«Πόσο όμορφα μπορεί να είναι τα πιο απλά πράγματα…», είναι μια κοινοτοπία που έχουμε ακούσει να εκφράζεται από πολλούς αλλά, σίγουρα, κι εμείς οι ίδιοι έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να τη λέει. Έτσι ένιωσα καθώς ξεκουραζόμουν στο Innsbruck ύστερα από οκτώ ώρες ταξιδιού. «Δεν είναι τυχαίο», σκέφτηκα καθώς έτρωγα Tafelspitz (παραδοσιακό αυστριακό φαγητό: βραστό κρέας με λαχανικά) και πίνοντας μια παγωμένη μπίρα Zipfer - Urtyp, «που αποκαλούν την Αυστρία ‘Disneyland’ της Ευρώπης». Όλα μοιάζουν να είναι μια όμορφη πρόσοψη, ένα περιποιημένο façade. Παραμυθένια! Σπίτια στις πλαγιές των Άλπεων και χιόνι στις κορυφές. Ο ήλιος αντανακλά δεξιά κι αριστερά σαν σποτάκι κι όταν κρύβεται πίσω από κάποιο σύννεφο, αφήνει μια σκοτεινή κηλίδα στο γρασίδι. Οι αγελάδες βόσκουν αμέριμνες. Παραγγέλνω ένα Apfelstrudel. Αν και δεν είμαι φίλος των γλυκών, θεωρώ έγκλημα να μην τα δοκιμάσω στην Αυστρία.
Ξυπνάω σ’ ένα δωμάτιο κοντά στο Brennerpass. Κοιμήθηκα καλά, μα όπως συμβαίνει τακτικά τελευταία, είδα ανήσυχα όνειρα. Νυχτερινές επεξεργασίες των όσων συμβαίνουν στην καθημερινότητα… Ένα πλούσιο πρωινό, γεμάτο χοληστερίνη, και αναχώρηση. Ο ήλιος ξεπροβάλλει δειλά. Από τα σύνορα έχουν μείνει μόνο τα τολ, εκεί που κάποτε γινόταν ο έλεγχος διαβατηρίων. Πόσα έχουν αλλάξει τα τελευταία πέντε - έξι χρόνια!
Η Βενετία δεν απέχει παρά μόνο τρεις ώρες. Έχω περιθώρια να τη δω καθώς περιμένω τον απόπλου του φεριμπότ. Εκκλησίες φτιαγμένες από μάστορες και έργα από καλλιτέχνες όπως ο Tiepolo ή ο Tintoretto. Σκούρα χρώματα. «Πόλη από χρυσάφι κι από σμάλτο…», που λέει ο Καρυωτάκης. Ανακαλύπτω τυχαία το μουσείο Guggenheim, αλλά είναι κλειστό, όπως κάθε Τρίτη. Μου κάνει εντύπωση πόσο άδειοι είναι ορισμένοι δρόμοι… Από τότε που ξαναείδα το «Don’t Look Now» του Nicholas Roeg ή τον «Θάνατο στη Βενετία» του Λουκίνο Βισκόντι είχα εντυπωσιαστεί από τις σκηνές στους άδειους δρόμους και απορούσα πώς είχαν καταφέρει να απομακρύνουν τον κόσμο. Ίσως, τελικά, να μην ήταν και τόσο δύσκολο.
Το «Αρετούσα» είναι ένα σύγχρονο και άνετο πλοίο με εξυπηρετικό προσωπικό. Κάθομαι σε ένα τραπέζι κοντά στο παράθυρο και απολαμβάνω το πρώτο μου (μέτριο) ελληνικό πιάτο, καθώς απομακρυνόμαστε μέσα από τα κανάλια για την Αδριατική.
Ύστερα από ταξίδι διαρκείας 32 ωρών αποβιβαζόμαστε στην Πάτρα. Είναι 6 π.μ.! Η περιπέτεια ξεκινάει. Δύσκολο να βρεις πινακίδες με κατεύθυνση τον Πύργο. Ωστόσο, μέχρι το μεσημέρι καταφέρνω να δω την πευκοφυτεμένη ακτή Καλόγρια, τα λουτρά Κυλλήνης και να επιβιβαστώ στο πλοίο για Κεφαλονιά. Η πρώτη εντύπωση από το Αργοστόλι: ο μονόδρομος ισχύει για όσους έχουν την ευγενή καλοσύνη - γενικά, στη σύγχρονη Ελλάδα η ευγένεια αποτελεί μέρος του κεφαλαίου «Θρύλοι και Παραδόσεις» - να υπακούσουν στα διεθνή σήματα της τροχαίας. Οι υπόλοιποι δρουν κατά βούληση. Είναι ελεύθερα πνεύματα και δεν δεσμεύονται από συνωμοτικούς κανονισμούς. Οι τροχονόμοι κάνουν όχι μόνο τα στραβά μάτια, αλλά βοηθούν και τους γνωστούς τους νταλικέρηδες να παρανομήσουν ανώδυνα!
Το Φισκάρδο είναι όμορφο και αναλογίζομαι πόσο πιο όμορφο ακόμη θα μπορούσε να είναι αν… όχι όμως, δεν θα χαλάσω τις διακοπές μου από την πρώτη μέρα. Σύμφωνα με την ιστορία πήρε το όνομά του από τον πειρατή Roberto Guiscardo, που κατόρθωσε να αράξει στο λιμάνι του το 1185 και να καταλάβει ολόκληρο το νησί. Κάθομαι στο μπαλκόνι μιας πανσιόν και βλέπω τα κότερα στο μικρό, φυσικό λιμάνι. Από κάτω λεμονιές. Κοντεύει επτά και έχει βγάλει ψύχρα. Φαγητό στης Τασίας. Δυστυχώς έχω καθίσει με την πλάτη μου γυρισμένη προς το μέρος της και μπορώ μόνο να την ακούω να μιλάει ακατάπαυστα στο κινητό της. Η Έλσα Μάξγουελ του νησιού;
Έχοντας κοιμηθεί νωρίς, κατά τις έντεκα, ξυπνώ στις δέκα. Κόντεψα να κλείσω δωδεκάωρο ύπνου, αλλά με στομαχικές διαταραχές ύστερα από τη νόστιμη, αλλά βαριά κρεατόπιτα. Δυο χελιδόνια μπαίνουν μέσα στο δωμάτιο και ξαφνιάζονται πιο πολύ από μένα.
Πρωτοαντικρίζω την παραλία του Μύρτου από ψηλά, ένα απέραντο τιρκουάζ ανάμεσα στην πράσινη βλάστηση. Είναι τόσο όμορφη, που δεν πιστεύω ότι υπάρχει ατραπός που να οδηγεί μέχρι κάτω. Ωστόσο, σε λίγες στροφές ξεπροβάλλει ένας δρόμος, που βέβαια τον ακολουθώ μέχρι να βρεθώ δίπλα στα λίγα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Απλώνω την πετσέτα μου στη φαρδιά παραλία με τη λευκή άμμο και βουτάω στα κρύα, βαθιά και ιδιαίτερα αλμυρά νερά… Πιστεύω πως κάπως έτσι πρέπει να ένιωθαν όσοι έβγαιναν από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ. Αργότερα, περιγράφοντας την εμπειρία στην Τασία, μαθαίνω πως πριν από δύο χρόνια η παραλία αυτή στόλιζε την αφίσα του ΕΟΤ. «Είχε πίσσες;» με ρώτησε; Ενήμερη για τα πάντα ήξερε, χωρίς να έχει πάει, ότι την προηγούμενη ο αέρας είχε βγάλει πίσσα στην ακτή. Ίσως γι’ αυτό να καθάριζαν οι φαγάνες… Θέλει να μάθει τα πάντα για τη Σάμη. Εκεί έχουν στηθεί τα σκηνικά για τα γυρίσματα της ταινίας «Το Βιολί του Λοχαγού Corelli» με τον Nicolas Cage και την Penelope Cruz. Πέρασα, έριξα μια ματιά και έβγαλα μερικές φωτογραφίες.
