εποχή των Ρωμαίων είναι γνωστή (ως Mediolanum Santonum) η Saintes στην οποία διασώζεται ένα αμφιθέατρο του 1ου αι. μ. Χ., με διάμετρο εκατό μέτρων! Βρέχει και ο ποταμός Charente είναι γοητευτικά γκρίζος. Επιχειρούμε να βρούμε δωμάτιο με θέα στο ξενοδοχείο Grill du Centre, μα δυστυχώς είναι όλα κατειλημμένα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα ξενοδοχεία του κέντρου. Δεν απομένει παρά να κατευθυνθούμε δυτικά, προς το Cognac. Η ημίωρη διαδρομή είναι παραμυθένια. Το βουκολικό τοπίο είναι γεμάτο αμπέλια που χρυσίζουν καθώς σουρουπώνει. Ασφαλώς και μόνο τα μπράντι - ποτά που ήταν πολύ της μόδας τον 17ο αι. - που προέρχονται από την περιοχή δικαιούνται να έχουν την προσωνυμία «κονιάκ». Θα απολαύσω ένα Camus Napoleon - οι ποιοτικές κατηγορίες, ανάλογα με τα χρόνια παλαιότητας, χωρίζονται σε V.S. (3,5 χρόνια παλαιότητας), V.S.O.P. (4,5), Napoleon, Royal (6,5), X.O. κ.ο.κ. - αλλά θα κάνω τον χειρότερο ύπνο όλου του ταξιδιού καθώς στις τέσσερις το χάραμα τα φορτηγά των βιομηχανιών ακούγονται σαν να περνάνε κάτω από το κρεβάτι. Το αποστακτήριο Otard έχει τα κελάρια του στον πύργο Valois, από όπου προέρχονταν οι Γάλλοι βασιλείς μεταξύ 14ου και 16ου αι.
Τρίτη 10.09.2002
Το σημαντικότερο λιμάνι για το εμπόριο κρασιού βρίσκεται στην εκβολή του Garonne (Γαρούνα). Μεταξύ 1152 και 1453 το Bordeaux βρισκόταν υπό αγγλική κυριαρχία. Οι κατακτητές του έτρεφαν ιδιαίτερη αδυναμία σ’ αυτό το ποτό, και συνέχισαν να το εισάγουν σε μεγάλες ποσότητες ακόμη και μετά την ήττα και την αποχώρησή τους. Αυτή την εποχή, ολόκληρη η αριστερή όχθη του ανακατασκευάζεται. Οι κάτοικοι της πόλης ζούνε με το όραμα του σύγχρονου Μπορντό, διασκεδάζοντας έτσι την αγανάκτηση που προκύπτει από το κυκλοφοριακό χάος. Στο μεταξύ, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να περιπλανηθεί στον κεντρικό πεζόδρομο Rue Sainte Catherine θαυμάζοντας μεταξύ άλλων το Grand Théâtre (1773 - 1780) στην Place de la Comédie, έργο του αρχιτέκτονα Victor Louis με τους δώδεκα κίονες της πρόσοψής του που απολήγουν σε κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα και που προέρχονται από ρωμαϊκό ναό ο οποίος προϋπήρχε στην περιοχή. Η εκπληκτικής συμμετρίας Place de la Bourse (1735) βασίστηκε σε σχέδια του Jacques Gabriel. Αξίζει τον κόπο να διασχίσει κανείς τα εργοτάξια για δει το εσωτερικό του καθεδρικού του Αγ. Ανδρέα που χτίστηκε μεταξύ 13ου και 15ου αιώνα. Στη βασιλική St-Michel, όπως και στον καθεδρικό, το κωδωνοστάσιο δεν είναι ενσωματωμένο με τον ναό, αλλά αποτελεί ξεχωριστό οικοδόμημα. Εδώ έχει ύψος 114 μέτρων και σήμερα περιστοιχίζεται από Άραβες ως επί το πλείστον που έχουν βγάλει την πραμάτεια τους σε μια αυτοσχέδια αγορά. Για αρκετά χιλιόμετρα η γύρω περιοχή εξακολουθεί να είναι το μεγαλύτερο αμπέλι της υφηλίου. Από το 1855 και τη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού ο καθορισμός της ποιότητας είναι ιδιαίτερα αυστηρός. Οι κυριότερες ποικιλίες είναι οι Cebernet-Sauvignion, Cabernet-Franc και Merlot. Από την αριστερή όχθη του ποταμού Gironde προέρχονται τα πλέον ξακουστά Médoc και οι τέσσερις από τις πέντε «Premier Crus»: Lafite-Rothschild, Latour, Margaux και Mouton-Rothschild. Πολλά από τα κτήματα είναι ανοιχτά στο κοινό. Όταν, νοτιότερα, τα αμπέλια αραιώνουν, αρχίζει μια απέραντη τεχνητή δασική έκταση, που προς στιγμή σε κάνει να νομίζεις ότι βρίσκεσαι κάπου στη Σκανδιναβία. Οι αμμόλοφοι δίνουν τη θέση τους σε βράχια καθώς πλησιάζουμε τη βασκική ακτή.
Τετάρτη 11.09.2002
Συμπληρώνεται ένας χρόνος από την επίθεση στο World Trade Center. Οι φόβοι πως κάτι τρομερό θα συμβεί στη θλιβερή επέτειο, ευτυχώς δεν επιβεβαιώθηκαν. Στην τηλεόραση βλέπω πλημμύρες κοντά στη Nimes, αλλά βρισκόμαστε αρκετά χιλιόμετρα μακριά της. Ξυπνάμε στο Biarritz. Έχω αρχίσει να κουράζομαι από το επαναλαμβανόμενο γαλλικό petit déjeuner (πρωινό): μπαγκέτα, κρουασάν, μαρμελάδες και (καλός) καφές. Κάνουμε βόλτα στο αγαπημένο θέρετρο του Μπίσμαρκ, του τσάρου Νικολάου και του Ναπολέοντα Γ’ που παντρεύτηκε την Eugenia de Montijo για χάρη της οποίας χτίστηκε η βίλα που σήμερα στεγάζει το πολύ κομψό Hotel du Palais. Υπάρχει ένα τραγούδι με τίτλο το όνομά της (Eugenia de Montijo) που έχω από την Conchita Piquer. Σημειώνω να το ξανακούσω και να βάλω την Angeles, μια Ισπανίδα φίλη μου, να μου εξηγήσει τους στίχους. Η belle epoque, ωστόσο, έχει περάσει ανεπιστρεπτί και στην πόλη έχουν κτιστεί αρκετά τερατόμορφα ξενοδοχεία. Το ότι δεν χάλασε εξολοκλήρου το τοπίο, οφείλεται στην εκπληκτική φύση. Τα κύματα του Βισκαϊκού Κόλπου, όταν έρχονται άγρια, σκάνε επάνω στον βράχο με τον φάρο και το κιτς άγαλμα της Παναγίας. Η φαρδιά, αμμουδερή παραλία του εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συναγωνίζεται την Κυανή Ακτή και την Ντοβίλ. Το κοντινό και πολύ ομορφότερο κατά τη γνώμη μου Bayonne, στις εκβολές του Adour και του Nive, είναι η πρωτεύουσα της Χώρας των Βάσκων, το γαλλικό τμήμα της οποίας είναι το ένα έβδομο του ισπανικού. Στο μουσείο του μπορεί κανείς να δει αντικείμενα της καθημερινής ζωής και να μάθει ήθη και έθιμα της περίεργης αυτής φυλής, όπως το παιχνίδι Πελότα. Σε ένα από τα υπαίθρια καφέ επιβάλλεται να πιεις ζεστή σοκολάτα, τη σπεσιαλιτέ της περιοχής μαζί με το ζαμπόν που συναγωνίζεται αυτό της Πάρμας. Οι επιγραφές είναι δίγλωσσες. Η βασκική (euskara), που παραμένει άγνωστης προέλευσης καθώς δεν συγγενεύει με καμιά από τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, συνδυάζει συχνά τα σύμφωνα ΤΧ. Νοτιότερα, σε απόσταση αναπνοής από τα ισπανικά σύνορα, το St-Jean-de-Luz είναι εξαιρετικά τουριστικό, ενώ τόνοι και σαρδέλες εξακολουθούν να ξεφορτώνονται σε μεγάλες ποσότητες από τις βάρκες των ψαράδων. Εκείνο όμως για το οποίο έχει μείνει στην ιστορία, είναι ότι υπήρξε ο τόπος όπου ο Λουδοβίκος ΙΔ’ παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του Μαρία-Θηρεσία το 1660. Διατηρούνται ακόμη τόσο η εκκλησία του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή, με όλη τη βασιλική μεγαλοπρέπεια του 17ου αι. αποτυπωμένη στο χρυσοποίκιλτο τέμπλο του, όσο και τα δύο ξεχωριστά αρχοντικά στα οποία διανυκτέρευσε το ζευγάρι πριν τον γάμο. Στη διπλανή Cibourne υπάρχει το σπίτι που γεννήθηκε ο συνθέτης Maurice Ravel. Για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια που ταξιδεύω στην Ευρώπη έχω διασχίσει τόσα χιλιόμετρα δίχως να μου ζητηθεί το διαβατήριο ούτε μία φορά! Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα περισσότερα από κάθε άλλη φορά μοτέλ που συναντήσαμε στον δρόμο, με κάνει να ξεστομίσω «Η αμερικανοποίηση της Ευρώπης». Το λέω στα γερμανικά, ο Loren καταλαβαίνει ποιους υπαινίσσομαι και ξεκαρδιζόμαστε. Δεν θα αργήσω, ωστόσο, να διαψευστώ. Στο ξενοδοχείο Europa του San Sebastian θέλουν διαβατήριο! Έχουμε κουραστεί αρκετά από το ταξίδι και η υπέροχη αυτή πόλη των 200.000 κατοίκων που ερωτεύομαι πάραυτα, είναι ό,τι πρέπει για λίγη χαλάρωση. Στη ρεσεψιόν μας πληροφορούν πόσο τυχεροί είμαστε αφού έβρεχε όλο το καλοκαίρι, μέχρι και δυο μέρες πριν φτάσουμε. Τώρα είναι αργά το απόγευμα αλλά η παραλία La Concha ακόμη γεμάτη από κόσμο που κάνει ηλιοθεραπεία. Κάνουμε έναν μεγάλο περίπατο και σταματάμε συμπτωματικά στο μπαρ Valles, στον κεντρικό πεζόδρομο. Δοκιμάζουμε τις υπέροχες λιχουδιές (tapas), και δεν χορταίνουμε να ανανεώνουμε τις παραγγελίες πίνοντας κόκκινο κρασί, υπό τους ήχους μιας μπάντας περιπλανώμενων μουσικών.
Πέμπτη 12.09.2002
Εδώ και αρκετά χρόνια, από την πρώτη στιγμή που το θαύμασα σε φωτογραφία, ήθελα να δω από κοντά το «Χτένι του Ανέμου» («El Peine del Viento»), το σύμπλεγμα των τριών ξεχωριστών σιδερένιων γλυπτών του Eduardo Chillida που είναι χωμένα στα βράχια. Τα βρίσκουμε στο τέλος της παραλίας. Από πάνω τους υψώνεται το βουνό Igeldo, όπου ο σπουδαίος Βάσκος καλλιτέχνης ζούσε μέχρι τον πρόσφατο θάνατό του. Η απόσταση μέχρι το Bilbao είναι γύρω στα εκατό χιλιόμετρα, αλλά χρειαζόμαστε πολύ περισσότερο χρόνο από ό,τι υπολογίζαμε, μιας και αποφασίσαμε να μην πάρουμε την εθνική οδό, αλλά να περιπλανηθούμε ανάμεσα στις κωμοπόλεις και τα χωριά. Στην επιστροφή θα διαπιστώσουμε πως δεν άξιζε τον κόπο, αφού το τοπίο από την εθνική οδό είναι πολύ όμορφο και καταπράσινο. Το μόνο που θέλουμε να δούμε στο Μπιλμπάο - πολλοί ισχυρίζονται πως είναι και το μόνο αξιοθέατο της πόλης - είναι το μουσείο Guggenheim, έργο του γνωστού αρχιτέκτονα Frank O. Gehry. Σε μια έκταση που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί (φτιάχνεται το πάρκινγκ στον περίβολο) ορθώνεται το τόσο χαρακτηριστικό κτήριο από τιτάνιο, που από μακριά μοιάζει σαν γιγαντιαίο γλυπτό λουλούδι. Μέσα στα πέντε χρόνια της λειτουργίας του, το μουσείο προσέλκυσε αρκετά εκατομμύρια επισκέπτες και έκανε πολλούς να σκεφτούν ακόμη πιο σοβαρά τη δυνατότητα του κέρδους μέσω του πολιτισμού, αφού δεν είναι μόνο τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και οι ταξιτζήδες που επωφελούνται από αυτή την υπόθεση. Τα τελευταία χρόνια, πολλές αεροπορικές εταιρίες πρόσθεσαν δρομολόγια σ’ αυτή την ξεχασμένη γωνιά της Ισπανίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά τα συνδικάτα, οι Βάσκοι καλλιτέχνες και αργότερα κι ο λαός είχαν εναντιωθεί στην ιδέα. Σήμερα είναι όλοι περήφανοι. Η πρώτη εντύπωση από το αχανές μουσείο είναι ότι λείπουν τα εκθέματα. Η μόνιμη έκθεση στο ισόγειο φιλοξενεί τα λιγοστά έργα των Κουνέλη, Beuys, Serra, Morris, Merz, Holzer... Στον δεύτερο όροφο ετοιμάζεται η αίθουσα που θα στεγάσει τα έργα του Rubens, ενώ στις εναλλασσόμενες εκθέσεις του τρίτου παρουσιάζονται αυτή την εποχή φωτογραφίες του σκηνοθέτη Wim Wenders από Ισραήλ, Ιαπωνία, Αυστραλία και ΗΠΑ. Πίσω στο San Sebastian (Donostia όπως είναι η ονομασία του στη γλώσσα των Βάσκων και το ομώνυμο κιν/φικό φεστιβάλ που ξεκινάει την ερχόμενη βδομάδα) θα φάμε και πάλι richos και tapas. Ένα πολύ ηλικιωμένο ζευγάρι θα καθίσει δίπλα μας και η γυναίκα θα μας πει την ιστορία της ζωής της σε πολύ καλά αγγλικά. Είναι κοσμογυρισμένοι και μας συγχαίρουν για την εκλογή μας να φάμε εκεί. «Είναι το καλύτερο της πόλης! Ακόμη και οι Μαδριλένοι το ζηλεύουν...» Μια βόλτα στη δροσερή νύχτα είναι ο καλύτερος τρόπος να χωνέψεις.
Παρασκευή 13.09.2002
Αφήνουμε πίσω μας το ηλιόλουστο - όχι για πολύ όμως, απ’ ό,τι ισχυρίζονται οι μετεωρολόγοι - San Sebastian και παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής. Δεν αργούμε να βγούμε από την Ισπανία και κατευθυνόμαστε προς την Toulouse, που θα διασχίσουμε ανεπιτυχώς, δίχως δηλαδή να καταφέρουμε να βρούμε μέρος για στάθμευση. Η αλήθεια είναι ότι θέλουμε να κάνουμε όσο το δυνατόν περισσότερα χιλιόμετρα σήμερα που έχουμε καλό αυτοκινητόδρομο έτσι ώστε αύριο, που θα έχουμε μπροστά μας βουνά και επαρχιακούς δρόμους που δεν ξέρουμε, να είμαστε πιο χαλαροί. Περνάμε από το Albi, τη γενέτειρα του Τουλούζ Λωτρέκ, και διανυκτερεύουμε στο κρύο Rodez, όπου τρώω ένα εξίσου κρύο πιάτο με κρεατικά της περιοχής σε ένα εστιατόριο με θέα τον φωτισμένο καθεδρικό. Ο Loren προτιμά τα ζυμαρικά.
Σάββατο 14.09.2002
Η μέρα είναι ηλιόλουστη, ό,τι πρέπει για να διασχίσουμε τα βουνά. Θα κάνουμε μια μικρή στάση στο Le Puy (= Η Κορυφή), στην κεντρική πλατεία του οποίου γιορτάζεται ένα φεστιβάλ και πολλοί κάτοικοι είναι ντυμένοι με μεσαιωνικά κοστούμια. Τρώμε τάρτες πίνοντας εσπρέσο και συνεχίζουμε. Στόχος μας είναι η Vienne. Η πάλαι ποτέ ρωμαϊκή πόλη απλώνεται στην αριστερή όχθη του Ροδανού (Rhône). Από την εποχή του αυτοκράτορα Αύγουστου χρονολογείται ο ναός του Αυγούστου και της Λιβίας, που κατά τον μεσαίωνα λειτούργησε ως εκκλησία. Ανάμεσα στα ρωμαϊκά μνημεία συγκαταλέγεται κι ένα θέατρο που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Ο καιρός συνεχίζει να είναι με το μέρος μας. Κάνουμε βόλτες στην πόλη, που παραδόξως δεν έχει ζωή κατά μήκος του ποταμού. Ολόκληρη η περιοχή είναι ξακουστή για τις γαστρονομικές απολαύσεις της. Αρκεί βέβαια να προνοήσεις να κλείσεις τραπέζι από νωρίς. Ο κόσμος εδώ τρώει! Και τρώει πολύ καλά! Στο εστιατόριο που πηγαίνουμε, ο σερβιτόρος μας φέρνει το μενού κι εμείς αρχίζουμε το δύσκολο έργο της επιλογής. Σε λίγο έρχεται να μας πληροφορήσει ότι δεν υπάρχουν πλέον «grenouille». Δεν στενοχωριέμαι επειδή δεν ξέρω τι είναι και επειδή έχουμε διαλέξει ήδη κάτι άλλο. Ταυτόχρονα διαπιστώνω πως έχω ξεχάσει στο ξενοδοχείο και το μικρό λεξικό που κουβαλάω πάντα μαζί μου. Σε λίγο βλέπω να φέρνει μια πιατέλα grenouille, προφανώς τα τελευταία, στο διπλανό τραπέζι. Μοιάζουν με chicken wings, που δεν με ξετρελαίνουν ούτως ή άλλως, αλλά η σάλτσα με τον βασιλικό μου φαίνεται περίεργη. «Άλλα ήθη, άλλα έθιμα σκέφτομαι», αλλά δεν το ξεχνάω. Πίσω στο δωμάτιο θα ανατρέξω στο λεξικό και θα μάθω τη σημασία που σίγουρα δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είναι βατραχοπόδαρα! Από το παράθυρο του ξενοδοχείου de la Poste (από την αλυσίδα Citôtel, που συνήθως διαθέτει παλιά κτήρια εκσυγχρονισμένα) έχουμε θέα στο κέντρο της πόλης.
Κυριακή 15.09.2002
Η τρίτη (κατ’ άλλους δεύτερη) σε πληθυσμό πόλη της Γαλλίας, Lyon, απέχει μόλις είκοσι χιλιόμετρα. Γνωστή και ως «πρωτεύουσα της καλοζωίας» χάρη στον περίφημο αρχιμάγειρα Paul Bocuse, υπεύθυνο για τον όρο «Nouvelle Cuisine», αλλά και τα πάμπολλα εξαιρετικά εστιατόρια με αστεράκια στον οδηγό Michelin. Ευτυχώς που είναι Κυριακή και δεν έχουμε το χάος της καθημερινής κυκλοφορίας, για την οποία η πόλη είναι επίσης περιβόητη. Καταφέρνουμε με σχετική άνεση να διασχίσουμε το Presqu’Ile, το τμήμα που βρίσκεται ανάμεσα στους δύο ποταμούς Rhône και Saône, και να σκαρφαλώσουμε στη Fourviére, τον λόφο ύψους 300 μ., όπου κατά τη ρωμαϊκή εποχή δέσποζαν τα ανάκτορα των αυτοκρατόρων. Από τον 19ο αι. κυριαρχεί η απροσδιορίστου τεχνοτροπίας και μάλλον κακόγουστη Notre-Dame-de-Fourviére. Στους πρόποδες του λόφου διατηρείται η παλιά πόλη, που θεωρείται το πλέον ομοιογενές αναγεννησιακό οικοδομικό τετράγωνο σε ολόκληρη τη χώρα. Στο κέντρο του κυριαρχεί ο καθεδρικός St-Jean. Στη δυτική όχθη του Saône πολλοί καλλιτέχνες εκθέτουν τα έργα τους, όπως συμβαίνει τα κυριακάτικα πρωινά σε πολλές πόλεις του κόσμου. Αφήνουμε πίσω μας τα σμήνη να βολτάρουν και κατευθυνόμαστε ανατολικά. Ένα από τα όνειρά μου εδώ και μερικά χρόνια ήταν να δω τη Γενεύη. Η πόλη βρίσκεται στα σύνορα Γαλλίας – Ελβετίας και καταλαβαίνεις θαυμάσια ότι τα διασχίζεις, αφού το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να πληρώσεις 30 (τριάντα) € για τη χρήση των αυτοκινητόδρομων! Δεν μπορώ να πω ότι η πόλη με συνεπαίρνει αμέσως. Η ομώνυμη λίμνη είναι γεμάτη ιστιοφόρα, το νερό της σκούρο μπλε, σαν θαλασσινό. Ολόκληρη η νότια πλευρά της ανήκει στη Γαλλία. Εκεί βρίσκονται και οι πηγές του Evian. Εμείς παίρνουμε τη βόρεια πλευρά που έχει τον καλύτερο δρόμο (τι, τζάμπα πληρώσαμε τα 30 ευρώ;) και αφού διασχίζουμε τη Λωζάνη που επιφανειακά μου φαίνεται πιο όμορφη, φτάνουμε στο Montreux και το Vevey. Το πρώτο μού είναι γνωστό από την εποχή του «Smoke On The Water» των Deep Purple, στο οποίο περιγράφουν το περιστατικό της πυρκαγιάς. Το δεύτερο το έμαθα από τη ζωντανή ηχογράφηση των ανεκδιήγητων Tin Machine του David Bowie, που διατηρεί μια έπαυλη εκεί κοντά για την οποία σε μια συνέντευξή του είχε πει πως κάθε μέρα το γύρω τοπίο μοιάζει με φωτογραφία από σελίδα ημερολογίου. Έτσι είναι! Τα σπίτια είναι χτισμένα πάνω στην πλαγιά του λόφου, το φως του ήλιου αντανακλά πάνω τους και στους πρόποδες απλώνεται η λίμνη. Με όλες αυτές τις στάσεις έχει περάσει η ώρα αρκετά και θέλουμε να κοιμηθούμε στη Besançon. Ύστερα από δύο σχεδόν βδομάδες στη Γαλλία έχω εξοικειωθεί με τη γλώσσα. Είμαι σε θέση να κλείνω δωμάτια από το τηλέφωνο και, ακόμη πιο σημαντικό, να καταλαβαίνω τις οδηγίες που μου δίνουν για το πώς θα τα βρω! Οφείλω να ομολογήσω ότι μπορεί οι Γάλλοι να έχουν άθλιο σύστημα εκπαίδευσης αναφορικά με τις ξένες γλώσσες, αλλά δεν είναι καθόλου σνομπ όταν προσπαθείς να μιλήσεις τη δική τους. Παρά το γεγονός ότι τα γαλλικά μου είναι ελάχιστα, δείχνουν να με καταλαβαίνουν και συνεννοούνται μαζί μου υπομονετικά! Μένουμε στη γραφική παλιά πόλη που περιβάλλεται από τον ποταμό Doubs (Ντου). Στο νούμερο 140 της κεντρικής οδού Grand Rue υπάρχει το σπίτι που γεννήθηκε ο Βίκτωρ Ουγκώ και πολλά ακόμη διατηρημένα κτήρια από τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα. Κοντά στην περιοχή γεννήθηκε και ο ζωγράφος Γκυστάβ Κουρμπέ. Έχει νυχτώσει όταν είμαστε πλέον στο δωμάτιο και είναι δύσκολο να βρούμε κάτι για φαγητό. Πολλά εστιατόρια έχουν ρεπό και τα λιγοστά ανοιχτά είναι γεμάτα.
Δευτέρα 16.09.2002
Αποφασίζουμε να περάσουμε μια ήσυχη μέρα κάνοντας μια μικρή εκδρομή μέχρι την Arbois, που φημίζεται για τα αμπέλια που την περιβάλλουν και για το σπίτι όπου ο γεννημένος στην κοντινή Dole, Louis Pasteur, πέρασε την παιδική του ηλικία και έκανε τα πρώτα του πειράματα. Πολλά καταστήματα είναι κλειστά. Από τα ονόματα στις ταμπέλες καταλαβαίνω ότι η οικογένεια Tissot πρέπει να είναι ιδιαίτερα εύπορη αφού βλέπω τέσσερα διαφορετικά μαγαζιά μ’ αυτό το όνομα. Ειδικεύονται σε - τι άλλο – κρασιά! Πίσω στη Μπεσανσόν, ανεβαίνουμε στο φρούριο με τον ζωολογικό κήπο και απολαμβάνουμε τη θέα. Για τελευταίο δείπνο στη Γαλλία διαλέγουμε το παραδοσιακό (από το 1886) εστιατόριο La Polonais.
Τρίτη 17.09.2002
Αφού έχουμε διανύσει κοντά 5.000 χιλιόμετρα μέσα από πέντε χώρες, και έχουμε συμπληρώσει τον κύκλο της Γαλλίας πίνοντας όσο περισσότερο νερό Μπαντουά γινόταν, επιστρέφουμε στη Γερμανία.




2002/2006

Sunday, March 19, 2006

Εντυπώσεις από τη σύγχρονη Παλιά Ελλάδα

«Πόσο όμορφα μπορεί να είναι τα πιο απλά πράγματα…», είναι μια κοινοτοπία που έχουμε ακούσει να εκφράζεται από πολλούς αλλά, σίγουρα, κι εμείς οι ίδιοι έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να τη λέει. Έτσι ένιωσα καθώς ξεκουραζόμουν στο Innsbruck ύστερα από οκτώ ώρες ταξιδιού. «Δεν είναι τυχαίο», σκέφτηκα καθώς έτρωγα Tafelspitz (παραδοσιακό αυστριακό φαγητό: βραστό κρέας με λαχανικά) και πίνοντας μια παγωμένη μπίρα Zipfer - Urtyp, «που αποκαλούν την Αυστρία ‘Disneyland’ της Ευρώπης». Όλα μοιάζουν να είναι μια όμορφη πρόσοψη, ένα περιποιημένο façade. Παραμυθένια! Σπίτια στις πλαγιές των Άλπεων και χιόνι στις κορυφές. Ο ήλιος αντανακλά δεξιά κι αριστερά σαν σποτάκι κι όταν κρύβεται πίσω από κάποιο σύννεφο, αφήνει μια σκοτεινή κηλίδα στο γρασίδι. Οι αγελάδες βόσκουν αμέριμνες. Παραγγέλνω ένα Apfelstrudel. Αν και δεν είμαι φίλος των γλυκών, θεωρώ έγκλημα να μην τα δοκιμάσω στην Αυστρία.
Ξυπνάω σ’ ένα δωμάτιο κοντά στο Brennerpass. Κοιμήθηκα καλά, μα όπως συμβαίνει τακτικά τελευταία, είδα ανήσυχα όνειρα. Νυχτερινές επεξεργασίες των όσων συμβαίνουν στην καθημερινότητα… Ένα πλούσιο πρωινό, γεμάτο χοληστερίνη, και αναχώρηση. Ο ήλιος ξεπροβάλλει δειλά. Από τα σύνορα έχουν μείνει μόνο τα τολ, εκεί που κάποτε γινόταν ο έλεγχος διαβατηρίων. Πόσα έχουν αλλάξει τα τελευταία πέντε - έξι χρόνια!
Η Βενετία δεν απέχει παρά μόνο τρεις ώρες. Έχω περιθώρια να τη δω καθώς περιμένω τον απόπλου του φεριμπότ. Εκκλησίες φτιαγμένες από μάστορες και έργα από καλλιτέχνες όπως ο Tiepolo ή ο Tintoretto. Σκούρα χρώματα. «Πόλη από χρυσάφι κι από σμάλτο…», που λέει ο Καρυωτάκης. Ανακαλύπτω τυχαία το μουσείο Guggenheim, αλλά είναι κλειστό, όπως κάθε Τρίτη. Μου κάνει εντύπωση πόσο άδειοι είναι ορισμένοι δρόμοι… Από τότε που ξαναείδα το «Don’t Look Now» του Nicholas Roeg ή τον «Θάνατο στη Βενετία» του Λουκίνο Βισκόντι είχα εντυπωσιαστεί από τις σκηνές στους άδειους δρόμους και απορούσα πώς είχαν καταφέρει να απομακρύνουν τον κόσμο. Ίσως, τελικά, να μην ήταν και τόσο δύσκολο.
Το «Αρετούσα» είναι ένα σύγχρονο και άνετο πλοίο με εξυπηρετικό προσωπικό. Κάθομαι σε ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο και απολαμβάνω το πρώτο μου (μέτριο) ελληνικό πιάτο, καθώς απομακρυνόμαστε μέσα από τα κανάλια για την Αδριατική.
Ύστερα από ταξίδι διαρκείας 32 ωρών αποβιβαζόμαστε στην Πάτρα. Είναι 6 π.μ.! Η περιπέτεια ξεκινάει. Δύσκολο να βρεις πινακίδες με κατεύθυνση τον Πύργο. Ωστόσο, μέχρι το μεσημέρι καταφέρνω να δω την πευκοφυτεμένη ακτή Καλόγρια, τα λουτρά Κυλλήνης και να επιβιβαστώ στο πλοίο για Κεφαλονιά. Η πρώτη εντύπωση από το Αργοστόλι: ο μονόδρομος ισχύει για όσους έχουν την ευγενή καλοσύνη - γενικά, στη σύγχρονη Ελλάδα η ευγένεια αποτελεί μέρος του κεφαλαίου «Θρύλοι και Παραδόσεις» - να υπακούσουν στα διεθνή σήματα της τροχαίας. Οι υπόλοιποι δρουν κατά βούληση. Είναι ελεύθερα πνεύματα και δεν δεσμεύονται από συνωμοτικούς κανονισμούς. Οι τροχονόμοι κάνουν όχι μόνο τα στραβά μάτια, αλλά βοηθούν και τους γνωστούς τους νταλικέρηδες να παρανομήσουν ανώδυνα!
Το Φισκάρδο είναι όμορφο και αναλογίζομαι πόσο πιο όμορφο ακόμη θα μπορούσε να είναι αν… όχι όμως, δεν θα χαλάσω τις διακοπές μου από την πρώτη μέρα. Σύμφωνα με την ιστορία πήρε το όνομά του από τον πειρατή Roberto Guiscardo, που κατόρθωσε να αράξει στο λιμάνι του το 1185 και να καταλάβει ολόκληρο το νησί. Κάθομαι στο μπαλκόνι μιας πανσιόν και βλέπω τα κότερα στο μικρό, φυσικό λιμάνι. Από κάτω λεμονιές. Κοντεύει επτά και έχει βγάλει ψύχρα. Φαγητό στης Τασίας. Δυστυχώς έχω καθίσει με την πλάτη μου γυρισμένη προς το μέρος της και μπορώ μόνο να την ακούω να μιλάει ακατάπαυστα στο κινητό της. Η Έλσα Μάξγουελ του νησιού;
Έχοντας κοιμηθεί νωρίς, κατά τις έντεκα, ξυπνώ στις δέκα. Κόντεψα να κλείσω δωδεκάωρο ύπνου, αλλά με στομαχικές διαταραχές ύστερα από τη νόστιμη, αλλά βαριά κρεατόπιτα. Δυο χελιδόνια μπαίνουν μέσα στο δωμάτιο και ξαφνιάζονται πιο πολύ από μένα.
Πρωτοαντικρίζω την παραλία του Μύρτου από ψηλά, ένα απέραντο τιρκουάζ ανάμεσα στην πράσινη βλάστηση. Είναι τόσο όμορφη, που δεν πιστεύω ότι υπάρχει ατραπός που να οδηγεί μέχρι κάτω. Ωστόσο, σε λίγες στροφές ξεπροβάλλει ένας δρόμος, που βέβαια τον ακολουθώ μέχρι να βρεθώ δίπλα στα λίγα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Απλώνω την πετσέτα μου στη φαρδιά παραλία με τη λευκή άμμο και βουτάω στα κρύα, βαθιά και ιδιαίτερα αλμυρά νερά… Πιστεύω πως κάπως έτσι πρέπει να ένιωθαν όσοι έβγαιναν από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Αργότερα, περιγράφοντας την εμπειρία στην Τασία, μαθαίνω πως πριν από δύο χρόνια η παραλία αυτή στόλιζε την αφίσα του ΕΟΤ. «Είχε πίσσες;» με ρώτησε; Ενήμερη για τα πάντα ήξερε, χωρίς να έχει πάει, ότι την προηγούμενη ο αέρας είχε βγάλει πίσσα στην ακτή. Ίσως γι’ αυτό να καθάριζαν οι φαγάνες… Θέλει να μάθει τα πάντα για τη Σάμη. Εκεί έχουν στηθεί τα σκηνικά για τα γυρίσματα της ταινίας «Το Βιολί του Λοχαγού Corelli» με τον Nicolas Cage και την Penelope Cruz. Πέρασα, έριξα μια ματιά και έβγαλα μερικές φωτογραφίες.
Διασχίζοντας κάθετα το νησί, από Βορρά προς Νότο, η φύση οργιάζει. Ο πανύψηλος Αίνος (1680μ.) είναι γεμάτος λιλά και κίτρινα χρώματα και μυρωδιές από θυμάρι. Τα Κουρκουμελάτα (η κατάληξη –άτα είναι χαρακτηριστική πολλών τοπωνυμίων της Κεφαλονιάς) κτίστηκαν εκ νέου, ύστερα από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1953, με χρήματα του πλοιοκτήτη – ευεργέτη Γ. Βεργώτη. Είναι το μόνο μέρος που έχει πεζοδρόμια! Από την Πεσάδα φεύγει το ferry για τη Ζάκυνθο, σ’ ένα ταξίδι που διαρκεί μιάμιση ώρα.
Είναι Κυριακή πρωί και έχει συννεφόκαμα. Η πλατεία με το άγαλμα του Διονυσίου Σολωμού είναι όμορφη, αλλά η πόλη δεν λέει πολλά. Έχει θόρυβο και αρκετή σκόνη. Στο μουσείο υπάρχουν δύο τέμπλα από ναούς του 16ου αιώνα, που καταστράφηκαν από τους σεισμούς του 1953 και αρκετές σκουρόχρωμες αγιογραφίες από τον 18ο αιώνα, των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής Νικόλαου Καντούνη και Νικολού Κουτούζη, σε τεχνοτροπία βενετσιάνικης αναγέννησης (Τιτσιάνο, Ελ Γκρέκο…). Στον Κουτούζη (1742 – 1813), που ήταν παπάς αλλά και συγγραφέας, ανήκουν οι «Βωμολοχικές Σάτιρες Ιερέων». Σε μια άλλη πλατεία, η προτομή του Γρηγόρη Ξενόπουλου, δώρο ενός γυμνασίου από την Αθήνα. Στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου δεν επιτρέπεται η είσοδος σε άνδρες με βερμούδα, εκτός και αν λαδώσεις τον… υπεύθυνο, που επιμένει να μου δώσει ένα παντελόνι. Θέλω να τον ρωτήσω αν σκανδαλίζεται ο άγιος ή ο ίδιος από τις αντρικές γάμπες, αφού οι γυναίκες μπαίνουν με φούστα, η οποία μάλιστα σαφώς προτιμάται από το παντελόνι, την ώρα που βγαίνει κάποιος κύριος με σορτ (πιο κοντό παρακαλώ από το δικό μου, και - ας μου επιτραπεί - η όλη εικόνα του μάλλον ακαλαίσθητη). Δεν περιμένω να λυθούν οι απορίες μου, αλλά ρωτάω τον επιστάτη γιατί και πώς; «Δεν ήταν μέσα» μου απαντάει με άνεση Μινχάουζεν, ενώ η παρέα του κυρίου τον περιμένει έξω και αναρωτιέται αν έβαλε μέσο για να μπει… Τι λέει ο Χριστόδουλος για αυτά θα ήθελα να μάθω, αλλά μάλλον δεν θα συναντηθούμε στον Παράδεισο…
Νοτιότερα, οι οικισμοί Καλαμάκι και Λαγανάς, έχουν μετατραπεί σε κακόγουστα βρετανικά θέρετρα τύπου Brighton. Ροδαλοί Εγγλέζοι κυκλοφορούν πίνοντας μπίρες απροστάτευτοι στον ήλιο του καταμεσήμερου και δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τον σπουδαίο συμπατριώτη τους Nöel Coward και το «Mad dogs and Englishmen go out in the mid-day sun...». Μακριά!
Στην πανσιόν του Φισκάρδου δεν είχα απαίτηση να στρώνουν τα κρεβάτια (ωστόσο θα έπρεπε να κόβουν αποδείξεις), αλλά στο ξενοδοχείο της Ζακύνθου ALBA; Χώρια που τα υδραυλικά και στα δύο μέρη είναι για… γκρέμισμα. Οι δε αποχετεύσεις, γενικά στην Ελλάδα, θα πρέπει να έχουν διάμετρο ανάλογη του εγκεφάλου του κατασκευαστή τους. Πουθενά δεν έχω δει να βουλώνουν ευκολότερα!
Ύστερα από ένα ανούσιο πρωινό με φρυγανιές (εκ των ουκ άνευ του Greek breakfast), απαίσιο χυμό, μαρμελάδα, βούτυρο και μέλι αναχωρώ για την Κυλλήνη και από εκεί για την Ολυμπία με καταρρακτώδη βροχή. Πριν από μερικές μέρες δεν άναψε η φλόγα στο Ηραίον, κατά την τελετή της αφής της για τους Ολυμπιακούς αγώνες του Sydney και τώρα παίζεται το παιχνίδι της υπαιτιότητας. Η υπευθυνότητα των πολλοστών «παραγόντων» σταματάει και δηλώνουν ανεύθυνοι όταν έρχεται η στιγμή να λογοδοτήσουν. Αθάνατη Ελλάδα! Στο μουσείο, οι μετόπες του Ναού του Διός με αναπαραστάσεις των δώδεκα άθλων του Ηρακλή, αλλά κυρίως ο Ερμής του Πραξιτέλη (330 π. Χ.) και η παλαιότερη Νίκη του Παιωνίου (421 π. Χ.) αποτελούν τα σπουδαιότερα εκθέματα. Η τοποθεσία του αρχαιολογικού χώρου είναι ασυναγώνιστη, όπως άλλωστε και όλη η διαδρομή ανατολικά, με κατεύθυνση την Αρκαδία. Εδώ ξεκίνησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες γύρω στο 776 π. Χ., όπου μόνο η νίκη (και όχι η συμμετοχή) ήταν αυτό που μετρούσε. H άλτις είναι το ιερό πεδίο, όπου σύμφωνα με την παράδοση βρισκόταν ο τάφος του Πέλοπα (Πελοπείον), του μυθικού βασιλιά που έδωσε το όνομά του στην Πελοπόννησο, αφού είχε νικήσει σε μάχη - με όχι ιδιαίτερα τίμια μέσα - τον πατέρα της Ιπποδάμειας Οινόμαο, και κατέκτησε τόσο το βασίλειο όσο και την κόρη του. Στη σύγχρονη Ελλάδα παρακολουθώ άλλοτε με αμηχανία κι άλλοτε με αγανάκτηση τα ψέματα της τηλεόρασης. Δεν ήταν μήπως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που κατέστρεψαν τα αρχαία αγάλματα; Δεν ήταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος, που κατήργησε το 393 μ. Χ. τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως «ειδωλολατρικούς», πριν επανέλθουν το 1896 ύστερα από πρωτοβουλία του «δυτικού» βαρόνου, ιστορικού και παιδαγωγού Pierre de Coubertin και του παραγνωρισμένου Δημήτριου Βικέλα;
Βρίσκω κατάλυμα στα Λαγκάδια, ένα χωριά χτισμένο από πέτρα και κεραμίδι, στην πλαγιά του βουνού. Το ξενοδοχείο Μανιάτης είναι πολύ περιποιημένο, έχει εξαιρετική θέα, αλλά το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ από έναν απροσδιόριστο θόρυβο. Όταν κατά τις πέντε καλώ τη ρεσεψιόν - δηλαδή την ιδιοκτήτρια -, το ανεξήγητο μυστήριο λύνεται: υπάρχουν πλαστικές καρέκλες στην ταράτσα που μετακινούνται από τον αέρα! Θυμάμαι ένα παρόμοιο φαινόμενο, που αντιμετώπισα σ’ ένα… νεκροταφείο της Σαντορίνης, αλλά αυτά είναι άλλο θέμα. Η Αρκαδία παινεύεται από την εποχή του Βιργιλίου και έχει γίνει συνώνυμη του επιθέτου «βουκολικός». Πράγματι, βοσκοί συνοδεύουν τα κοπάδια τους στα καταπράσινα εδάφη, ανάμεσα στις κορυφές τους Μαινάλου. Το βράδυ μου είναι δύσκολο να αντισταθώ στο κατσικάκι με τις πατάτες στο φούρνο.