Διασχίζοντας κάθετα το νησί, από Βορρά προς Νότο, η φύση οργιάζει. Ο πανύψηλος Αίνος (1680μ.) είναι γεμάτος λιλά και κίτρινα χρώματα και μυρωδιές από θυμάρι. Τα Κουρκουμελάτα (η κατάληξη –άτα είναι χαρακτηριστική πολλών τοπωνυμίων της Κεφαλονιάς) κτίστηκαν εκ νέου, ύστερα από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1953, με χρήματα του πλοιοκτήτη – ευεργέτη Γ. Βεργώτη. Είναι το μόνο μέρος που έχει πεζοδρόμια! Από την Πεσάδα φεύγει το ferry για τη Ζάκυνθο, σ’ ένα ταξίδι που διαρκεί μιάμιση ώρα.
Είναι Κυριακή πρωί και έχει συννεφόκαμα. Η πλατεία με το άγαλμα του Διονυσίου Σολωμού είναι όμορφη, αλλά η πόλη δεν λέει πολλά. Έχει θόρυβο και αρκετή σκόνη. Στο μουσείο υπάρχουν δύο τέμπλα από ναούς του 16ου αιώνα, που καταστράφηκαν από τους σεισμούς του 1953 και αρκετές σκουρόχρωμες αγιογραφίες από τον 18ο αιώνα, των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής Νικόλαου Καντούνη και Νικολού Κουτούζη, σε τεχνοτροπία βενετσιάνικης αναγέννησης (Τιτσιάνο, Ελ Γκρέκο…). Στον Κουτούζη (1742 – 1813), που ήταν παπάς αλλά και συγγραφέας, ανήκουν οι «Βωμολοχικές Σάτιρες Ιερέων». Σε μια άλλη πλατεία, η προτομή του Γρηγόρη Ξενόπουλου, δώρο ενός γυμνασίου από την Αθήνα. Στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου δεν επιτρέπεται η είσοδος σε άνδρες με βερμούδα, εκτός και αν λαδώσεις τον… υπεύθυνο, που επιμένει να μου δώσει ένα παντελόνι. Θέλω να τον ρωτήσω αν σκανδαλίζεται ο άγιος ή ο ίδιος από τις αντρικές γάμπες, αφού οι γυναίκες μπαίνουν με φούστα, η οποία μάλιστα σαφώς προτιμάται από το παντελόνι, την ώρα που βγαίνει κάποιος κύριος με σορτ (πιο κοντό παρακαλώ από το δικό μου, και - ας μου επιτραπεί - η όλη εικόνα του μάλλον ακαλαίσθητη). Δεν περιμένω να λυθούν οι απορίες μου, αλλά ρωτάω τον επιστάτη γιατί και πώς; «Δεν ήταν μέσα» μου απαντάει με άνεση Μινχάουζεν, ενώ η παρέα του κυρίου τον περιμένει έξω και αναρωτιέται αν έβαλε μέσο για να μπει… Τι λέει ο Χριστόδουλος για αυτά θα ήθελα να μάθω, αλλά μάλλον δεν θα συναντηθούμε στον Παράδεισο…
Νοτιότερα, οι οικισμοί Καλαμάκι και Λαγανάς, έχουν μετατραπεί σε κακόγουστα βρετανικά θέρετρα τύπου Brighton. Ροδαλοί Εγγλέζοι κυκλοφορούν πίνοντας μπίρες απροστάτευτοι στον ήλιο του καταμεσήμερου και δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τον σπουδαίο συμπατριώτη τους Nöel Coward και το «Mad dogs and Englishmen go out in the mid-day sun...». Μακριά!
Στην πανσιόν του Φισκάρδου δεν είχα απαίτηση να στρώνουν τα κρεβάτια (ωστόσο θα έπρεπε να κόβουν αποδείξεις), αλλά στο ξενοδοχείο της Ζακύνθου ALBA; Χώρια που τα υδραυλικά και στα δύο μέρη είναι για… γκρέμισμα. Οι δε αποχετεύσεις, γενικά στην Ελλάδα, θα πρέπει να έχουν διάμετρο ανάλογη του εγκεφάλου του κατασκευαστή τους. Πουθενά δεν έχω δει να βουλώνουν ευκολότερα!
Ύστερα από ένα ανούσιο πρωινό με φρυγανιές (εκ των ουκ άνευ του Greek breakfast), απαίσιο χυμό, μαρμελάδα, βούτυρο και μέλι αναχωρώ για την Κυλλήνη και από εκεί για την Ολυμπία με καταρρακτώδη βροχή. Πριν από μερικές μέρες δεν άναψε η φλόγα στο Ηραίον, κατά την τελετή της αφής της για τους Ολυμπιακούς αγώνες του Sydney και τώρα παίζεται το παιχνίδι της υπαιτιότητας. Η υπευθυνότητα των πολλοστών «παραγόντων» σταματάει και δηλώνουν ανεύθυνοι όταν έρχεται η στιγμή να λογοδοτήσουν. Αθάνατη Ελλάδα! Στο μουσείο, οι μετόπες του Ναού του Διός με αναπαραστάσεις των δώδεκα άθλων του Ηρακλή, αλλά κυρίως ο Ερμής του Πραξιτέλη (330 π. Χ.) και η παλαιότερη Νίκη του Παιωνίου (421 π. Χ.) αποτελούν τα σπουδαιότερα εκθέματα. Η τοποθεσία του αρχαιολογικού χώρου είναι ασυναγώνιστη, όπως άλλωστε και όλη η διαδρομή ανατολικά, με κατεύθυνση την Αρκαδία. Εδώ ξεκίνησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες γύρω στο 776 π. Χ., όπου μόνο η νίκη (και όχι η συμμετοχή) ήταν αυτό που μετρούσε. H άλτις είναι το ιερό πεδίο, όπου σύμφωνα με την παράδοση βρισκόταν ο τάφος του Πέλοπα (Πελοπείον), του μυθικού βασιλιά που έδωσε το όνομά του στην Πελοπόννησο, αφού είχε νικήσει σε μάχη - με όχι ιδιαίτερα τίμια μέσα - τον πατέρα της Ιπποδάμειας Οινόμαο, και κατέκτησε τόσο το βασίλειο όσο και την κόρη του. Στη σύγχρονη Ελλάδα παρακολουθώ άλλοτε με αμηχανία κι άλλοτε με αγανάκτηση τα ψέματα της τηλεόρασης. Δεν ήταν μήπως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που κατέστρεψαν τα αρχαία αγάλματα; Δεν ήταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος, που κατήργησε το 393 μ. Χ. τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως «ειδωλολατρικούς», πριν επανέλθουν το 1896 ύστερα από πρωτοβουλία του «δυτικού» βαρόνου, ιστορικού και παιδαγωγού Pierre de Coubertin και του παραγνωρισμένου Δημήτριου Βικέλα;
Βρίσκω κατάλυμα στα Λαγκάδια, ένα χωριά χτισμένο από πέτρα και κεραμίδι, στην πλαγιά του βουνού. Το ξενοδοχείο Μανιάτης είναι πολύ περιποιημένο, έχει εξαιρετική θέα, αλλά το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ από έναν απροσδιόριστο θόρυβο. Όταν κατά τις πέντε καλώ τη ρεσεψιόν - δηλαδή την ιδιοκτήτρια -, το ανεξήγητο μυστήριο λύνεται: υπάρχουν πλαστικές καρέκλες στην ταράτσα που μετακινούνται από τον αέρα! Θυμάμαι ένα παρόμοιο φαινόμενο, που αντιμετώπισα σ’ ένα… νεκροταφείο της Σαντορίνης, αλλά αυτά είναι άλλο θέμα. Η Αρκαδία παινεύεται από την εποχή του Βιργιλίου και έχει γίνει συνώνυμη του επιθέτου «βουκολικός». Πράγματι, βοσκοί συνοδεύουν τα κοπάδια τους στα καταπράσινα εδάφη, ανάμεσα στις κορυφές τους Μαινάλου. Το βράδυ μου είναι δύσκολο να αντισταθώ στο κατσικάκι με τις πατάτες στο φούρνο.