Ύστερα από ένα πρωινό με βούτυρο, μέλι και ολόφρεσκο ψωμί ξεκινάω για εξερεύνηση της περιοχής. Φτάνω έτσι μέχρι την αρχαία Μαντινεία. Ο χώρος είναι περιφραγμένος, αλλά επιτρέπεται η είσοδος από μια σιδερένια αυλόπορτα. Μαζί με την Τεγέα και το Παλλάντιον αναφέρεται ως μία από τις τρεις πόλεις που βρίσκονται σε υψόμετρο 600 μ. Ερείπια τειχών και ενός θεάτρου, που τοποθετείται στο 360 π. Χ. Απέναντι από τη σιδερένια αυλόπορτα βρίσκεται η πιο περίεργη εκκλησία της Ελλάδας. Η Αγία Φωτεινή, χτισμένη το 1970-72, αποτελεί μια αναδρομή στην ελληνική αρχιτεκτονική ιστορία, καθώς εκπροσωπεί όλους τους γνωστούς ρυθμούς. Συμπτωματικά, βρίσκεται εκεί ο αρχιτέκτονας και εξηγεί το έργο του στους δασκάλους ενός σχολείου παιδιών με ειδικές ανάγκες, που χαλάνε τον κόσμο. Εξίσου κιτς μου φαίνεται και το Art-Hotel Μαίναλον, στη Βυτίνα, δημιούργημα ενός Αθηναίου γκαλερίστα. Ο αρχαίος Ορχομενός, βορειοδυτικά της Μαντινείας, μνημονεύεται ήδη από τον Όμηρο. Το καταπράσινο τοπίο κλέβει την παράσταση από τα λιγοστά ευρήματα. Είναι μέσα Μαΐου και κάνει κρύο, ακόμη και το μεσημέρι, σε σημεία που δεν χτυπά ο ήλιος.
Τα σπίτια στη Δημητσάνα, γενέτειρα του αμφιλεγόμενου Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, που απαγχονίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, μοιάζουν να είναι τοποθετημένα στην καταπράσινη πλαγιά, όπως τα στολίδια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αετοφωλιά, να σου κόβεται η ανάσα! Το ομορφότερο «βουνίσιο» χωριό της Ελλάδας; Εκκλησίες παντού. Και χτίζονται διαρκώς καινούριες - εκτρώματα. Οι άντρες ντυμένοι με καφέ και γκρι χρώματα. Ελάχιστες γυναίκες κυκλοφορούν. Υπάρχει νόμος που λέει ότι τα εστιατόρια πρέπει να έχουν υφασμάτινα τραπεζομάντιλα, μου εξηγεί κάποιος. Δεν λέει όμως ότι δεν πρέπει να στρώνουν χαρτί από πάνω τους! Ποιος κοροϊδεύει ποιον ήθελα να ήξερα.
Διασχίζω την όμορφη Αρκαδία προς τον Νότο. Μετά την Καρύταινα (λίγο υπερβολικά, αναφέρεται ως «ελληνικό Τολέδο» στον ταξιδιωτικό οδηγό) και την Ανδρίτσαινα, έρχονται οι Βάσσες στα σύνορα τριών νομών (Ηλείας – Αρκαδίας – Μεσσηνίας), με τον Ναό του Επικούρειου Απόλλωνα (έργο του Ικτίνου), που λύτρωσε τους κατοίκους της περιοχής από λοιμό. Είναι καλοδιατηρημένος, με κολώνες από ασβεστόλιθο, αλλά καλυμμένος από μια τέντα για προστασία. Οι αρχαιολόγοι εργάζονται αδιάκοπα για τη συντήρησή του, χρηματοδοτημένη κατά 75%, όπως τα περισσότερα έργα που γίνονται, από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διασχίζοντας τα όρια των νομών και πλησιάζοντας προς τη θάλασσα, το τοπίο αλλάζει. Τα θεόρατα δέντρα της Αρκαδίας δίνουν τη θέση τους σε χαμηλότερα. Η Κυπαρισσία είναι γνωστό τουριστικό θέρετρο, προσωπικά ξέρω τέσσερις Γερμανούς που έχουν σπίτια εκεί γύρω. Νοτιότερα, σε απόσταση 12 χιλιομέτρων όλο κι όλο - ατέλειωτων όμως, έτσι όπως ο δρόμος είναι στενός και γεμάτος στροφές - από τη θάλασσα, στο Χριστιανό ή Χριστιανούπολη, ο χρόνος έχει σταματήσει ανάμεσα στα ελιόδεντρα. Παλιά έδρα του επισκόπου Μεσσηνίας (μέχρι και το 1837), έχει μια γιγαντιαία εκκλησία - Μεταμόρφωση του Σωτήρος - από το 1070. Κατεβαίνω μέχρι τον απομονωμένο Κόλπο της Βοϊδοκοιλιάς και συνεχίζω με κατεύθυνση την Πύλο, όπου εκπλήσσει η ιδιαίτερα μεγάλη πλατεία συγκριτικά με την έκταση της κωμόπολης με τους γερο-πλάτανους. Το δωμάτιο 302 στο ξενοδοχείο Αρβανίτη είναι ήσυχο, ευρύχωρο, έχει υπέροχη θέα στον κόλπο και το νησάκι Σφακτηρία και - αχρείαστο - κλιματισμό. Επιπλέον το καθαρίζουν και στρώνουν τα κρεβάτια. Κι όλα αυτά στην τιμή των 8.000 δρχ. τη βραδιά. Όσο κοστίζει μια μερίδα λυθρίνια!
Το ανάκτορο του Νέστορα, συντρόφου του Οδυσσέα στον Τρωικό Πόλεμο, θεωρείται το πιο καλοδιατηρημένο της Μυκηναϊκής εποχής (13ος αι. π. Χ.). Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η μπανιέρα με την εσωτερική διακόσμηση στον χώρο της βασίλισσας. Συμπαθητικό και το μικρό μουσείο στη Χώρα με ευρήματα μυκηναϊκών (Υστεροελλαδική εποχή 1550-1100 π. Χ.), αλλά και Μεσοελλαδικών χρόνων (2000-1990/1550 π. Χ.) από ανασκαφές στη γύρω περιοχή,. Η είσοδος είναι δωρεάν γιατί σήμερα γιορτάζεται η Παγκόσμια Μέρα των Μουσείων (18 Μαΐου).
Μπάνιο στη Μεθώνη, όπου «μεθούν οι όνοι» από την ευωδιά των αμπελιών της, κάτω από τη σκιά ενός βενετσιάνικου φρουρίου 13ου αι. Η πιο όμορφη Κορώνη θυμίζει νησί και τα σπίτια στο ψηλότερο σημείο του κάστρου της, θυμίζουν κάποια παρόμοια στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης. Στη διαδρομή, η παραλία του Φοινικούντα έχει όμορφα μα αρκετά κρύα ακόμη νερά.
Πίσω στην Πύλο, γνωστότερη ασφαλώς ως Ναβαρίνο από την περίφημη ναυμαχία του 1827, όπου ο ρωσικός – αγγλικός – γαλλικός στόλος κατατρόπωσε τον τουρκικό, βυθίζοντας 55 από τα 82 πλοία του. Ψηλά στο φρούριο λειτουργεί μουσείο με υδατογραφίες που απεικονίζουν επαναστάτες του ’21.
Στην αρχαία Μεσσήνη - και την αρχαιότερή της Ιθώμη - υπάρχουν ευρήματα από ένα Ωδείο και έναν Ναό του Ασκληπιού (1ος αι. μ. Χ.) που, σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, πρέπει να λειτουργούσε ως χώρος στέγασης έργων τέχνης, όπως περίπου τα σημερινά μουσεία. Η Ιθώμη ήταν για τους Μεσσηνίους ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Δίας, τον οποίο έλουζαν οι Νύφες στην πηγή Αρσινόη. Το ολοκαίνουριο μουσείο (δυο μήνες λειτουργίας) φιλοξενεί (εκτός από μύγες) ρωμαϊκά αντίγραφα αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων και αρκετά φαλλικά ομοιώματα, αναθήματα του Ασκληπιείου. Όπως τα διάφορα μέλη του σώματος, που βλέπουμε από χρυσό και ασήμι δίπλα στις εικόνες των εκκλησιών σήμερα.
Στάση στην πανέμορφη Καρδαμύλη, στο ξεκίνημα της χερσονήσου της Μάνης. Νοτιότερα η Στούπα και ακόμη πιο νότια η Αρεόπολη, που κακώς πολλοί τη λένε Αερόπολη, αφού έχει πάρει το όνομά της από τον θεό του πολέμου Άρη. Για πολλούς εδώ αρχίζει η Μάνη. Τα σύννεφα κατεβαίνουν από τον Ταΰγετο και αιωρούνται πάνω από την πλατεία. Είναι Σάββατο απόγευμα και δύσκολο να βρεις δωμάτιο στον Πύργο Καπετανάκου. Υπάρχει χώρος στον «παραδοσιακό ξενώνα Τσιμόβα». Τα δωμάτια του επάνω ορόφου είναι παραδοσιακά χαμηλοτάβανα, τα κρεβάτια στρωμένα με παραδοσιακά κεντήματα, το σαλόνι γεμάτο με μη παραδοσιακές κούκλες και ζωάκια… Στο ισόγειο κυκλοφορεί η οικογένεια. Ξυπνάς νωρίς το πρωί της Κυριακής, θέλοντας και μη, από τα μεγάφωνα της διπλανής εκκλησίας, που είναι μέσα στα αυτιά σου, εκεί που πίστεψες ότι το βασανιστήριο τελείωσε με το τελευταίο χτύπημα της καμπάνας. Στο πρωινό, ο παππούς της οικογένειας που έχει δει τις γερμανικές πινακίδες του αυτοκινήτου, θυμάται τα λόγια του πατέρα του: «αν κερδίσουν οι Γερμανοί τον πόλεμο, ο κόσμος θα ζήσει καλά» και συνεχίζει με το δικό του πόρισμα «δεν τον κέρδισαν και ιδού τα αποτελέσματα!». Ο εγγονός έχει άποψη για το επίκαιρο θέμα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες «πάνω από τη θρησκεία και τον νόμο δεν υπάρχει τίποτε!». Άραγε τι εννοεί; Γιατί στην προκειμένη περίπτωση συγκρούονται ο νόμος και η θρησκεία, δηλαδή οι Ιεράρχες εκπρόσωποί της. Ασφαλώς και δεν ανοίγω συζήτηση με τέτοια άτομα. Μέσα σε λίγες μέρες έχω ακούσει τις πλέον κοντόφθαλμες ανοησίες. Ίσως να είναι απόρροια της γεωγραφικής απομόνωσης της χώρας, αφού οι Έλληνες δεν έχουν μάθει ακόμη να συμβιώνουν με άλλους λαούς. «Το όνομα δηλώνει το θρήσκευμα», είναι μια από αυτές. Λες και δεν υπάρχουν Έλληνες Καθολικοί, λες και επειδή κάποιος έχει ελληνικά όνομα είναι και «Έλληνας». Ας κάνουν μια βόλτα σε διάφορα σημεία του πλανήτη, να δούνε παιδιά από μικτούς γάμους, με ελληνικότατα ονόματα, που δεν μπήκαν ποτέ σε ορθόδοξη εκκλησία (ούτε καθολική ή προτεσταντική), ούτε ξέρουν ελληνικά. Εκτός κι αν εννοούν άλλα πράγματα, πιο «αφηρημένα», που δεν μπορώ να συλλάβω, όταν μιλάνε για πολιτιστική και πολιτισμική ταυτότητα. Κάθε φορά που τίθεται θέμα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, διαπιστώνεται πόσο υστερεί η χώρα, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες της Ε.Ε. Γι’ αυτό και «η χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία» καταδικάζεται κάθε τόσο στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Φεύγω το συντομότερο, πριν μου δείξουν το «πολεμικά μουσείο» που διατηρούν, ένα ενυδρείο δηλαδή με όπλα ατάκτως ερριμμένα! Η τιμή ανεβαίνει στις δώδεκα χιλιάδες αντί των προσυμφωνημένων δέκα. Επειδή ήταν «μόνο μια βραδιά». Η λέξη «απόδειξη» τους είναι τόσο ξένη όσο και η έννοια της δημοκρατίας. Και εθνικόφρονες και κλέφτες του κράτους. Σιγά την αντίφαση! Κάτι τέτοιοι τύποι έχουν πάρει τη λέξη «πατριώτης» εργολαβία. Δεν τους κάνω καν τη χάρη να παζαρέψω. Αφήνω τη σπηλιά τους και οδεύω στο σπήλαιο του Δυρού με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, παλαιολιθικής εποχής που ανακαλύφθηκε στη δεκαετία του ’50. Κάνω τον γύρο με άλλα επτά άτομα σε μια βάρκα, σαν να βρισκόμαστε στη Αχερουσία. Κάπου εδώ άλλωστε τοποθετείται και η είσοδος του Άδη, από όπου κατέβηκε ο Ορφέας αναζητώντας την Ευρυδίκη. Πάω στοίχημα πως η πλειοψηφία της μάζας, που κόπτεται για την πολιτιστική της ταυτότητα, ξέρει μόνο την τραγουδίστρια με το ίδιο όνομα! Τα αξιοθέατα κτήρια της άγονης χερσονήσου είναι τέσσερις μικρές βυζαντινές εκκλησίες από τον 13ο αιώνα, πάνω στον δρόμο, και οι μεσαιωνικοί πύργοι στα Βάθια, που ανήκουν στον ΕΟΤ.
Τι πιο απλό από το να επιβληθούν κυρώσεις στους υποψήφιους βουλευτές (ίσως βουλευτές σήμερα) που έχουν καλύψει με τα προπαγανδιστικά αυτοκόλλητά τους τις πινακίδες στους δρόμους; Ή έστω να υποχρεωθούν να αναλάβουν να τα αφαιρέσουν – δυο μήνες πέρασαν σχεδόν από τις εκλογές! Μήπως είναι άγνωστοι; Αφού βρίσκουν όμως ακόμη άτομα να τους ψηφίζουν… Αλλά μήπως δεν ξέρουμε για ποιο λόγο; Πάντως κάτι πρέπει να γίνει επειγόντως με την κυκλοφοριακή αγωγή. Δεν είναι δυνατόν να επικρατεί η ζούγκλα του τριπλοπαρκαρίσματος ακόμη και στα χωριά!
Όμορφη στάση αποτελεί το Γύθειο, γνωστό λιμάνι από την αρχαιότητα, με τα παλαιοπωλεία του. Άλλα 150 χιλιόμετρα περίπου κι άλλο ένα φεριμπότ - η διαδρομή διαρκεί ένα δεκάλεπτο, αλλά στα όχι ιδιαίτερα βαθιά νερά επικρατεί πάντα θαλασσοταραχή - μέχρι την Ελαφόνησο, όπου όλα είναι υπερτιμημένα. Ωραίες μα ανεκμετάλλευτες οι παραλίες Σίμος και Παναγίτσα. Η δεύτερη με λίγη πίσσα.
Φτάνω απόγευμα στη Μονεμβασιά (= Μόνη Είσοδος). Λίγα μέτρα πιο πάνω, στ’ αριστερά της πύλης, βρίσκεται το σπίτι που γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος. Σημαντική πόλη για τους Βυζαντινούς μέχρι το 1464 και κυρίως για τους Βενετούς, οι οποίοι την κατείχαν μέχρι το 1540 και αργότερα από το 1690 μέχρι το 1715. Επειδή είναι αδύνατο να βρω δωμάτιο εντός των τειχών, συμβιβάζομαι με το ξενοδοχείο Λαζαρέτο, στον βράχο μετά τη γέφυρα, έτσι ώστε να αποφύγω την άσχημη καινούρια πόλη. Η μεσαιωνική είναι σαν σκηνικό. Εντυπωσιακή και πανάκριβη. Ένας καφές 900 δραχμές! Οι αράχνες έχουν απλώσει τους ιστούς τους στη μέση του δρόμου και αιχμαλωτίζουν μύγες και άλλα έντομα. Έχω σκοπό να μείνω μερικές μέρες, αλλά τόσο η συμπεριφορά του ιδιοκτήτη (;) ή υπεύθυνου (;) του ξενοδοχείου, (με πέρασε για «ξένο» και ήθελε να μου πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, μπροστά στα μάτια μου και - κυρίως - στα αυτιά μου, σε αντίθεση με τη συμπαθέστατη κόρη του, που δεν ήξερε πού να κρυφτεί…) όσο και τα κουνούπια – βρικόλακες, με κάνουν να αλλάξω γνώμη. Δεν μπορείς να κλείσεις τα παράθυρα γιατί το air-condition υπολειτουργεί. Ξυπνάω πριν χαράξει και απολαμβάνω την ανατολή από την ταράτσα. Καθώς φωτίζεται σιγά – σιγά η Νέα Μονεμβασιά, περιμένω να ανοίξει το εστιατόριο για να πιω καφέ. Σ’ αυτό το «πολυτελές» ξενοδοχείο σε «παραδοσιακό» στυλ (όπου «παραδοσιακό» σημαίνει χαμηλοτάβανο), δεν μπορείς να πληρώσεις τον λογαριασμό του δωματίου σου ΚΑΙ του πρωινού σου με πιστωτική κάρτα! Σου κάνουν χάρη που τη δέχονται για το δωμάτιο! Κατά τα άλλα διαφημιστικά των πιστωτικών καρτών υπάρχουν παντού. Η άχαρη πρωινή ρεσεψιονίστ (ο θεός να την κάνει) μου «εξηγεί» ότι το εστιατόριο ανήκει σε διαφορετική εταιρεία από το ξενοδοχείο. Κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ και δεν μου αρέσει να ανακατεύομαι με τα πίτουρα, ούτε πρόκειται να χάσω τον χρόνο μου εντοπίζοντας τις κότες... Φεύγω!
Στη Σπάρτη με το πολύ ενδιαφέρον μουσείο (κυρίως τα ψηφιδωτά), μένω ένα βράδυ και - παραδόξως - τρώω και καλό μαγειρεμένο φαγητό, που αν ήταν και ζεστό θα επρόκειτο για το τελειότερο πιάτο των διακοπών. Η μονοτονία της ψησταριάς με έχει τσακίσει. Ασφαλώς και το μόνο που αξίζει ύστερα από λίγο καιρό είναι η ντοματοσαλάτα! Το Sparta Inn φαντάζει ελκυστικό λόγω της πισίνας που διαθέτει, αλλά είναι τόσο βρώμικη που δεν την χρησιμοποιώ.
Ο Μιστράς είναι μια πόλη – φάντασμα ή μια πόλη – μουσείο, που καταγράφει κοντά 800 χρόνια ιστορίας. Στην κορυφή του φυσικά οχυρωμένου λόφου Μυζηθρά, είχαν χτίσει οι Σταυροφόροι του 1249, με ηγεμόνα του φραγκικού δουκάτου τον Guilleaume de Villehardouin (Γουλιέλμο Βιλεαρδουινό), ένα φρούριο, το «Οριόκαστρο», που κατέκτησαν οι Βυζαντινοί το 1262 και που έπαιξε σημαντικά ρόλο στην ιστορία των τελευταίων αιώνων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μέχρι την κατάληψή του από τους Τούρκους το 1460. Εδώ στέφθηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Παλαιολόγος το 1449, πέντε χρόνια δηλαδή πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Δύσκολο να φανταστείς πως γύρω στο 1700 ζούσαν εδώ 42.000 ψυχές και γύρω στις 16.000 το 1800. Τα σπίτια τους έχουν εξαφανιστεί, τα παλάτια διατηρούνται ως ερείπια. Σε καλύτερη κατάσταση βρίσκονται οι πολυάριθμες εκκλησίες και τα μοναστήρια. Ανάμεσα στο κατώτερο και το ανώτερο σημείο της πόλης, μεσολαβούν 300 κάθετα μέτρα, που μέχρι να τα ανέβεις σου κόβεται η ανάσα.
Βρίσκομαι ξανά στην πανέμορφη Αρκαδία, όχι για πολύ όμως, μια σύντομη στάση στην Τρίπολη και κατεύθυνση προς το Ναύπλιο, όπου η κεντρική πανσιόν Ίλιον σε μεταφέρει στη μπελ – επόκ. Παραβάν, έπιπλα, φωτιστικά, ζωγραφισμένα κρεβάτια και προφυλακτικά (!) μέσα σ’ ένα γυάλινο τασάκι στο τραπεζάκι της τηλεόρασης, μεταξωτά σεντόνια, σαγιονάρες αποστειρωμένες, μπουρνούζι φρεσκοπλυμένο και υδρομασάζ στο μπάνιο! Το Ναύπλιο είναι έτσι κι αλλιώς πανέμορφο, η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας από το 1823 μέχρι το 1834, την εποχή που η χώρα ξεκινούσε την ελεύθερη πορεία της… Εδώ δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας (1831), εδώ θρονιάστηκε ο Όθωνας (1833). Οι Τούρκοι κατέκτησαν την πόλη το 1540 από τους Βενετούς, οι οποίοι την ανακατέλαβαν το 1686 με τον Francesco Morosini για να την ξαναχάσουν το 1715, ύστερα από οκταήμερη πολιορκία, ενώ τους είχε πάρει χρόνια για να κτίσουν το Παλαμήδι! Εδώ επίσης τα εστιατόρια κλέβουν τους τουρίστες έχοντας καταλόγους με διαφορετικές τιμές!
Η γύρω περιοχή είναι ασφυκτικά γεμάτη από αξιοθέατα. Από τα φυσικά φαινόμενα, όπως οι κρατήρες έξω από τα Δίδυμα μέχρι τα αρχαία ευρήματα. Επίδαυρος! Όνομα μυθικό μέχρι τις μέρες μας, συνυφασμένο με την έννοια του θεάτρου! Το θέατρό της, ένα θαύμα ακουστικής χτισμένο τον 3ο αι. π. Χ., αρχικά με 35 κερκίδες στις οποίες 500 χρόνια αργότερα προστέθηκαν άλλες 20, ήταν χωρητικότητας 12.000 θεατών. Ωστόσο, η Επίδαυρος ήταν ένας τόπος αναψυχής και κούρας, ένα spa, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ένας μυστικιστικός χώρος που κορυφώνεται με το άβατον, όπου κατέληγαν ύστερα από διάφορες ιεροτελεστίες όσοι αναζητούσαν θεραπεία. Στον ύπνο τους εμφανιζόταν πάντα ο Ασκληπιός και οι ιερείς αναλάμβαναν να ερμηνεύσουν τα όσα τους είπε έτσι ώστε να εφαρμόσουν την κατάλληλη θεραπεία.
Οι Μυκήνες έχουν βαφτίσει με το όνομά τους μια ολόκληρη εποχή, που σηματοδοτεί τον πρώτο ανεπτυγμένο πολιτισμό στην ηπειρωτική Ευρώπη, που ήκμασε μεταξύ 1400 –1200 π. Χ. Εντός των ηλικίας 3500 χρόνων τειχών κατοίκησαν κάποτε ισχυροί βασιλείς όπως ο Ατρέας, ο Αγαμέμνονας και ο Ορέστης, δυναμικές γυναίκες όπως η Κλυταιμνήστρα, η Αντιγόνη και η Ηλέκτρα. Ο Heinrich Schliemann έφερε στην επιφάνεια με τις ανασκαφές του 1876 ολόχρυσα αντικείμενα βάρους 14 κιλών και αμύθητης αξίας. Ακολούθησαν ανασκαφές Ελλήνων και Βρετανών αρχαιολόγων. Εκτός της περίφημης εισόδου με το λιοντάρι, χτισμένης γύρω στο 1250 π.Χ., ίσως το πιο εντυπωσιακό κτήριο σήμερα να είναι το Θησαυροφυλάκιο του Ατρέα, ένας θολωτός τάφος ύψους 13,5 μ. και περιμέτρου 14,5 μ., στον οποίο οδηγεί ένας «δρόμος» μήκους 36 μ. και πλάτους 6 μ. Στη Νεμέα, το επόμενο Σαββατοκύριακο, αναβιώνουν οι αγώνες στο αναπαλαιωμένο στάδιο του 4ου αι. π. Χ, με έπαθλο ένα στεφάνι αγριοσέληνου. Βορειότερα, στην Κόρινθο, εντυπωσιάζει ο Ναός του Απόλλωνα (550 π.Χ.), με τις επτά (από τις αρχικές 38) διατηρημένες μονολιθικές δωρικές κολώνες.
Ύστερα από τις εξαντλητικές πορείες μέσα στο λιοπύρι, η ιδέα για μια βουτιά στο Τολό, φαντάζει δελεαστικότατη. Και, ευτυχώς, μόλις που προλαβαίνω γιατί σε λίγο αρχίζει να βρέχει.
Η ταμίας στο εκδοτήριο εισιτηρίων του Γαλατά για το καραβάκι που πηγαίνει στον Πόρο είναι αγενής (στην ερώτηση αν μπορώ να βγάλω εισιτήριο με επιστροφή, μού απαντάει με ένα «τς») ψεύτρα (μου λέει ότι το εισιτήριο κοστίζει εκατό δραχμές ενώ έχει ογδόντα) και κλέφτρα (δεν μου επιστρέφει ρέστα). Τις δυο τελευταίες αρετές της θα τις αντιληφθώ δυστυχώς πολύ αργότερα, όταν θα επιστρέφω και εκείνη θα έχει σχολάσει από την εξαντλητική δουλειά που κάνει με τόσο κέφι! Ο Πόρος είναι μεγαλύτερος από όσο φαίνεται, με τα παραλιακά μαγαζιά να συνεχίζονται και πίσω από τη στροφή που βγαίνει σαν χερσόνησος προς τη θάλασσα. Η μικρή απόσταση του νησιού από το λιμάνι του Πειραιά βοηθάει τις ημερήσιες εκδρομές των Ιαπώνων και Αμερικανών τουριστών (και βέβαια όλων των υπόλοιπων), που επισκέπτονται την Αθήνα. Εγώ παίρνω το καραβάκι από το Τολό για μια ημερήσια κρουαζιέρα στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Εισιτήρια δεν υπάρχουν, φαντάζομαι δεν υπάρχει και έλεγχος από την εφορία. Αντ’ αυτών υπάρχουν πλαστικές μάρκες που συλλέγονται στο τέλος του ταξιδιού. Στην Ύδρα (σαφώς πιο γραφική και χαριτωμένη από τις Σπέτσες), μόλις αποβιβαζόμαστε, αράζει ένα πλοίο από το οποίο βγαίνουν καμιά τετρακοσαριά παπάδες και καλόγριες. Μια παραλία μαυροφορεμένων ρασοφόρων μπερδεύουν τα ίχνη τους μ’ εκείνα του Leonard Cohen.
Η αποκορύφωση του ταξιδιού είναι η επίσκεψη στους Δελφούς. Στους πρόποδες του Παρνασσού, το ιερό του Απόλλωνα δίνει μέχρι και σήμερα την εντύπωση ότι είναι το κέντρο του κόσμου, «ο ομφαλός της γης», και αν δεν ήταν οι τουρίστες, μπορεί να είχες την εντύπωση πως από ώρα σε ώρα θα κάνει την εμφάνισή της η Πυθία, μασώντας φύλλα από τις γύρω δάφνες, για να δώσει ένα χρησμό. Η ανάβαση μέχρι πάνω, στο στάδιο, είναι κουραστική αλλά αξίζει κάθε στάλα ιδρώτα. Και φυσικά το μουσείο με τα αγάλματα του Ηνίοχου, και του αγαπημένου του αυτοκράτορα Αδριανού, Αντίνοου. Μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα, ο Όσιος Λουκάς, είναι ένα μοναστήρι του 10ου αι, με αριστοτεχνικά χρυσά ψηφιδωτά του 11ου αι, που ξεπροβάλλει ανάμεσα από μια κοιλάδα με πυκνή βλάστηση.
Το φυσικό λιμάνι στο Γαλαξίδι αποτελεί καταφύγιο για τα πλεούμενα εδώ και δυο αιώνες, από τότε που κτίστηκε η πάλη. Σαν ένα πέταλο, τα σπίτια της μιας πλευράς αντικρίζουν ένα πυκνό και δροσερό δάσος κωνοφόρων, που οδηγεί στο κτήριο της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων. Ένα πραγματικό στολίδι αυτή η κωμόπολη με ελάχιστους κατοίκους, που ωστόσο δεν φαίνεται να είναι σε θέση να περιμαζέψουν τα αδέσποτα σκυλιά, ούτε τα λογής τροχοφόρα που σκουριάζουν εγκαταλελειμμένα στα… προάστια. Τι κρίμα! Τρία ντόπια κωλόπαιδα ρίχνουν ένα σκυλί στη θάλασσα, που αδυνατεί να ανέβει στην προβλήτα, και ένας αστυνομικός κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του - για να δει αν πνίγηκε; «Βγάλτε το έξω», λέει μάλλον αδιάφορα, μπαίνει στο αυτοκίνητό του και φεύγει.
Επιστροφή στην Πάτρα μέσω Αντίρριου – Ρίου και επιβίβαση στο ferry, που θα φτάσει ύστερα από τριάντα έξι ώρες στη Βενετία. Στο Αιγαίο μερικά δρομολόγια αναβλήθηκαν εξαιτίας των ισχυρών ανέμων, οι οποίοι ευτυχώς δεν επηρέασαν το Ιόνιο, όπου ο καιρός είναι θαυμάσιος. Κάνω ηλιοθεραπεία διαβάζοντας στο κατάστρωμα. Το πλοίο «Φαίδρα» δεν είναι άσχημο, αλλά το πλήρωμα υστερεί κατά πολύ του «Αρετούσα».
Θα έπρεπε να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αλλά καθώς διασχίζω τις Άλπεις προς τον Βορρά, έχω την εντύπωση ότι επιστρέφω στον πολιτισμό.