Ύστερα από ένα πρωινό με βούτυρο, μέλι και ολόφρεσκο ψωμί ξεκινάω για εξερεύνηση της περιοχής. Φτάνω έτσι μέχρι την αρχαία Μαντινεία. Ο χώρος είναι περιφραγμένος, αλλά επιτρέπεται η είσοδος από μια σιδερένια αυλόπορτα. Μαζί με την Τεγέα και το Παλλάντιον αναφέρεται ως μία από τις τρεις πόλεις που βρίσκονται σε υψόμετρο 600 μ. Ερείπια τειχών και ενός θεάτρου, που τοποθετείται στο 360 π. Χ. Απέναντι από τη σιδερένια αυλόπορτα βρίσκεται η πιο περίεργη εκκλησία της Ελλάδας. Η Αγία Φωτεινή, χτισμένη το 1970-72, αποτελεί μια αναδρομή στην ελληνική αρχιτεκτονική ιστορία, καθώς εκπροσωπεί όλους τους γνωστούς ρυθμούς. Συμπτωματικά, βρίσκεται εκεί ο αρχιτέκτονας και εξηγεί το έργο του στους δασκάλους ενός σχολείου παιδιών με ειδικές ανάγκες, που χαλάνε τον κόσμο. Εξίσου κιτς μου φαίνεται και το Art-Hotel Μαίναλον, στη Βυτίνα, δημιούργημα ενός Αθηναίου γκαλερίστα. Ο αρχαίος Ορχομενός, βορειοδυτικά της Μαντινείας, μνημονεύεται ήδη από τον Όμηρο. Το καταπράσινο τοπίο κλέβει την παράσταση από τα λιγοστά ευρήματα. Είναι μέσα Μαΐου και κάνει κρύο, ακόμη και το μεσημέρι, σε σημεία που δεν χτυπά ο ήλιος.
Τα σπίτια στη Δημητσάνα, γενέτειρα του αμφιλεγόμενου Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, που απαγχονίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και του Παλαιών Πατρών Γερμανού, μοιάζουν να είναι τοποθετημένα στην καταπράσινη πλαγιά, όπως τα στολίδια στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αετοφωλιά, να σου κόβεται η ανάσα! Το ομορφότερο «βουνίσιο» χωριό της Ελλάδας; Εκκλησίες παντού. Και χτίζονται διαρκώς καινούριες - εκτρώματα. Οι άντρες ντυμένοι με καφέ και γκρι χρώματα. Ελάχιστες γυναίκες κυκλοφορούν. Υπάρχει νόμος που λέει ότι τα εστιατόρια πρέπει να έχουν υφασμάτινα τραπεζομάντιλα, μου εξηγεί κάποιος. Δεν λέει όμως ότι δεν πρέπει να στρώνουν χαρτί από πάνω τους! Ποιος κοροϊδεύει ποιον ήθελα να ήξερα.
Διασχίζω την όμορφη Αρκαδία προς τον Νότο. Μετά την Καρύταινα (λίγο υπερβολικά, αναφέρεται ως «ελληνικό Τολέδο» στον ταξιδιωτικό οδηγό) και την Ανδρίτσαινα, έρχονται οι Βάσσες στα σύνορα τριών νομών (Ηλείας – Αρκαδίας – Μεσσηνίας), με τον Ναό του Επικούρειου Απόλλωνα (έργο του Ικτίνου), που λύτρωσε τους κατοίκους της περιοχής από λοιμό. Είναι καλοδιατηρημένος, με κολώνες από ασβεστόλιθο, αλλά καλυμμένος από μια τέντα για προστασία. Οι αρχαιολόγοι εργάζονται αδιάκοπα για τη συντήρησή του, χρηματοδοτημένη κατά 75%, όπως τα περισσότερα έργα που γίνονται, από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διασχίζοντας τα όρια των νομών και πλησιάζοντας προς τη θάλασσα, το τοπίο αλλάζει. Τα θεόρατα δέντρα της Αρκαδίας δίνουν τη θέση τους σε χαμηλότερα. Η Κυπαρισσία είναι γνωστό τουριστικό θέρετρο, προσωπικά ξέρω τέσσερις Γερμανούς που έχουν σπίτια εκεί γύρω. Νοτιότερα, σε απόσταση 12 χιλιομέτρων όλο κι όλο - ατέλειωτων όμως, έτσι όπως ο δρόμος είναι στενός και γεμάτος στροφές - από τη θάλασσα, στο Χριστιανό ή Χριστιανούπολη, ο χρόνος έχει σταματήσει ανάμεσα στα ελιόδεντρα. Παλιά έδρα του επισκόπου Μεσσηνίας (μέχρι και το 1837), έχει μια γιγαντιαία εκκλησία - Μεταμόρφωση του Σωτήρος - από το 1070. Κατεβαίνω μέχρι τον απομονωμένο Κόλπο της Βοϊδοκοιλιάς και συνεχίζω με κατεύθυνση την Πύλο, όπου εκπλήσσει η ιδιαίτερα μεγάλη πλατεία συγκριτικά με την έκταση της κωμόπολης με τους γερο-πλάτανους. Το δωμάτιο 302 στο ξενοδοχείο Αρβανίτη είναι ήσυχο, ευρύχωρο, έχει υπέροχη θέα στον κόλπο και το νησάκι Σφακτηρία και - αχρείαστο - κλιματισμό. Επιπλέον το καθαρίζουν και στρώνουν τα κρεβάτια. Κι όλα αυτά στην τιμή των 8.000 δρχ. τη βραδιά. Όσο κοστίζει μια μερίδα λυθρίνια!
Το ανάκτορο του Νέστορα, συντρόφου του Οδυσσέα στον Τρωικό Πόλεμο, θεωρείται το πιο καλοδιατηρημένο της Μυκηναϊκής εποχής (13ος αι. π. Χ.). Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η μπανιέρα με την εσωτερική διακόσμηση στον χώρο της βασίλισσας. Συμπαθητικό και το μικρό μουσείο στη Χώρα με ευρήματα μυκηναϊκών (Υστεροελλαδική εποχή 1550-1100 π. Χ.), αλλά και Μεσοελλαδικών χρόνων (2000-1990/1550 π. Χ.) από ανασκαφές στη γύρω περιοχή,. Η είσοδος είναι δωρεάν γιατί σήμερα γιορτάζεται η Παγκόσμια Μέρα των Μουσείων (18 Μαΐου).
Μπάνιο στη Μεθώνη, όπου «μεθούν οι όνοι» από την ευωδιά των αμπελιών της, κάτω από τη σκιά ενός βενετσιάνικου φρουρίου 13ου αι. Η πιο όμορφη Κορώνη θυμίζει νησί και τα σπίτια στο ψηλότερο σημείο του κάστρου της, θυμίζουν κάποια παρόμοια στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης. Στη διαδρομή, η παραλία του Φοινικούντα έχει όμορφα μα αρκετά κρύα ακόμη νερά.
Πίσω στην Πύλο, γνωστότερη ασφαλώς ως Ναβαρίνο από την περίφημη ναυμαχία του 1827, όπου ο ρωσικός – αγγλικός – γαλλικός στόλος κατατρόπωσε τον τουρκικό, βυθίζοντας 55 από τα 82 πλοία του. Ψηλά στο φρούριο λειτουργεί μουσείο με υδατογραφίες που απεικονίζουν επαναστάτες του ’21.
Στην αρχαία Μεσσήνη - και την αρχαιότερή της Ιθώμη - υπάρχουν ευρήματα από ένα Ωδείο και έναν Ναό του Ασκληπιού (1ος αι. μ. Χ.) που, σύμφωνα με τον περιηγητή Παυσανία, πρέπει να λειτουργούσε ως χώρος στέγασης έργων τέχνης, όπως περίπου τα σημερινά μουσεία. Η Ιθώμη ήταν για τους Μεσσηνίους ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Δίας, τον οποίο έλουζαν οι Νύφες στην πηγή Αρσινόη. Το ολοκαίνουριο μουσείο (δυο μήνες λειτουργίας) φιλοξενεί (εκτός από μύγες) ρωμαϊκά αντίγραφα αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων και αρκετά φαλλικά ομοιώματα, αναθήματα του Ασκληπιείου. Όπως τα διάφορα μέλη του σώματος, που βλέπουμε από χρυσό και ασήμι δίπλα στις εικόνες των εκκλησιών σήμερα.
Στάση στην πανέμορφη Καρδαμύλη, στο ξεκίνημα της χερσονήσου της Μάνης. Νοτιότερα η Στούπα και ακόμη πιο νότια η Αρεόπολη, που κακώς πολλοί τη λένε Αερόπολη, αφού έχει πάρει το όνομά της από τον θεό του πολέμου Άρη. Για πολλούς εδώ αρχίζει η Μάνη. Τα σύννεφα κατεβαίνουν από τον Ταΰγετο και αιωρούνται πάνω από την πλατεία. Είναι Σάββατο απόγευμα και δύσκολο να βρεις δωμάτιο στον Πύργο Καπετανάκου. Υπάρχει χώρος στον «παραδοσιακό ξενώνα Τσιμόβα». Τα δωμάτια του επάνω ορόφου είναι παραδοσιακά χαμηλοτάβανα, τα κρεβάτια στρωμένα με παραδοσιακά κεντήματα, το σαλόνι γεμάτο με μη παραδοσιακές κούκλες και ζωάκια… Στο ισόγειο κυκλοφορεί η οικογένεια. Ξυπνάς νωρίς το πρωί της Κυριακής, θέλοντας και μη, από τα μεγάφωνα της διπλανής εκκλησίας, που είναι μέσα στα αυτιά σου, εκεί που πίστεψες ότι το βασανιστήριο τελείωσε με το τελευταίο χτύπημα της καμπάνας. Στο πρωινό, ο παππούς της οικογένειας που έχει δει τις γερμανικές πινακίδες του αυτοκινήτου, θυμάται τα λόγια του πατέρα του: «αν κερδίσουν οι Γερμανοί τον πόλεμο, ο κόσμος θα ζήσει καλά» και συνεχίζει με το δικό του πόρισμα «δεν τον κέρδισαν και ιδού τα αποτελέσματα!». Ο εγγονός έχει άποψη για το επίκαιρο θέμα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες «πάνω από τη θρησκεία και τον νόμο δεν υπάρχει τίποτε!». Άραγε τι εννοεί; Γιατί στην προκειμένη περίπτωση συγκρούονται ο νόμος και η θρησκεία, δηλαδή οι Ιεράρχες εκπρόσωποί της. Ασφαλώς και δεν ανοίγω συζήτηση με τέτοια άτομα. Μέσα σε λίγες μέρες έχω ακούσει τις πλέον κοντόφθαλμες ανοησίες. Ίσως να είναι απόρροια της γεωγραφικής απομόνωσης της χώρας, αφού οι Έλληνες δεν έχουν μάθει ακόμη να συμβιώνουν με άλλους λαούς. «Το όνομα δηλώνει το θρήσκευμα», είναι μια από αυτές. Λες και δεν υπάρχουν Έλληνες Καθολικοί, λες και επειδή κάποιος έχει ελληνικά όνομα είναι και «Έλληνας». Ας κάνουν μια βόλτα σε διάφορα σημεία του πλανήτη, να δούνε παιδιά από μικτούς γάμους, με ελληνικότατα ονόματα, που δεν μπήκαν ποτέ σε ορθόδοξη εκκλησία (ούτε καθολική ή προτεσταντική), ούτε ξέρουν ελληνικά. Εκτός κι αν εννοούν άλλα πράγματα, πιο «αφηρημένα», που δεν μπορώ να συλλάβω, όταν μιλάνε για πολιτιστική και πολιτισμική ταυτότητα. Κάθε φορά που τίθεται θέμα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, διαπιστώνεται πόσο υστερεί η χώρα, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες της Ε.Ε. Γι’ αυτό και «η χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία» καταδικάζεται κάθε τόσο στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Φεύγω το συντομότερο, πριν μου δείξουν το «πολεμικά μουσείο» που διατηρούν, ένα ενυδρείο δηλαδή με όπλα ατάκτως ερριμμένα! Η τιμή ανεβαίνει στις δώδεκα χιλιάδες αντί των προσυμφωνημένων δέκα. Επειδή ήταν «μόνο μια βραδιά». Η λέξη «απόδειξη» τους είναι τόσο ξένη όσο και η έννοια της δημοκρατίας. Και εθνικόφρονες και κλέφτες του κράτους. Σιγά την αντίφαση! Κάτι τέτοιοι τύποι έχουν πάρει τη λέξη «πατριώτης» εργολαβία. Δεν τους κάνω καν τη χάρη να παζαρέψω. Αφήνω τη σπηλιά τους και οδεύω στο σπήλαιο του Δυρού με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, παλαιολιθικής εποχής που ανακαλύφθηκε στη δεκαετία του ’50. Κάνω τον γύρο με άλλα επτά άτομα σε μια βάρκα, σαν να βρισκόμαστε στη Αχερουσία. Κάπου εδώ άλλωστε τοποθετείται και η είσοδος του Άδη, από όπου κατέβηκε ο Ορφέας αναζητώντας την Ευρυδίκη. Πάω στοίχημα πως η πλειοψηφία της μάζας, που κόπτεται για την πολιτιστική της ταυτότητα, ξέρει μόνο την τραγουδίστρια με το ίδιο όνομα! Τα αξιοθέατα κτήρια της άγονης χερσονήσου είναι τέσσερις μικρές βυζαντινές εκκλησίες από τον 13ο αιώνα, πάνω στον δρόμο, και οι μεσαιωνικοί πύργοι στα Βάθια, που ανήκουν στον ΕΟΤ.
Τι πιο απλό από το να επιβληθούν κυρώσεις στους υποψήφιους βουλευτές (ίσως βουλευτές σήμερα) που έχουν καλύψει με τα προπαγανδιστικά αυτοκόλλητά τους τις πινακίδες στους δρόμους; Ή έστω να υποχρεωθούν να αναλάβουν να τα αφαιρέσουν – δυο μήνες πέρασαν σχεδόν από τις εκλογές! Μήπως είναι άγνωστοι; Αφού βρίσκουν όμως ακόμη άτομα να τους ψηφίζουν… Αλλά μήπως δεν ξέρουμε για ποιο λόγο; Πάντως κάτι πρέπει να γίνει επειγόντως με την κυκλοφοριακή αγωγή. Δεν είναι δυνατόν να επικρατεί η ζούγκλα του τριπλοπαρκαρίσματος ακόμη και στα χωριά!