2000/2006

Wednesday, March 15, 2006

Ιρλανδία

Το Βερολίνο ήταν απρόσμενα ζεστό για την εποχή και το σπίτι μ’ έσπρωχνε στους δρόμους. Ήθελα να κάνω βόλτες διαρκώς, εκμεταλλευόμενος τις λιακάδες, γνωρίζοντας τι με περίμενε το χειμώνα. Διάθεση για δουλειά καμιά! Μόνο για ταξίδια. Είναι αυτό το γνωστό μικρόβιο που ενεργοποιείται με την κίνηση. Όσο μένω ήσυχος σ’ ένα μέρος, ασχολούμενος με τα καθημερινά, κοιμάται. Μόλις όμως κάνω το πρώτο βήμα να διασχίσω το κατώφλι του λήθαργου, ξυπνάει και μ’ ενοχλεί, δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Επιμένει να μετακινηθώ εκ νέου. Έτσι, λίγες μέρες μετά την επιστροφή μου από τη Βαρκελώνη, σε κάποιον από τους απογευματινούς περιπάτους μου, το μάτι μου έπεσε στις προσφορές ενός γραφείου ταξιδιών: 740 μάρκα για εισιτήριο και δυο βδομάδες αυτοκίνητο στην Ιρλανδία! Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. Μπήκα μέσα κι έκλεισα. Η χώρα ήταν στη λίστα αυτών που ήθελα να επισκεφτώ, εδώ και επτά χρόνια.
Πέντε μέρες αργότερα, έχοντας διαβάσει τον οδηγό που ήδη είχα (!), πετούσα από το Schönefeld για το Shannon, ένα αεροδρόμιο ιδιαίτερα σημαντικό, αφού μέχρι και τη δεκαετία του ’60 τα αεροπλάνα που έκαναν υπερατλαντικές πτήσεις σταματούσαν εκεί για ανεφοδιασμό. Το δυτικότερο αεροδρόμιο της Ευρώπης εγκαινιάστηκε το 1945 και θεωρείται το λίκνο των Duty Free Shops (που απειλούνται να καταργηθούν το 1999), όπως αυτοκολακεύεται στη διαφημιστική του καμπάνια. Η αλήθεια είναι πως από τότε που έχασε τη σπουδαιότητά του συναγωνίζεται με κάθε τρόπο το αντίστοιχο του Δουβλίνου, ενώ στο μεταξύ η πόλη των 7.000 κατοίκων ζει από τις βιομηχανίες (κυρίως ηλεκτρονικών εξοπλισμών) που ιδρύθηκαν εκεί κοντά.
Η πτήση διαρκεί δυόμισι ώρες. Ακολουθούν οι γνωστές διατυπώσεις στο γραφείο του rent - a – car, όπου πάντα προσπαθούν να σε πείσουν για κάποια επιπλέον ασφάλιση, πολύ ακριβότερη από την τιμή του αυτοκινήτου. Τους εξηγώ πως είμαι ασφαλισμένος μέχρι τον λαιμό, μα δεν πτοούνται. Αναγκάζομαι - λίγο εκβιαστικά - να υπογράψω μια απόδειξη πιστωτικής κάρτας ύψους 5.000 λιρών (15.000 μάρκων περίπου), που στη σκέψη της θα νιώσω λίγο άβολα σε κάποιες στιγμές του ταξιδιού, αλλά δεν υποκύπτω στο ασφάλιστρο των 35 λιρών τη μέρα! Το ελληνικό πείσμα αποδεικνύεται ισχυρότερο του ιρλανδέζικου!
Το πρώτο σοκ της οδήγησης στην αριστερή πλευρά του δρόμου ξεπερνιέται μάλλον εύκολα, ιδιαίτερα στην εξοχή - όπου στο τέλος του ταξιδιού θα μου φανεί πιο λογική από τη δεξιά -, ενώ ακόμη θα έχω πρόβλημα διασχίζοντας τον δρόμο πεζός. Ποια κύτταρα είναι υπεύθυνα; Το χαρακτηριστικό των δρόμων είναι τα roundabouts, διασταυρώσεις κυκλικής πορείας.
Πρώτος μου σταθμός, το Limerick. Το όνομά του λέγεται πως δανείστηκαν τα πεντάστιχα με το χιουμοριστικό (και συχνά τολμηρό) περιεχόμενο, αν και το πιθανότερο είναι πως προέρχονται από την Αγγλία. Ένα παράδειγμα:
There was a young lady from Crete
Who was exceedingly neat
When she got out of bed
She stood on her head
To make sure of not soiling her feet
Έχω κλείσει δωμάτιο από το Βερολίνο και το πρόβλημα τώρα έγκειται στο πώς θα το βρω. Τα νούμερα των σπιτιών - όπως των περισσότερων στην Ιρλανδία θα διαπιστώσω - είναι από τα πιο καλοκρυμμένα μυστικά. Κι όταν επιτέλους βρίσκω το σπίτι, απογοητεύομαι στη θέα του υπόγειου δωματίου που κοστίζει 20 λίρες τη βραδιά! Διαμαρτύρομαι αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση τέτοια ώρα. Για αύριο μου υπόσχονται ένα καλύτερο. Δεν θέλω να περάσω ούτε ένα λεπτό εκεί μέσα. Βγαίνω στην O’Connell St. (από το όνομα του Daniel O’Connell, που το 1829 κατάφερε ως βουλευτής να πετύχει την είσοδο κι άλλων Ιρλανδών στο κοινοβούλιο, παρόλο που ο στόχος του ήταν η κατάργηση της κοινοβουλευτικής ένωσης Αγγλίας - Ιρλανδίας), τον κεντρικό άξονα της πόλης. Κατοικίες γεωργιανού ρυθμού με την κάθε εξώπορτα βαμμένη σε διαφορετικά χρώματα βρίσκονται σε αφθονία δεξιά κι αριστερά. Για πρώτη φορά αντικρίζω τόσες πολλές χρωματιστές πόρτες στο φυσικό τους περιβάλλον. Όταν τις έβλεπα σε καρτ ποστάλ πίστευα πως τις είχαν συλλέξει από διαφορετικά σημεία της πόλης.
Μπαίνω για την πρώτη πίντα Guinness στο κατάμεστο pub Royal George. Κοντεύει δέκα και όπου να ’ναι θ’ αρχίσει να παίζει η τοπική μπάντα The Boatmen. Το πρώτο μου ιρλανδέζικο Σαββατόβραδο θα με βρει να έχω πιει αρκετά και να πασχίσω απεγνωσμένα να βρω ένα εστιατόριο. Θα συμβιβαστώ, λόγω προχωρημένης ώρας, με ένα - μάλλον άνοστο - χάμπουργκερ.
Το πρωί μεταφέρω τα πράγματά μου σ’ ένα πιο ευρύχωρο και πιο περιποιημένο δωμάτιο από αυτό της προηγούμενης βραδιάς και κατεβαίνω στην τραπεζαρία. Το παραδοσιακό ιρλανδέζικο πρωινό αποτελείται από αυγά, μπέικον και λουκάνικα! Δηλαδή γεμάτο χοληστερίνη. Δεν είναι τυχαίο που τα ποσοστά εμφραγμάτων είναι ιδιαίτερα υψηλά. Το μόνο υποκατάστατο που μπορώ να φάω είναι baked beans (ό,τι χειρότερο για το ουρικό οξύ), καθώς τα δημητριακά και τα κορν φλέικς δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Ούτε ο χυλός βρώμης (porridge)!
Αρχίζω την περιήγησή μου από το βόρειο τμήμα της πόλης. Στην αγγλικανική εκκλησία St. Mary, το αξιοθέατο δρύινο γλυπτό του βήματος (1489) είναι γεμάτο σκόνη και ολόκληρος ο ναός χρειάζεται γρήγορα αναπαλαίωση. Οι υπεύθυνοι ζητούν από το ποίμνιο (και μη) μία λίρα (και) γι’ αυτόν τον σκοπό, επισημαίνοντας στην είσοδο πως ούτε το κράτος ούτε η Ε.Ε. συνεισφέρουν. Η παιδική χορωδία αποζημιώνει με τους άσπιλους ήχους της.
Σε μια αίθουσα του παραδιπλανού King John’s Castle (13ου αι., στις μέρες της βασιλείας του οποίου υπογράφηκε η magna carta) κάποιος έχει αναλάβει τον ρόλο του νομισματοκόπου της εποχής, ενώ οι πυργίσκοι χαρίζουν μια καταπληκτική θέα του ποταμού. The Broad Majestic Shannon, όπως τραγουδάνε οι Pogues, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.
Καθώς ψάχνω να προσανατολιστώ, μια γυναίκα σταματάει και προσφέρεται να με βοηθήσει από μόνη της. Χθες βράδυ, καθώς επέστρεφα στο δωμάτιό μου, δυο μεσήλικες με καλησπέρισαν καθώς με προσπερνούσαν! Αυτές είναι οι πρώτες δύο διαπιστώσεις της φιλικότητας των Ιρλανδών για την οποία μιλάνε όλοι. Ασφαλώς και δεν είναι γενικό το φαινόμενο.
Περίπου 15 χιλιόμετρα νοτιότερα βρίσκεται το παινεμένο από τους τουριστικούς οδηγούς ως «ομορφότερο χωριό της Ιρλανδίας», το Adare. Αριστερά, έτσι όπως πλησιάζω, κυριαρχεί για κάμποσα μέτρα η περίφραξη του Adare Manor, μιας νεογοτθικής έπαυλης (1832) που εδώ και μερικά χρόνια λειτουργεί ως ξενοδοχείο με τιμές που ξεκινούν από τις 112 και φτάνουν τις 168 λίρες το άτομο. Οι κοινοί θνητοί μπορούν να απολαύσουν ένα τσάι στους ισόγειους χώρους του μπαρ με θέα τους περιποιημένους κήπους και την αχανή έκταση για γκολφ, το λαϊκό σπορ της χώρας. Χαρακτηριστικό των σπιτιών του χωριού είναι οι αχυροσκεπές.
Ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα γεύματα του ταξιδιού είναι αυτά που απολαμβάνω στο ινδικό Mogul Emperor του Limerick, ίσως το καλύτερο του είδους που έχω φάει. Για άλλη μια φορά διαπιστώνω πόσο διαφέρουν οι εθνικές κουζίνες από χώρα σε χώρα. Τα κινέζικα του Βερολίνου, δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά του Λονδίνου, που με τη σειρά τους απέχουν από της Νέας Υόρκης κι αυτά από του Λος Άντζελες. Και φαντάζομαι πως στην Κίνα (και σε κάθε περιοχή της ξεχωριστά) είναι ακόμη πιο διαφορετικά.
Ο καθένας μπορεί να έχει τη δική του άποψη για τις δυο γυναίκες που κηδεύτηκαν πρόσφατα, τη Lady Diana και την Αδερφή Τερέζα. Από όλα όσα ακούστηκαν και γράφτηκαν μου έλειψε το προφανές κοινό χαρακτηριστικό τους: και οι δύο ήταν πασίγνωστες μόνο με το μικρό τους όνομα. Καμία δεν αναφέρθηκε με το επώνυμό της.
Νοτιοδυτικά του Limerick, στο Askeaton, βρίσκονται τα ερείπια ενός μοναστηριού του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου (15ου αι.). Επόμενη στάση το Tralee, όνομα οικείο καθώς αναφέρεται στον τίτλο ενός από τα πιο διαδεδομένα ιρλανδέζικα τραγούδια, το Rose of Tralee:
The pale moon was rising
above the green mountain
the sun was declining
beneath the blue sea
when I stayed with my love
to the clear crystal fountain
that stands in the beautiful
Yale of Tralee...
Τσάι και scone (είδος μικρού κέικ) σ’ ένα καφέ που σφύζει από μαθητές με διαφορετικές σχολικές στολές.
Η διαδρομή μέχρι τη χερσόνησο Dingle είναι πανέμορφη, αλλά αυτό ισχύει για κάθε σχεδόν κομμάτι της χώρας όπου κυριαρχούν καταπράσινες εκτάσεις, κατοικημένες από ευτυχισμένες αγελάδες και πρόβατα. Αν φανταστεί κανείς το νότιο τμήμα της σαν μια Χαλκιδική με τέσσερα πόδια στραμμένα προς τη Δύση, τούτο εδώ είναι το βορειότερο. Στα δροσερά λιβάδια του έχουν γυριστεί ταινίες όπως το Ryan’s Daughter (του David Lean, 1970), Un Taxi Mauve (του Yves Boisset, 1977) και The Field (του Jim Sheridan, 1990). Οι περισσότεροι κάτοικοι μιλούν ακόμη την παλιά, ιρλανδέζικη (γαελική) γλώσσα. Η τοποθεσία Slea Head είναι το δυτικότερο σημείο της Ευρώπης με θέα προς τον Ατλαντικό Ωκεανό. Τα σύννεφα στο εσωτερικό της χερσονήσου αιωρούνται τόσο χαμηλά που καλύπτουν τα μισά από τα όχι ιδιαίτερα ψηλά βουνά. Το Gallarus (= ξένο σπίτι) Oratory, είναι ένας πρωτοχριστιανικός ναός ηλικίας 1300 χρόνων, χτισμένος σε σχήμα αντιστραμμένης βάρκας (μήκους 8 μ., ύψους 5 μ. και πλάτους 5 μ.), με πέτρες από ψαμμίτη που συγκρατούνται από μόνες τους, δίχως κάποιο στερεωτικό υλικό, και που, ωστόσο, διατηρούν το εσωτερικό του στεγνό επί τόσους αιώνες. Στη μαρίνα της δυτικότερης κωμόπολης της Ευρώπης, το Dingle, κάνω μια στάση για Irish coffee.
Σκοπεύω να φτάσω στο Killarney. Η πρώτη συλλαβή «Kil» πολλών τοπωνυμίων προέρχεται από το ιρλανδέζικο «cill» που σημαίνει εκκλησία. Η χώρα είναι ιδιαίτερα καθολική με αμέτρητους ναούς παλιούς και νεότερους, καθώς επίσης και πολλά αντίγραφα του σπηλαίου της Λούρδης, με μαντόνες - αγάλματα με φωτοστέφανο από λαμπιόνια (!) στα προαύλιά τους ή απλά σε στροφές δρόμων, κάτω από δέντρα.