Όμορφη στάση αποτελεί το Γύθειο, γνωστό λιμάνι από την αρχαιότητα, με τα παλαιοπωλεία του. Άλλα 150 χιλιόμετρα περίπου κι άλλο ένα φεριμπότ - η διαδρομή διαρκεί ένα δεκάλεπτο, αλλά στα όχι ιδιαίτερα βαθιά νερά επικρατεί πάντα θαλασσοταραχή - μέχρι την Ελαφόνησο, όπου όλα είναι υπερτιμημένα. Ωραίες μα ανεκμετάλλευτες οι παραλίες Σίμος και Παναγίτσα. Η δεύτερη με λίγη πίσσα.
Φτάνω απόγευμα στη Μονεμβασιά (= Μόνη Είσοδος). Λίγα μέτρα πιο πάνω, στ’ αριστερά της πύλης, βρίσκεται το σπίτι που γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος. Σημαντική πόλη για τους Βυζαντινούς μέχρι το 1464 και κυρίως για τους Βενετούς, οι οποίοι την κατείχαν μέχρι το 1540 και αργότερα από το 1690 μέχρι το 1715. Επειδή είναι αδύνατο να βρω δωμάτιο εντός των τειχών, συμβιβάζομαι με το ξενοδοχείο Λαζαρέτο, στον βράχο μετά τη γέφυρα, έτσι ώστε να αποφύγω την άσχημη καινούρια πόλη. Η μεσαιωνική είναι σαν σκηνικό. Εντυπωσιακή και πανάκριβη. Ένας καφές 900 δραχμές! Οι αράχνες έχουν απλώσει τους ιστούς τους στη μέση του δρόμου και αιχμαλωτίζουν μύγες και άλλα έντομα. Έχω σκοπό να μείνω μερικές μέρες, αλλά τόσο η συμπεριφορά του ιδιοκτήτη (;) ή υπεύθυνου (;) του ξενοδοχείου, (με πέρασε για «ξένο» και ήθελε να μου πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, μπροστά στα μάτια μου και - κυρίως - στα αυτιά μου, σε αντίθεση με τη συμπαθέστατη κόρη του, που δεν ήξερε πού να κρυφτεί…) όσο και τα κουνούπια – βρικόλακες, με κάνουν να αλλάξω γνώμη. Δεν μπορείς να κλείσεις τα παράθυρα γιατί το air-condition υπολειτουργεί. Ξυπνάω πριν χαράξει και απολαμβάνω την ανατολή από την ταράτσα. Καθώς φωτίζεται σιγά – σιγά η Νέα Μονεμβασιά, περιμένω να ανοίξει το εστιατόριο για να πιω καφέ. Σ’ αυτό το «πολυτελές» ξενοδοχείο σε «παραδοσιακό» στυλ (όπου «παραδοσιακό» σημαίνει χαμηλοτάβανο), δεν μπορείς να πληρώσεις τον λογαριασμό του δωματίου σου ΚΑΙ του πρωινού σου με πιστωτική κάρτα! Σου κάνουν χάρη που τη δέχονται για το δωμάτιο! Κατά τα άλλα διαφημιστικά των πιστωτικών καρτών υπάρχουν παντού. Η άχαρη πρωινή ρεσεψιονίστ (ο θεός να την κάνει) μου «εξηγεί» ότι το εστιατόριο ανήκει σε διαφορετική εταιρεία από το ξενοδοχείο. Κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ και δεν μου αρέσει να ανακατεύομαι με τα πίτουρα, ούτε πρόκειται να χάσω τον χρόνο μου εντοπίζοντας τις κότες... Φεύγω!
Στη Σπάρτη με το πολύ ενδιαφέρον μουσείο (κυρίως τα ψηφιδωτά), μένω ένα βράδυ και - παραδόξως - τρώω και καλό μαγειρεμένο φαγητό, που αν ήταν και ζεστό θα επρόκειτο για το τελειότερο πιάτο των διακοπών. Η μονοτονία της ψησταριάς με έχει τσακίσει. Ασφαλώς και το μόνο που αξίζει ύστερα από λίγο καιρό είναι η ντοματοσαλάτα! Το Sparta Inn φαντάζει ελκυστικό λόγω της πισίνας που διαθέτει, αλλά είναι τόσο βρώμικη που δεν την χρησιμοποιώ.
Ο Μιστράς είναι μια πόλη – φάντασμα ή μια πόλη – μουσείο, που καταγράφει κοντά 800 χρόνια ιστορίας. Στην κορυφή του φυσικά οχυρωμένου λόφου Μυζηθρά, είχαν χτίσει οι Σταυροφόροι του 1249, με ηγεμόνα του φραγκικού δουκάτου τον Guilleaume de Villehardouin (Γουλιέλμο Βιλεαρδουινό), ένα φρούριο, το «Οριόκαστρο», που κατέκτησαν οι Βυζαντινοί το 1262 και που έπαιξε σημαντικά ρόλο στην ιστορία των τελευταίων αιώνων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μέχρι την κατάληψή του από τους Τούρκους το 1460. Εδώ στέφθηκε ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Παλαιολόγος το 1449, πέντε χρόνια δηλαδή πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Δύσκολο να φανταστείς πως γύρω στο 1700 ζούσαν εδώ 42.000 ψυχές και γύρω στις 16.000 το 1800. Τα σπίτια τους έχουν εξαφανιστεί, τα παλάτια διατηρούνται ως ερείπια. Σε καλύτερη κατάσταση βρίσκονται οι πολυάριθμες εκκλησίες και τα μοναστήρια. Ανάμεσα στο κατώτερο και το ανώτερο σημείο της πόλης, μεσολαβούν 300 κάθετα μέτρα, που μέχρι να τα ανέβεις σου κόβεται η ανάσα.
Βρίσκομαι ξανά στην πανέμορφη Αρκαδία, όχι για πολύ όμως, μια σύντομη στάση στην Τρίπολη και κατεύθυνση προς το Ναύπλιο, όπου η κεντρική πανσιόν Ίλιον σε μεταφέρει στη μπελ – επόκ. Παραβάν, έπιπλα, φωτιστικά, ζωγραφισμένα κρεβάτια και προφυλακτικά (!) μέσα σ’ ένα γυάλινο τασάκι στο τραπεζάκι της τηλεόρασης, μεταξωτά σεντόνια, σαγιονάρες αποστειρωμένες, μπουρνούζι φρεσκοπλυμένο και υδρομασάζ στο μπάνιο! Το Ναύπλιο είναι έτσι κι αλλιώς πανέμορφο, η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας από το 1823 μέχρι το 1834, την εποχή που η χώρα ξεκινούσε την ελεύθερη πορεία της… Εδώ δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας (1831), εδώ θρονιάστηκε ο Όθωνας (1833). Οι Τούρκοι κατέκτησαν την πόλη το 1540 από τους Βενετούς, οι οποίοι την ανακατέλαβαν το 1686 με τον Francesco Morosini για να την ξαναχάσουν το 1715, ύστερα από οκταήμερη πολιορκία, ενώ τους είχε πάρει χρόνια για να κτίσουν το Παλαμήδι! Εδώ επίσης τα εστιατόρια κλέβουν τους τουρίστες έχοντας καταλόγους με διαφορετικές τιμές!
Η γύρω περιοχή είναι ασφυκτικά γεμάτη από αξιοθέατα. Από τα φυσικά φαινόμενα, όπως οι κρατήρες έξω από τα Δίδυμα μέχρι τα αρχαία ευρήματα. Επίδαυρος! Όνομα μυθικό μέχρι τις μέρες μας, συνυφασμένο με την έννοια του θεάτρου! Το θέατρό της, ένα θαύμα ακουστικής χτισμένο τον 3ο αι. π. Χ., αρχικά με 35 κερκίδες στις οποίες 500 χρόνια αργότερα προστέθηκαν άλλες 20, ήταν χωρητικότητας 12.000 θεατών. Ωστόσο, η Επίδαυρος ήταν ένας τόπος αναψυχής και κούρας, ένα spa, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ένας μυστικιστικός χώρος που κορυφώνεται με το άβατον, όπου κατέληγαν ύστερα από διάφορες ιεροτελεστίες όσοι αναζητούσαν θεραπεία. Στον ύπνο τους εμφανιζόταν πάντα ο Ασκληπιός και οι ιερείς αναλάμβαναν να ερμηνεύσουν τα όσα τους είπε έτσι ώστε να εφαρμόσουν την κατάλληλη θεραπεία.
Οι Μυκήνες έχουν βαφτίσει με το όνομά τους μια ολόκληρη εποχή, που σηματοδοτεί τον πρώτο ανεπτυγμένο πολιτισμό στην ηπειρωτική Ευρώπη, που ήκμασε μεταξύ 1400 –1200 π. Χ. Εντός των ηλικίας 3500 χρόνων τειχών κατοίκησαν κάποτε ισχυροί βασιλείς όπως ο Ατρέας, ο Αγαμέμνονας και ο Ορέστης, δυναμικές γυναίκες όπως η Κλυταιμνήστρα, η Αντιγόνη και η Ηλέκτρα. Ο Heinrich Schliemann έφερε στην επιφάνεια με τις ανασκαφές του 1876 ολόχρυσα αντικείμενα βάρους 14 κιλών και αμύθητης αξίας. Ακολούθησαν ανασκαφές Ελλήνων και Βρετανών αρχαιολόγων. Εκτός της περίφημης εισόδου με το λιοντάρι, χτισμένης γύρω στο 1250 π.Χ., ίσως το πιο εντυπωσιακό κτήριο σήμερα να είναι το Θησαυροφυλάκιο του Ατρέα, ένας θολωτός τάφος ύψους 13,5 μ. και περιμέτρου 14,5 μ., στον οποίο οδηγεί ένας «δρόμος» μήκους 36 μ. και πλάτους 6 μ. Στη Νεμέα, το επόμενο Σαββατοκύριακο, αναβιώνουν οι αγώνες στο αναπαλαιωμένο στάδιο του 4ου αι. π. Χ, με έπαθλο ένα στεφάνι αγριοσέληνου. Βορειότερα, στην Κόρινθο, εντυπωσιάζει ο Ναός του Απόλλωνα (550 π.Χ.), με τις επτά (από τις αρχικές 38) διατηρημένες μονολιθικές δωρικές κολώνες.
Ύστερα από τις εξαντλητικές πορείες μέσα στο λιοπύρι, η ιδέα για μια βουτιά στο Τολό, φαντάζει δελεαστικότατη. Και, ευτυχώς, μόλις που προλαβαίνω γιατί σε λίγο αρχίζει να βρέχει.
Η ταμίας στο εκδοτήριο εισιτηρίων του Γαλατά για το καραβάκι που πηγαίνει στον Πόρο είναι αγενής (στην ερώτηση αν μπορώ να βγάλω εισιτήριο με επιστροφή, μού απαντάει με ένα «τς») ψεύτρα (μου λέει ότι το εισιτήριο κοστίζει εκατό δραχμές ενώ έχει ογδόντα) και κλέφτρα (δεν μου επιστρέφει ρέστα). Τις δυο τελευταίες αρετές της θα τις αντιληφθώ δυστυχώς πολύ αργότερα, όταν θα επιστρέφω και εκείνη θα έχει σχολάσει από την εξαντλητική δουλειά που κάνει με τόσο κέφι! Ο Πόρος είναι μεγαλύτερος από όσο φαίνεται, με τα παραλιακά μαγαζιά να συνεχίζονται και πίσω από τη στροφή που βγαίνει σαν χερσόνησος προς τη θάλασσα. Η μικρή απόσταση του νησιού από το λιμάνι του Πειραιά βοηθάει τις ημερήσιες εκδρομές των Ιαπώνων και Αμερικανών τουριστών (και βέβαια όλων των υπόλοιπων), που επισκέπτονται την Αθήνα. Εγώ παίρνω το καραβάκι από το Τολό για μια ημερήσια κρουαζιέρα στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Εισιτήρια δεν υπάρχουν, φαντάζομαι δεν υπάρχει και έλεγχος από την εφορία. Αντ’ αυτών υπάρχουν πλαστικές μάρκες που συλλέγονται στο τέλος του ταξιδιού. Στην Ύδρα (σαφώς πιο γραφική και χαριτωμένη από τις Σπέτσες), μόλις αποβιβαζόμαστε, αράζει ένα πλοίο από το οποίο βγαίνουν καμιά τετρακοσαριά παπάδες και καλόγριες. Μια παραλία μαυροφορεμένων ρασοφόρων μπερδεύουν τα ίχνη τους μ’ εκείνα του Leonard Cohen.
Η αποκορύφωση του ταξιδιού είναι η επίσκεψη στους Δελφούς. Στους πρόποδες του Παρνασσού, το ιερό του Απόλλωνα δίνει μέχρι και σήμερα την εντύπωση ότι είναι το κέντρο του κόσμου, «ο ομφαλός της γης», και αν δεν ήταν οι τουρίστες, μπορεί να είχες την εντύπωση πως από ώρα σε ώρα θα κάνει την εμφάνισή της η Πυθία, μασώντας φύλλα από τις γύρω δάφνες, για να δώσει ένα χρησμό. Η ανάβαση μέχρι πάνω, στο στάδιο, είναι κουραστική αλλά αξίζει κάθε στάλα ιδρώτα. Και φυσικά το μουσείο με τα αγάλματα του Ηνίοχου, και του αγαπημένου του αυτοκράτορα Αδριανού, Αντίνοου. Μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα, ο Όσιος Λουκάς, είναι ένα μοναστήρι του 10ου αι, με αριστοτεχνικά χρυσά ψηφιδωτά του 11ου αι, που ξεπροβάλλει ανάμεσα από μια κοιλάδα με πυκνή βλάστηση.
Το φυσικό λιμάνι στο Γαλαξίδι αποτελεί καταφύγιο για τα πλεούμενα εδώ και δυο αιώνες, από τότε που κτίστηκε η πάλη. Σαν ένα πέταλο, τα σπίτια της μιας πλευράς αντικρίζουν ένα πυκνό και δροσερό δάσος κωνοφόρων, που οδηγεί στο κτήριο της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων. Ένα πραγματικό στολίδι αυτή η κωμόπολη με ελάχιστους κατοίκους, που ωστόσο δεν φαίνεται να είναι σε θέση να περιμαζέψουν τα αδέσποτα σκυλιά, ούτε τα λογής τροχοφόρα που σκουριάζουν εγκαταλελειμμένα στα… προάστια. Τι κρίμα! Τρία ντόπια κωλόπαιδα ρίχνουν ένα σκυλί στη θάλασσα, που αδυνατεί να ανέβει στην προβλήτα, και ένας αστυνομικός κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του - για να δει αν πνίγηκε; «Βγάλτε το έξω», λέει μάλλον αδιάφορα, μπαίνει στο αυτοκίνητό του και φεύγει.