Η πόλη έχει γύρω στους 8.000 κατοίκους, και στην κεντρική οδό High St. μετράω πάνω από τριάντα εστιατόρια (!), το ένα δίπλα στ’ άλλο, συχνά δίχως να μεσολαβεί κάποιο εμπορικό κατάστημα. Το φτηνότερο πιάτο κοστίζει 8,50 λίρες και όλα είναι γεμάτα! Μου άνοιξε η όρεξη για Irish stew στο Sheila’s.
Το επίνειο του Killarney είναι η Fossa. Εδώ και δέκα χρόνια έχει κτιστεί μια καινούρια εκκλησία (τι άλλο;) σε σχήμα αντίσκηνου, ιδιαίτερα δημοφιλής για γάμους καθώς μπροστά από τα ζευγάρια απλώνονται ρομαντικοί, σμαραγδένιοι αγροί και που πλαισιώνονται από τα βουνά Macgillycuddy’s Reeks, τα ψηλότερα της χώρας.
Νωρίς το πρωί ξεκινάω για το Ring of Kerry, μια κυκλική διαδρομή συνολικής απόστασης 158 χλμ., που κατατάσσεται στις ομορφότερες της ηπείρου. Το κλίμα επηρεάζεται από το Gulf Stream (ρεύμα του Κόλπου του Μεξικού) και η βλάστηση είναι υποτροπική, με θεόρατους φοίνικες και γιούκες! Από το άκρο της, το Portmagee ξεκινάει μια γέφυρα που ενώνει τη χερσόνησο με το νησί Valentia. Η θέα προς τη θάλασσα θυμίζει ανάλογες της Σαντορίνης καθώς το μπλε χρώμα της έχει να κάνει περισσότερο με τη Μεσόγειο παρά με τον Ατλαντικό. Το Staigue Fort είναι ένα κυκλικό, πέτρινο φρούριο με περίμετρο 27 μ. και ύψος τειχών 5 μ, που υπολογίζεται πως χτίστηκε πριν από 2000 χρόνια. Σκάλες που ανήκουν στο σώμα των τειχών οδηγούν στις επάλξεις.
Το χωριό Sneem, που κέρδισε τον τίτλο του πιο περιποιημένου την προηγούμενη χρονιά, μοιάζει να ξεπήδησε από εικονογράφηση παραμυθιού. Ποταμάκια με γάργαρα νερά όπου ψαρεύουν πέστροφες, πανύψηλα δέντρα και από κάτω πέτρινες και ξύλινες κατασκευές για πικ νικ, πολύχρωμες προσόψεις σε κάθε είσοδο σπιτιού και μαγαζιού δίνουν την εντύπωση πως ζωντάνεψαν για χάρη των επισκεπτών. Εδώ κοντά έγραψε ο George Bernard Shaw μέρη από την Αγία Ιωάννα (1923).
Πίσω στο Killarney για φαγητό κι εν συνεχεία στο pub που παίζει ένα τρίο και τραγουδάει όλος ο κόσμος! Στην Ιρλανδία η λέξη «παραδοσιακό» δεν ηχεί επιτηδευμένη, ούτε μοιάζει να βγήκε πρόσφατα από το σεντούκι με έντονη τη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Στον τομέα της μουσικής ειδικά, είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου υπάρχει συνέχεια. Αυτά που άκουγαν οι προπαππούδες των σημερινών νέων εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα και όλοι ξέρουν απ’ έξω τα τραγούδια. Στα pubs συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια, είναι το δεύτερο σαλόνι τους - με την έννοια του καθιστικού, γιατί ξέρω και κόσμο που το έχει κλειδωμένο 364 μέρες το χρόνο. Μέχρι τις οχτώ το βράδυ επιτρέπεται η παραμονή και στα μικρά παιδιά.
Είναι μια ηλιόλουστη μέρα και βρίσκω ευκαιρία να επισκεφτώ τα νεκροταφεία με τους ψηλούς σταυρούς πάνω από τους τάφους, στα πάτρια εδάφη του W.B. Yeats και του Oscar Wilde. Περιδιαβαίνω την απέραντη έκταση του Muckross Friary, ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μοναστήρια του φραντζισκανικού τάγματος (15ου αι.) και του Muckross House and Gardens. Την έπαυλη επισκέφτηκε η βασίλισσα Βικτόρια ενώ, σύμφωνα με τον οδηγό που έχω, εδώ έμεινε και ο Rudolph Erich Raspe, δημιουργός του αρχιψεύτη βαρόνου Münchhausen. Στους κήπους ευδοκιμούν ροδόδεντρα. Σε ένα ξεχωριστά κτήριο λειτουργούν εργαστήρια κεραμικής, αγγειοπλαστικής, σελοποιείας και υφαντικής, καθώς επίσης και μουσείο φυσικής ιστορίας.
Η απόσταση ανάμεσα στο Killarney και το Cork που είναι ο επόμενός μου σταθμός, δεν ξεπερνάει τα 90 χλμ. Έτσι αποφασίζω να πάρω τους πιο γραφικούς δρόμους και να δω το Glenngariff με τους γεμάτους φούξιες, έλατα, πρίνα και βατομουριές κήπους, και το Bantry. Εδώ ξεχωρίζει το Bantry House, χτισμένο ψηλά, πάνω στον λόφο το 1771 για τον πρώτο δούκα της πόλης. Εκτός από τα γαλλικά έπιπλα και τα γκομπλέν, αξίζει η μοναδική θέα από τους ιταλικούς κήπους στον ομώνυμο κόλπο. Το Kinsale είναι γεμάτο τουρίστες που έρχονται απ’ όλο τον κόσμο για να παίξουν γκολφ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία του: από το 1602 μέχρι και τα τέλη του 18ου αι. ήταν μια αγγλική πόλη που απαγορευόταν να κατοικηθεί από Ιρλανδούς, εξαιτίας μιας εξέγερσης του ντόπιου πληθυσμού με τη βοήθεια της ισπανικής αρμάδας. Αποτέλεσμα της ήττας τους ήταν η μετακίνηση πολλών δουκών προς στην Κεντρική Ευρώπη. Από εδώ κατάγεται ο ιδρυτής της Πεννσυλβανίας William Penn. Το πιο όμορφο μέρος, ωστόσο, είναι το Glandore που παραδόξως δεν αναφέρουν οι οδηγοί. Απολαμβάνω έναν ιρλανδέζικο καφέ σ’ ένα pub με θέα που μ’ αφήνει άφωνο. Δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψουν αυτόν τον συνδυασμό βουνού - θάλασσας - βράχων - λιμανιού - κήπων. Μου θυμίζει κάποιον που βλέποντας ένα ηλιοβασίλεμα στη Santa Fe, αναφώνησε: «Ο θεός ξεπέρασε τον εαυτό του». Η ατμόσφαιρα γίνεται γραφικότερη όταν εισέρχεται μια ηλικιωμένη και κάθεται στο διπλανό τραπέζι διηγούμενη τη ζωή της σε μια άγνωστη παρέα. «Κατεβαίνω από ακόμη πιο ψηλά, μια - δυο φορές το μήνα, για να εισπράξω τη σύνταξή μου και να ψωνίσω...» Αθάνατοι story tellers.
Το Cork είναι η τρίτη σε πληθυσμό πόλη του νησιού (μετά του Δουβλίνο και το Μπέλφαστ), και σημαντική πανεπιστημιούπολη. Διασχίζεται από τον ποταμό Lee, ο οποίος μάλιστα διακλαδώνεται σ’ ένα σημείο του κέντρου και πριν ξαναενωθεί σχηματίζει ένα μικρό νησί, με αποτέλεσμα να είναι γεμάτο γέφυρες. Στα αξιοθέατα συγκαταλέγονται κυρίως εκκλησίες όπως η Saint Mary’s και η αγγλικανική St. Finbarr’s (1776), αφιερωμένη στον μοναχό του 7ου αι., ιδρυτή της πόλης. Έχει μια καλοκαιρινή λιακάδα και όπως όλες οι πόλεις του κόσμου έτσι κι αυτή γίνεται ομορφότερη με λίγη ζέστη. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σκεπαστή βικτοριανή αγορά της Princess Street, με κρεοπωλεία και μανάβικα, ενώ στην Paul St. έχει αναγερθεί πρόσφατα ένα υπερσύγχρονο εμπορικό κέντρο (shopping mall) αμερικάνικων προδιαγραφών. Μέχρι στιγμής έβλεπα τα στενά σοκάκια ανάμεσα στα σπίτια που υπάρχουν στις πόλεις των ΗΠΑ και σκεφτόμουν πως οι Ιρλανδοί μετανάστες μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα κάτι από την πολεοδομία της παλιάς. Τώρα παρατηρώ το αντίστροφο. Όπως εξάγονται οι πρόεδροι των ΗΠΑ, που κατάγονται από Ιρλανδούς προγόνους (ή μήπως η δευτερεύουσα πρόταση είναι περιττή;) και επισκέπτονται με καμάρι (και υποχρέωση) την Ιρλανδία... Κάνω διάλειμμα για τσάι σ’ ένα άνετο καφέ που μοιάζει με την κουζίνα στη «Γιορτή της Μπαμπέτ». Ξύλινα τραπέζια - πάγκοι, υπέροχα λευκά σερβίτσια από πορσελάνη σε λιτές φόρμες με γάλα, αλατοπίπερο και δύο είδη ζάχαρης... Οι τοίχοι ενός pub δίπλα στο Dan Lowery’s στην MacCurtain Street, είναι καλυμμένοι από φωτογραφίες του Rory Gallagher (1949 - 1995), που μεγάλωσε εδώ. Οι κάτοικοι του Cork, περισσότερο από άλλα μέρη της χώρας, προφέρουν το «th» ως «τ».
Ο ήλιος καλύφτηκε από απειλητικά σύννεφα και βγήκε τσουχτερό κρύο. Καθώς το πρόσωπό μου έχει καλυφτεί από υγρασία χωρίς να βρέχει, νιώθω να περπατώ σε υγρή σάουνα. Βρίσκομαι και πάλι μέσα σ’ ένα σύννεφο!
Το Σαββατοκύριακο είναι αδύνατο να βρω δωμάτιο στο Kilkenny, για πολλούς την πιο αξιοθέατη πόλη της χώρας, κι έτσι αναγκάζομαι να διανυκτερεύσω 35 χλμ. ανατολικότερα, στο Carlow. Το Barrowville Townhouse είναι το καλύτερο από όλα όσα έχω μείνει μέχρι στιγμής. Ευρύχωρο δωμάτιο διακοσμημένο με αντίκες, όμορφο λουτρό (αν και εδώ παντού - όπως και στην Αγγλία - υπάρχουν οι δυο ξεχωριστές βρύσες που απεχθάνομαι), πλούσιο πρωινό με σολομό και φρούτα σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη και καλόγουστη τραπεζαρία. Ωστόσο, το ζευγάρι των ιδιοκτητών δεν είναι καθόλου φιλικό, παρόλο που το σπίτι τους είναι καταχωρημένο στα Friendly Homes of Ireland. Στην ίδια πόλη θα δειπνήσω στο Beams, το καλύτερο εστιατόριο όλου του ταξιδιού, ενώ θα δω μια κηδεία που μου θυμίζει ελληνικά έθιμα. Παρακολουθώντας το μεγάλο πλήθος πίσω από τη νεκροφόρα, δίνω τη δική μου ερμηνεία: ότι πέθανε κάποιο σημαντικό πρόσωπο, ο δήμαρχος ίσως. Αργότερα όλοι καταλήγουν στο pub κι εγώ μαθαίνω - από κάποιον που μου πιάνει κουβέντα καθώς πλένω τα χέρια μου στις τουαλέτες - πως αυτοκτόνησε ένας εικοσάχρονος. «I just made your day, didn’t I?», μου λέει καθώς απομακρύνομαι.
Μέχρι να φτάσω στο Carlow πέρασα από τα Cahir με το ομώνυμο κάστρο του αφού απέφυγα - ως υπερβολικά τουριστικό - το Blarney με τον λίθο του που σύμφωνα με την παράδοση δίνει το χάρισμα της ευγλωττίας σε όποιον τον φιλήσει, ενώ αν κάποιος σε ρωτήσει «Did you kiss the Blarney stone?», καλύτερα να σταματήσεις να φλυαρείς! Το must της διαδρομής θεωρείται το Cashel με τον περίφημο βράχο του, μια ακρόπολη που από τον 4ο μέχρι και τον 13ο αιώνα ήταν ο θρόνος των βασιλιάδων - επισκόπων της περιοχής. Ο θρύλος θέλει τον προστάτη άγιο της Ιρλανδίας Patrick (που εκτός των άλλων λέγεται πως έδιωξε τα φίδια από το νησί) να εκχριστιανίζει τον βασιλιά Aengus (450) και κατά λάθος να μπήγει το μπαστούνι του στο πόδι του βασιλιά που δεν έβγαλε λέξη. Όταν αργότερα ο Patrick είδε το αίμα που ανάβλυζε και είχε πλημμυρίσει τον τόπο, ρώτησε σοκαρισμένος τι συνέβη. Ο βασιλιάς τού εξήγησε και πρόσθεσε πως δεν είπε τίποτε γιατί το θεώρησε μέρος του μυστηρίου της βάπτισης! Η παρεξήγηση λύθηκε μεν, αλλά το πλήθος που παρακολουθούσε την τελετή απέφυγε για κάμποσα χρόνια ακόμη τον χριστιανισμό που θεωρήθηκε ιδιαίτερα επώδυνος! Τον ίδιο βράχο ανακήρυξε σε επίσημο θρόνο του ο ξακουστός βασιλιάς Brian Boru (977), ενώ το 1152 ξεκίνησε η ανέγερση της Cormack Chapel, της πιο ενδιαφέρουσας εκκλησίας ρωμανικού ρυθμού στην Ιρλανδία, που ο επίσκοπος Cormack McCarthy ανακήρυξε σε έδρα του και αρχιεπισκοπή. Μετά τη μεταρρύθμιση η Ελισάβετ Α΄ τοποθέτησε προτεστάντες αρχιεπισκόπους.