Επιστροφή στην Πάτρα μέσω Αντίρριου – Ρίου και επιβίβαση στο ferry, που θα φτάσει ύστερα από τριάντα έξι ώρες στη Βενετία. Στο Αιγαίο μερικά δρομολόγια αναβλήθηκαν εξαιτίας των ισχυρών ανέμων, οι οποίοι ευτυχώς δεν επηρέασαν το Ιόνιο, όπου ο καιρός είναι θαυμάσιος. Κάνω ηλιοθεραπεία διαβάζοντας στο κατάστρωμα. Το πλοίο «Φαίδρα» δεν είναι άσχημο, αλλά το πλήρωμα υστερεί κατά πολύ του «Αρετούσα».
Θα έπρεπε να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αλλά καθώς διασχίζω τις Άλπεις προς τον Βορρά, έχω την εντύπωση ότι επιστρέφω στον πολιτισμό.
2000/2006
Sunday, March 19, 2006
Wednesday, March 15, 2006
Ιρλανδία
Το Βερολίνο ήταν απρόσμενα ζεστό για την εποχή και το σπίτι μ’ έσπρωχνε στους δρόμους. Ήθελα να κάνω βόλτες διαρκώς, εκμεταλλευόμενος τις λιακάδες, γνωρίζοντας τι με περίμενε το χειμώνα. Διάθεση για δουλειά καμιά! Μόνο για ταξίδια. Είναι αυτό το γνωστό μικρόβιο που ενεργοποιείται με την κίνηση. Όσο μένω ήσυχος σ’ ένα μέρος, ασχολούμενος με τα καθημερινά, κοιμάται. Μόλις όμως κάνω το πρώτο βήμα να διασχίσω το κατώφλι του λήθαργου, ξυπνάει και μ’ ενοχλεί, δεν μ’ αφήνει σε ησυχία. Επιμένει να μετακινηθώ εκ νέου. Έτσι, λίγες μέρες μετά την επιστροφή μου από τη Βαρκελώνη, σε κάποιον από τους απογευματινούς περιπάτους μου, το μάτι μου έπεσε στις προσφορές ενός γραφείου ταξιδιών: 740 μάρκα για εισιτήριο και δυο βδομάδες αυτοκίνητο στην Ιρλανδία! Δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. Μπήκα μέσα κι έκλεισα. Η χώρα ήταν στη λίστα αυτών που ήθελα να επισκεφτώ, εδώ και επτά χρόνια.
Πέντε μέρες αργότερα, έχοντας διαβάσει τον οδηγό που ήδη είχα (!), πετούσα από το Schönefeld για το Shannon, ένα αεροδρόμιο ιδιαίτερα σημαντικό, αφού μέχρι και τη δεκαετία του ’60 τα αεροπλάνα που έκαναν υπερατλαντικές πτήσεις σταματούσαν εκεί για ανεφοδιασμό. Το δυτικότερο αεροδρόμιο της Ευρώπης εγκαινιάστηκε το 1945 και θεωρείται το λίκνο των Duty Free Shops (που απειλούνται να καταργηθούν το 1999), όπως αυτοκολακεύεται στη διαφημιστική του καμπάνια. Η αλήθεια είναι πως από τότε που έχασε τη σπουδαιότητά του συναγωνίζεται με κάθε τρόπο το αντίστοιχο του Δουβλίνου, ενώ στο μεταξύ η πόλη των 7.000 κατοίκων ζει από τις βιομηχανίες (κυρίως ηλεκτρονικών εξοπλισμών) που ιδρύθηκαν εκεί κοντά.
Η πτήση διαρκεί δυόμισι ώρες. Ακολουθούν οι γνωστές διατυπώσεις στο γραφείο του rent - a – car, όπου πάντα προσπαθούν να σε πείσουν για κάποια επιπλέον ασφάλιση, πολύ ακριβότερη από την τιμή του αυτοκινήτου. Τους εξηγώ πως είμαι ασφαλισμένος μέχρι τον λαιμό, μα δεν πτοούνται. Αναγκάζομαι - λίγο εκβιαστικά - να υπογράψω μια απόδειξη πιστωτικής κάρτας ύψους 5.000 λιρών (15.000 μάρκων περίπου), που στη σκέψη της θα νιώσω λίγο άβολα σε κάποιες στιγμές του ταξιδιού, αλλά δεν υποκύπτω στο ασφάλιστρο των 35 λιρών τη μέρα! Το ελληνικό πείσμα αποδεικνύεται ισχυρότερο του ιρλανδέζικου!
Το πρώτο σοκ της οδήγησης στην αριστερή πλευρά του δρόμου ξεπερνιέται μάλλον εύκολα, ιδιαίτερα στην εξοχή - όπου στο τέλος του ταξιδιού θα μου φανεί πιο λογική από τη δεξιά -, ενώ ακόμη θα έχω πρόβλημα διασχίζοντας τον δρόμο πεζός. Ποια κύτταρα είναι υπεύθυνα; Το χαρακτηριστικό των δρόμων είναι τα roundabouts, διασταυρώσεις κυκλικής πορείας.
Πρώτος μου σταθμός, το Limerick. Το όνομά του λέγεται πως δανείστηκαν τα πεντάστιχα με το χιουμοριστικό (και συχνά τολμηρό) περιεχόμενο, αν και το πιθανότερο είναι πως προέρχονται από την Αγγλία. Ένα παράδειγμα:
There was a young lady from Crete
Who was exceedingly neat
When she got out of bed
She stood on her head
To make sure of not soiling her feet
Έχω κλείσει δωμάτιο από το Βερολίνο και το πρόβλημα τώρα έγκειται στο πώς θα το βρω. Τα νούμερα των σπιτιών - όπως των περισσότερων στην Ιρλανδία θα διαπιστώσω - είναι από τα πιο καλοκρυμμένα μυστικά. Κι όταν επιτέλους βρίσκω το σπίτι, απογοητεύομαι στη θέα του υπόγειου δωματίου που κοστίζει 20 λίρες τη βραδιά! Διαμαρτύρομαι αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση τέτοια ώρα. Για αύριο μου υπόσχονται ένα καλύτερο. Δεν θέλω να περάσω ούτε ένα λεπτό εκεί μέσα. Βγαίνω στην O’Connell St. (από το όνομα του Daniel O’Connell, που το 1829 κατάφερε ως βουλευτής να πετύχει την είσοδο κι άλλων Ιρλανδών στο κοινοβούλιο, παρόλο που ο στόχος του ήταν η κατάργηση της κοινοβουλευτικής ένωσης Αγγλίας - Ιρλανδίας), τον κεντρικό άξονα της πόλης. Κατοικίες γεωργιανού ρυθμού με την κάθε εξώπορτα βαμμένη σε διαφορετικά χρώματα βρίσκονται σε αφθονία δεξιά κι αριστερά. Για πρώτη φορά αντικρίζω τόσες πολλές χρωματιστές πόρτες στο φυσικό τους περιβάλλον. Όταν τις έβλεπα σε καρτ ποστάλ πίστευα πως τις είχαν συλλέξει από διαφορετικά σημεία της πόλης.
Μπαίνω για την πρώτη πίντα Guinness στο κατάμεστο pub Royal George. Κοντεύει δέκα και όπου να ’ναι θ’ αρχίσει να παίζει η τοπική μπάντα The Boatmen. Το πρώτο μου ιρλανδέζικο Σαββατόβραδο θα με βρει να έχω πιει αρκετά και να πασχίσω απεγνωσμένα να βρω ένα εστιατόριο. Θα συμβιβαστώ, λόγω προχωρημένης ώρας, με ένα - μάλλον άνοστο - χάμπουργκερ.