Διανύω πενήντα επιπλέον χιλιόμετρα μέχρι το Tipperary, μόνο και μόνο για το τραγούδι που έλεγαν οι Βρετανοί στρατιώτες που εκπαιδεύονταν στην περιοχή στις αρχές του 20ου αιώνα, και που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
It’s a long way to Tipperary
It’s a long way to go
It’s a long way to Tipperary
To the sweetest girl I know
Goodbye Piccadilly, farewell Leicester Square
It’s a long way to Tipperary
But my heart’s right there…
Κυριακάτικη βόλτα στους δρόμους του Kilkenny, που ίδρυσε ο St. Canice τον 6ο αι. και που ακόμη και σήμερα ο καθεδρικός που φέρει τ’ όνομά του (13ου αι.) θεωρείται από τους ομορφότερους ναούς της χώρας. Στο εσωτερικό του γίνεται κανονικό εμπόριο, πλην όμως «για εκκλησιαστικούς σκοπούς», ενώ στον αυλόγυρό του είναι θαμμένοι αρκετοί διάσημοι. Αναζητώ κάποια ονόματα στις μαύρες μαρμάρινες πλάκες. «On marble stone as black as ink», όπως αναφέρει ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια, το Carrickfergus. Τα μαγαζιά είναι, παραδόξως, ανοιχτά. Το αρχαιότερο σπίτι της πόλης, το Kyteler’s Inn, λειτουργεί ως pub - εστιατόριο, ενώ το ελισαβετιανού ρυθμού Rothe House (1594) ως μουσείο.
Σειρά έχει το Δουβλίνο που δεν απέχει παρά μία ώρα. Επειδή οι μικρές αποστάσεις δεν είναι της ιδιοσυγκρασίας μου, σκοπεύω να δω κι άλλα μέρη. Άλλωστε από τότε που αποφάσισα αυτό το ταξίδι ήθελα να περπατήσω στους «Δρόμους του Arklow» όπως τραγουδάει ο Van Morrison που ακούγεται συχνά πυκνά στο ραδιόφωνο. Και λίγο παραπέρα, στην κοιλάδα Avoca, συναντιούνται τα νερά των ποταμών Avonmore και Avonbeg και γίνεται «The Meeting Of The Waters», όπως έγραψε ο Thomas Moore. Ο Charles Stewart Parnell, ένας από τους διασημότερους Ιρλανδούς πατριώτες γεννήθηκε εδώ. Στο Enniskery, κοντά στο Rathdrum βλέπω το Powercourt House (1731, από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Richard Castle ή Cassels) που καταστράφηκε από μια πυρκαγιά το 1974 και επισκευάζεται σταδιακά. Εδώ γυρίστηκε η σκηνή της μάχης του Agincourt στο Henry V του Lawrence Olivier και πολλά πλάνα από το Barry Lyndon του Stanley Kubric.
Ακολουθώντας έναν μικρό δρόμο ούτε που καταλαβαίνω πότε φθάνω στο Δουβλίνο. Ακόμη χειρότερα, δεν ξέρω σε ποια πλευρά βρίσκομαι και δυσκολεύομαι να προσανατολιστώ για να βρω το σπίτι που θα μείνω (δεν μπορώ να τα πω ξενοδοχεία ή πανσιόν αυτά τα ιρλανδέζικα Bed & Breakfast, που οι ιδιοκτήτες τους είναι πολύ περήφανοι για το ότι είναι σπίτια - homes) και που έχω ήδη κλείσει τηλεφωνικώς. Είναι απόγευμα και το μποτιλιάρισμα μου δίνει την ευκαιρία να δω σε ποιον δρόμο βρίσκομαι και να τον ψάξω στο χάρτη. Διαπιστώνω πως, ευτυχώς, το μόνο που χρειάζεται να κάνω είναι να ακολουθήσω υπομονετικά το ρεύμα. Δίπλα από το κατάλυμά μου βλέπω μια πλακέτα αναρτημένη. Εδώ ιδρύθηκε ο IRA! Δεξιά κι αριστερά μπλε, κόκκινες, μαύρες λακαρισμένες πόρτες, πλαισιωμένες από λευκές κολώνες με ιωνικά κιονόκρανα.
Το κέντρο της πρωτεύουσας που έχει πληθυσμό γύρω στο ένα εκατομμύριο, δεν είναι μεγάλο. Διασχίζω τη γέφυρα O’Connell (1792 - 94), πάνω από τον ποταμό Liffey. Το πλάτος της ξεπερνά το μήκος της (42 μ). Κοντά σ’ ένα McDonald’s, μαζεμένοι νεαροί και νεαρές σχηματίζουν ένα ήσυχο «πηγαδάκι». Παρακολουθούν - και ταυτόχρονα λειτουργούν σαν αποτυχημένο παραβάν - ένα φιλικό τους ζευγάρι που κάνει έρωτα!
Ο εκχριστιανισμός των κατοίκων της κοινότητας γύρω από το τέναγος, απ’ όπου προέρχεται το ιρλανδέζικο όνομα της πόλης, Baile Atha Cliath (Η Πόλη Του Οχυρωμένου Τενάγους) τοποθετείται στο 448. Πιθανότατα υπήρχε ήδη στον ίδιο χώρο κάποιο κέλτικο και αργότερα κάποιο δανέζικο φρούριο πριν χτιστεί το Dublin Castle. Γύρω απ’ αυτόν τον αρχικό πυρήνα εξακολουθεί να περιστρέφεται η ζωή της πόλης στην Dame Street. Το καφέ Turks Head Chop House θα μπορούσε κάλλιστα να είναι δημιούργημα του Antoni Gaudi. Ο διακοσμητής έχει αντιγράψει το στυλ του μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Νοτιότερα, στον αγγλικανικό καθεδρικό St. Patrick (11ου αι. με πολλές προσθήκες τον 19ο), ο συγγραφέας των Ταξιδιών του Γκάλιβερ, Jonathan Swift (1667 - 1745), είχε χρηματίσει πρωθιερέας επί τριάντα πέντε χρόνια. Μέσα στον ναό υπάρχει η προτομή του με έναν επιτάφιο γραμμένο από τον ίδιο: «Αναπαύεται εκεί όπου η αγανάκτηση δεν μπορεί να φθείρει πλέον την ψυχή του». Βορειότερα βρίσκεται ο καθεδρικός Christ Church.
Το 60% της μπίρας που καταναλώνεται στην Ιρλανδία προέρχεται από τη ζυθοποιία Guinness. Η δυναστεία είναι επίσης υπεύθυνη για το ομώνυμο Βιβλίο των Ρεκόρ ενώ ο Arthur Guinness δώρισε στην πόλη το St. Stephen’s Green (1880) μια πράσινη όαση με λίμνες και κήπους που τα μεσημέρια, καιρού επιτρέποντος, γεμίζει από κόσμο που κάνει διάλειμμα από τις δουλειές του. Όταν βρέχει στριμώχνονται στα γύρω pub. Το διασημότερο της περιοχής είναι το O’Donoghue’s (15 Merrion St.), όπου ανακαλύφτηκαν οι Dubliners. Φυσικά το Δουβλίνο έχει και μνήμες από Boomtown Rats (Bewleys στην Grafton Street), Sinéad O’Connor (Bad Ass Café στην Crown Alley) και βέβαια U2 (Windmill Lane 4).
Το Trinity College ιδρύθηκε το 1591 από τη βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ και μέχρι το 1793 δεχόταν μόνο μέλη της προτεσταντικής εκκλησίας, ενώ μόλις το 1873 άρχισε να απονέμει πτυχία και υποτροφίες σε καθολικούς. Οι γυναίκες έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1903. Πολλοί εκπρόσωποι της ιρλανδέζικης διανόησης κάθισαν στα θρανία του: Jonathan Swift, Oscar Wilde, John Millington Synge, Samuel Beckett... Στα πολυτιμότερα αντικείμενα της βιβλιοθήκης του ανήκει το Book of Kells (8ου αι.), ένα από τα ομορφότερα και σημαντικότερα χειρόγραφα της πρωτοχριστιανικής εποχής της χώρας που περιέχει τα τέσσερα Ευαγγέλια με 340 μοναδικά ζωγραφισμένες σελίδες, από τις οποίες εκτίθεται μια διαφορετική στο κοινό καθημερινά. Η αρχή κάθε κεφαλαίου διακοσμείται με το ιδεόγραμμα κάθε Ευαγγελιστή. Εξίσου όμορφα αλλά όχι τόσο γνωστά είναι και τα ανάλογα Book of Durrow (7ου αι.), Book of Dimma (8ου αι.) και Book of Armagh (9ου αι.). Στη μακρόστενη αίθουσα (long room) της βιβλιοθήκης φυλάσσεται μια ιρλανδέζικη άρπα, από τις αρχαιότερες του είδους.
Απέναντι στεγάζεται η Τράπεζα της Ιρλανδίας, σ’ ένα κτήριο που σχεδιάστηκε από τον Sir Edward Lovett (1729), για να λειτουργήσει ως Κοινοβούλιο. Μετά την Act of Union που προέβλεπε κοινή Βουλή Αγγλίας - Ιρλανδίας με έδρα το Λονδίνο, πουλήθηκε στην τράπεζα (1802). Η καθολική St. Mary’s Pro-Cathedral (1816 - 1825), έχει για πρόσοψη ένα αντίγραφο του Θησείου.
Το Abbey Theatre παίζει το Importance Of Being Earnest του Oscar Wilde, που θεωρώ υποχρέωσή μου να το δω στον χώρο που, παρόλο που ανακαινίστηκε (1966), έχει γράψει τη δική του ιστορία παγκοσμίως.
Είμαι τυχερός γιατί ο καιρός βοηθάει να εξερευνήσω την πόλη με τα πόδια. Έτσι περνάω από τα σπίτια που έμεναν οι Daniel O’Connell, William Butler Yeats και το πατρικό σπίτι του Oscar Wilde στη Merrion Square. Βλέπω ακόμη τα δυο αριστουργηματικά κτήρια του Άγγλου αρχιτέκτονα ουγενοτικής καταγωγής James Gandon (1743 - 1823), Custom House (Τελωνείο) και Four Courts (το ανώτατο δικαστήριο της χώρας), και τα δυο στη βόρεια όχθη του Liffey.
Οι μέρες πλησιάζουν στο τέλος τους κι εγώ πρέπει να πλησιάζω στο αεροδρόμιο. Διασχίζοντας τη χώρα από την Ανατολή προς τη Δύση, ακριβώς στη μέση βρίσκεται το Athlone, που λόγω της θέσης του ονομάζεται και «η καρδιά της Ιρλανδίας». Εδώ γεννήθηκε μια από τις σπουδαιότερες φωνές του αιώνα, ο τενόρος John McCormack (1884 - 1945) και απογοητεύομαι που το σπίτι του έγινε κινέζικο εστιατόριο.
Το Galway, στις όχθες του ποταμού Corrib που εκβάλλει στον κόλπο του Galway, είναι πολύ ζωντανό αλλά βροχερό και κρύο. Στο πανεπιστήμιό του τα μαθήματα γίνονται κατά κύριο λόγο στα ιρλανδέζικα. Η γλώσσα - παράλληλα με πολλές άλλες που είχαν παραγκωνιστεί σε διάφορα σημεία την Ευρώπης όπως τα βασκικά και τα καταλονικά - έχει γίνει στο μεταξύ υποχρεωτική σε πολλά σχολεία της μέσης εκπαίδευσης. Εκτός από φοιτητές, όμως, το Galway έχει πολλούς ψαράδες και κάθε Σεπτέμβριο τελείται μια ειδική λειτουργία αγιασμού της θάλασσας με την περιφορά ενός αγάλματος της Παναγίας πάνω από τα κύματα. Στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου η παράδοση θέλει τον Κολόμβο να προσευχήθηκε για τελευταία φορά πριν αναχωρήσει για το ταξίδι της ανακάλυψης της Αμερικής. Η πόλη είχε αναπτυχθεί σημαντικά κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, κάνοντας εμπόριο με τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς που άφησαν τις επιρροές τους στην αρχιτεκτονική. Όλοι οι κέλτικοι μύθοι και θρύλοι βρήκαν ασφαλώς γόνιμο έδαφος στην ονειροπόλα ψυχή των Ιρλανδών, που εξακολουθούν να είναι γεμάτοι προκαταλήψεις. Το κάστρο του Lynch (16ου αι., σήμερα τράπεζα), ήταν η έδρα της οικογένειας που έδωσε τ’ όνομά της στο λιντσάρισμα, όταν ο δήμαρχος και ανώτατος δικαστής James Lynch κρέμασε ο ίδιος τον γιο του Walter που έκρινε ένοχο για τη δολοφονία ενός Ισπανού, αφού κανένας δεν ήθελε να αναλάβει την εκτέλεσή του.
Κατηφορίζοντας περνάω από τα Cliffs of Moher, απόκρημνα κάθετα βράχια ύψους μέχρι και 200 μ. που δέρνονται επί αιώνες από τα κύματα της θάλασσας. Σε μέρες δίχως πούσι έχεις θέα μέχρι τα νησιά Aran, εκεί που ο Robert Flaherty γύρισε το ντοκιμαντέρ Man Of Aran (1934) που καταγράφει την πρωτόγονη ζωή των ψαράδων του.
Άλλο ένα μαγευτικό χωριό είναι το Ennis που θα με φιλοξενήσει το τελευταίο βράδυ, αφού απέχει μόλις 25 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο Shannon. Η πτήση μου είναι μεσημεριανή κι έτσι, αφού κάνω βόλτα στα στενά σοκάκια του με τα όμορφα σπίτια, μπορώ να απολαύσω τις τελευταίες Guinness δίχως ενοχές.



Υ.Γ. «From Bantry Bay up to Derry Quay and from Galway to Dublin Town...» Από τα τέσσερα τοπωνύμια που ορίζουν την Ιρλανδία (Νότος - Βορράς - Δύση - Ανατολή) στο τραγούδι Star Of The County Down, αφήνω τον Βορρά για την επόμενη φορά (η ρίμα ακούσια).

1997/2006

Wednesday, March 08, 2006

Kanye West, 5 Μαρτίου 2006

Εκλεκτισμός, ουσία και θέαμα

Το βερολινέζικο κοινό έπαψε να με εκπλήσσει από τότε που παρευρέθηκα σε συναυλίες ετερόκλιτων καλλιτεχνών όπως ο Tom Waits και ο Garth Brooks και άκουγα τους πάντες να τραγουδάνε! Ειδικά για τον δεύτερο δεν φανταζόμουν ποτέ πως ένας καλλιτέχνης της «country» μπορούσε να έχει τόσο φανατικούς οπαδούς εδώ, που θα γέμιζαν μια αίθουσα χωρητικότητας 9000 περίπου ατόμων.
Ο Kanye West δεν κατάφερε να γεμίσει την Columbiahalle, που έχω δει να ασφυκτιά σε συναυλίες του Nick Cave, της Patti Smith, του Lou Reed, του Morrissey… Υπολογίζω πως πρέπει να συγκέντρωσε γύρω στα 2000-2500 άτομα, με μέσο όρο ηλικίας όχι πάνω από τα 25. Λίγο πιο νέους από τον ίδιο, δηλαδή, που όπως είπε «είμαι 28 και ασχολούμαι με το HipHop από τα 14…».
Πάνω στη σκηνή, μισή ώρα μετά τους αδιάφορους Γερμανούς ράπερ she-raw παίρνουν θέση οι τέσσερις βιολίστριες, μια αρπίστρια, ο dj A-Trak, μια γυναίκα κι ένας άνδρας (ο ξάδερφος του Kanye, Tony Williams, όπως μαθαίνουμε όταν γίνονται οι συστάσεις) υπεύθυνοι για τα φωνητικά. Η οθόνη στο βάθος προβάλλει γεωμετρικά σχήματα, απόψεις του γαλαξία, εξωτικά τοπία, και video clip…
Με το που βγαίνει ο Kanye, ντυμένος με λευκό πουκάμισο και τζιν παντελόνι, λούζεται σε μια μωβ ομίχλη. Το πειθαρχημένο κοινό μυρίζει σαπούνι και αποσμητικό. Υψώνει τα χέρια του και τα ενώνει σχηματίζοντας τρίγωνα, σύμφωνα με το παράδειγμα που λαμβάνει από σκηνής. Οι άσχετοι θα μπορούσαν να το ερμηνεύσουν ως μέρος εθιμοτυπικού μασονικής τελετής. Οι μυημένοι συνεχίζουν ανεβοκατεβάζοντας χαλαρά την απλωμένη δεξιά παλάμη. Τα κινητά σηκώνονται για φωτογραφίες. Η λάμψη απ’ τις οθόνες τους έχει αντικαταστήσει πλέον τους αναπτήρες. Μοντέρνοι καιροί!
O εκλεκτισμός του Kanye είναι πασιφανής. Ανάμεσα στα τραγούδια του, όταν τα αποσπάσματα που ακούγονται από samples αναμειγνύονται με τα έγχορδα και τις προβολές στην οθόνη, επικοινωνεί με τους οπαδούς του. Μοιράζεται μαζί τους σταθμούς από το παρελθόν του - «από τα πρώτα beats που έκανα και αγόρασα ένα αυτοκίνητο στη μαμά μου…» - με ηχητικά δείγματα από τον ντισκ τζόκεϊ. Χειροκροτήματα! Νέα beats: πρεμιέρα του κομματιού του που ακούγεται στην καινούρια ταινία Mission Impossible 3. «Οτιδήποτε μπορεί να γίνει HipHop με λίγα ντραμς…»
Καθώς εγκαταλείπει τη σκηνή, από τα ηχεία ακούγεται το Sweet Dreams των Eurythmics. Επιστρέφει φορώντας ένα μπουφάν και ενσωματώνεται στην οθόνη που προβάλλει sex shops! Το μοτίβο αλλάζει: εξώφυλλα περιοδικών του ’50 (τότε που κόστιζαν 50 cents) με ημίγυμνα μοντέλα. Και λίγο αργότερα πίνακες του Ραφαήλ.
Την επόμενη φορά που θα πάει να αλλάξει σακάκι, τα βιολιά θα παίξουν το Eleanor Rigby. Με το που επανέρχεται στη σκηνή βρισκόμαστε σε ντίσκο: αποσπάσματα από το Let’s Stay Together του Al Green, I Wanna Rock With You του Michael Jackson και Take On Me των A-ha («ένα από τα αγαπημένα μου»).
Σ’ αυτό το μεταμοντέρνο ποπ θέατρο δεν υπάρχουν αλλαγές κοστουμιών, παρά μόνο - συμβολικά και απόλυτα μινιμαλιστικά - τρία διαφορετικά σακάκια και ισάριθμα ζευγάρια γυαλιών. Για ανκόρ έχει φυλαγμένο το Jesus Walks και με τις προβολές από λατρευτικά αγάλματα η αίθουσα μετατρέπεται σε εκκλησία του αμερικάνικου νότου όπου οι ύμνοι προς τον θεό συγχρονίζονται με το σεξ. Ακολουθεί το κήρυγμα: «ο Χριστός είναι φίλος μου και με βοήθησε να είμαι σήμερα εδώ μαζί σας…» Θα κλείσει με το Touch The Sky.
Τα φώτα σβήνουν, οι μουσικοί αποχωρούν. Στη μαύρη οθόνη εμφανίζονται διαδοχικά τρεις προτάσεις με λευκά γράμματα: Thank you… I love you… Good night. O ορισμός της συναυλίας του ΣΗΜΕΡΑ.

Thursday, March 02, 2006

Σεξ και Πολιτική

«Ο Βαβύλης εκδίδεται στην Ελλάδα…» «Η Μπουρμπούλια εκδίδεται στην Ελλάδα…» Δικαιώνονται καθυστερημένα οι υποστηρικτές της άποψης «το κράτος είναι ο νταβατζής», αφού η Ελλάδα αναγνωρίζεται πλέον και επίσημα ως μπουρδέλο!

Monday, February 06, 2006

An interview with Mick Harvey

Mick Harvey, co-founder and, besides Nick Cave, only constant member of The Birthday Party and later of The Bad Seeds, released an excellent album in 2005, called "One Man's Treasure". I saw him performing its songs in one of the five concerts he gave in Europe, together with Robert Ellis and James Jonhston, and asked him a couple of questions, which he kindly answered by email.

- How did you choose the songs you covered?
Mick Harvey: Mostly I endeavoured to record songs with which I felt a strong personal connection. Sometimes this connection was as much from a historic link or event as from a personal empathy with the precise contents but for the most part I do feel that empathy.
- They are not exactly on everybody's lips. Was their obscurity a criterion? (I knew only three!)
Mick Harvey: Certainly, some level of obscurity was a persuasive factor. To record very well known songs carries with it its own baggage. Also, the public not being so familiar with the material gives me a stronger sense of having made them mine to some degree which I suppose was intentional. So yes, their obscurity was attractive for a number of reasons.
- Could you please give me a short description of when you discovered each one of them, which version, your personal attachment to them etc. Do you have a favourite?
Mick Harvey: I certainly don't have a favourite. My son listens obsessively to "Hank Williams Said it Best", but then he doesn't LIKE any of the other songs.

"First Street Blues" I first heard at a Cabaret show by Meret Becker, she did a fantastic, overdramatic rendition, quite spellbinding actually. But of course I was really attracted to that laconic Lee Hazlewood melody (can a melody be laconic?) and eventually came across Lee's version and recorded mine almost immediately.
"Come Into My Sleep" is one of Nick Cave's songs which was relegated to a b-side. I think we (The Bad Seeds) felt we hadn't quite nailed a version of it and it actually wouldn't have fitted very well with the album we were recording at the time anyway (The Boatman's Call) or at least that was the feeling. I always loved the song and was most pleased when my take on it popped out without warning a few years back.
"Louise" is by Don Walker and was released about 10 years ago on an album by Tex, Don & Charlie in Australia only. It always struck me as a beautiful study of futility and hope wrestling with one another, the importance we place on love and whether or not it's all meaningless. A bit gut-wrenching really, but very brave. Maybe Don didn't mean it that way.
"Come On Spring" is on a one off album project by a group called 'Antenna'. My friend Kim Salmon was in the group and a co-writer (the singer of it too). It's a simple idea but a very charming one and I felt it deserved a non-electronic version.
"Demon Alcohol" is a country song by a friend from Denver called Bambi Lee Savage. She has one album out but this song isn't on it. I have it on an old demo on a fuzzy cassette tape.
"Man Without a Home" I wrote. The music and chorus about 6 years ago. The verses about 2 years ago... I think.
"Planetarium" belongs to Bruno Adams and his band 'Once Upon A Time'. I helped produce the album it was on back in the early 90's and it has stayed with me ever since.
"The River", a Tim Buckley song. His version is very light and meandering, the lyrics carry a very strong, specific feeling and I felt I could do a version which married the sense I got from the lyric with more concise music. That's what's there I think.
"Hank Williams Said it Best". A cute and clever song idea (on which I changed some of the words) about a song NOT written by Hank Williams about something which Jesus said, anyway. My son's favourite as I already said.
"Bethelridge" comes from an obscure-ish American guy called Robbie Fulks. There are a couple of really eerie songs on the album this is from. I didn't so much relate to the specific loss in the lyrics as I did the general atmosphere of loss which the whole creates.
"Mother of Earth" is an old Jeffery Lee Pierce song which has long been a favourite of mine and many of my friends. I'm still not so sure what it's about but as with 'Bethelridge' there is a very strange and unsettling mood created, in this case by the words more than anything else.
"Will You Surrender?" was written by me about 10 or more years ago.
- Is it one of your aims that people go and search for the originals after listening to your album?
Mick Harvey: I couldn't care less. My only aim is to make an album or songs which are affecting, from which people can take something for themselves. Research is the individuals’ prerogative.
- How did you feel as a frontman on stage? Did you enjoy it?
Mick Harvey: Actually doing the singing and having to communicate verbally with the audience between songs was at once challenging and surreally absurd. It was a very different position to take up after all these years sitting on an instrument but at the same time I'm so used to playing shows that I felt quite comfortable in many ways. I was barely nervous about the situation either. I'm not sure why not but it could have something to do with not feeling I had anything in particular to lose. I was just going to sing the songs and if people didn't like it, I could go back to something else, or just keep doing it anyway. I just didn't really care. I think that worked in my favour, and I think people could see I was just interested in presenting the songs and appreciated that.