Το πρωί μεταφέρω τα πράγματά μου σ’ ένα πιο ευρύχωρο και πιο περιποιημένο δωμάτιο από αυτό της προηγούμενης βραδιάς και κατεβαίνω στην τραπεζαρία. Το παραδοσιακό ιρλανδέζικο πρωινό αποτελείται από αυγά, μπέικον και λουκάνικα! Δηλαδή γεμάτο χοληστερίνη. Δεν είναι τυχαίο που τα ποσοστά εμφραγμάτων είναι ιδιαίτερα υψηλά. Το μόνο υποκατάστατο που μπορώ να φάω είναι baked beans (ό,τι χειρότερο για το ουρικό οξύ), καθώς τα δημητριακά και τα κορν φλέικς δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Ούτε ο χυλός βρώμης (porridge)!
Αρχίζω την περιήγησή μου από το βόρειο τμήμα της πόλης. Στην αγγλικανική εκκλησία St. Mary, το αξιοθέατο δρύινο γλυπτό του βήματος (1489) είναι γεμάτο σκόνη και ολόκληρος ο ναός χρειάζεται γρήγορα αναπαλαίωση. Οι υπεύθυνοι ζητούν από το ποίμνιο (και μη) μία λίρα (και) γι’ αυτόν τον σκοπό, επισημαίνοντας στην είσοδο πως ούτε το κράτος ούτε η Ε.Ε. συνεισφέρουν. Η παιδική χορωδία αποζημιώνει με τους άσπιλους ήχους της.
Σε μια αίθουσα του παραδιπλανού King John’s Castle (13ου αι., στις μέρες της βασιλείας του οποίου υπογράφηκε η magna carta) κάποιος έχει αναλάβει τον ρόλο του νομισματοκόπου της εποχής, ενώ οι πυργίσκοι χαρίζουν μια καταπληκτική θέα του ποταμού. The Broad Majestic Shannon, όπως τραγουδάνε οι Pogues, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.
Καθώς ψάχνω να προσανατολιστώ, μια γυναίκα σταματάει και προσφέρεται να με βοηθήσει από μόνη της. Χθες βράδυ, καθώς επέστρεφα στο δωμάτιό μου, δυο μεσήλικες με καλησπέρισαν καθώς με προσπερνούσαν! Αυτές είναι οι πρώτες δύο διαπιστώσεις της φιλικότητας των Ιρλανδών για την οποία μιλάνε όλοι. Ασφαλώς και δεν είναι γενικό το φαινόμενο.
Περίπου 15 χιλιόμετρα νοτιότερα βρίσκεται το παινεμένο από τους τουριστικούς οδηγούς ως «ομορφότερο χωριό της Ιρλανδίας», το Adare. Αριστερά, έτσι όπως πλησιάζω, κυριαρχεί για κάμποσα μέτρα η περίφραξη του Adare Manor, μιας νεογοτθικής έπαυλης (1832) που εδώ και μερικά χρόνια λειτουργεί ως ξενοδοχείο με τιμές που ξεκινούν από τις 112 και φτάνουν τις 168 λίρες το άτομο. Οι κοινοί θνητοί μπορούν να απολαύσουν ένα τσάι στους ισόγειους χώρους του μπαρ με θέα τους περιποιημένους κήπους και την αχανή έκταση για γκολφ, το λαϊκό σπορ της χώρας. Χαρακτηριστικό των σπιτιών του χωριού είναι οι αχυροσκεπές.
Ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα γεύματα του ταξιδιού είναι αυτά που απολαμβάνω στο ινδικό Mogul Emperor του Limerick, ίσως το καλύτερο του είδους που έχω φάει. Για άλλη μια φορά διαπιστώνω πόσο διαφέρουν οι εθνικές κουζίνες από χώρα σε χώρα. Τα κινέζικα του Βερολίνου, δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά του Λονδίνου, που με τη σειρά τους απέχουν από της Νέας Υόρκης κι αυτά από του Λος Άντζελες. Και φαντάζομαι πως στην Κίνα (και σε κάθε περιοχή της ξεχωριστά) είναι ακόμη πιο διαφορετικά.
Ο καθένας μπορεί να έχει τη δική του άποψη για τις δυο γυναίκες που κηδεύτηκαν πρόσφατα, τη Lady Diana και την Αδερφή Τερέζα. Από όλα όσα ακούστηκαν και γράφτηκαν μου έλειψε το προφανές κοινό χαρακτηριστικό τους: και οι δύο ήταν πασίγνωστες μόνο με το μικρό τους όνομα. Καμία δεν αναφέρθηκε με το επώνυμό της.
Νοτιοδυτικά του Limerick, στο Askeaton, βρίσκονται τα ερείπια ενός μοναστηριού του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου (15ου αι.). Επόμενη στάση το Tralee, όνομα οικείο καθώς αναφέρεται στον τίτλο ενός από τα πιο διαδεδομένα ιρλανδέζικα τραγούδια, το Rose of Tralee:
The pale moon was rising
above the green mountain
the sun was declining
beneath the blue sea
when I stayed with my love
to the clear crystal fountain
that stands in the beautiful
Yale of Tralee...
Τσάι και scone (είδος μικρού κέικ) σ’ ένα καφέ που σφύζει από μαθητές με διαφορετικές σχολικές στολές.
Η διαδρομή μέχρι τη χερσόνησο Dingle είναι πανέμορφη, αλλά αυτό ισχύει για κάθε σχεδόν κομμάτι της χώρας όπου κυριαρχούν καταπράσινες εκτάσεις, κατοικημένες από ευτυχισμένες αγελάδες και πρόβατα. Αν φανταστεί κανείς το νότιο τμήμα της σαν μια Χαλκιδική με τέσσερα πόδια στραμμένα προς τη Δύση, τούτο εδώ είναι το βορειότερο. Στα δροσερά λιβάδια του έχουν γυριστεί ταινίες όπως το Ryan’s Daughter (του David Lean, 1970), Un Taxi Mauve (του Yves Boisset, 1977) και The Field (του Jim Sheridan, 1990). Οι περισσότεροι κάτοικοι μιλούν ακόμη την παλιά, ιρλανδέζικη (γαελική) γλώσσα. Η τοποθεσία Slea Head είναι το δυτικότερο σημείο της Ευρώπης με θέα προς τον Ατλαντικό Ωκεανό. Τα σύννεφα στο εσωτερικό της χερσονήσου αιωρούνται τόσο χαμηλά που καλύπτουν τα μισά από τα όχι ιδιαίτερα ψηλά βουνά. Το Gallarus (= ξένο σπίτι) Oratory, είναι ένας πρωτοχριστιανικός ναός ηλικίας 1300 χρόνων, χτισμένος σε σχήμα αντιστραμμένης βάρκας (μήκους 8 μ., ύψους 5 μ. και πλάτους 5 μ.), με πέτρες από ψαμμίτη που συγκρατούνται από μόνες τους, δίχως κάποιο στερεωτικό υλικό, και που, ωστόσο, διατηρούν το εσωτερικό του στεγνό επί τόσους αιώνες. Στη μαρίνα της δυτικότερης κωμόπολης της Ευρώπης, το Dingle, κάνω μια στάση για Irish coffee.
Σκοπεύω να φτάσω στο Killarney. Η πρώτη συλλαβή «Kil» πολλών τοπωνυμίων προέρχεται από το ιρλανδέζικο «cill» που σημαίνει εκκλησία. Η χώρα είναι ιδιαίτερα καθολική με αμέτρητους ναούς παλιούς και νεότερους, καθώς επίσης και πολλά αντίγραφα του σπηλαίου της Λούρδης, με μαντόνες - αγάλματα με φωτοστέφανο από λαμπιόνια (!) στα προαύλιά τους ή απλά σε στροφές δρόμων, κάτω από δέντρα.
Η πόλη έχει γύρω στους 8.000 κατοίκους, και στην κεντρική οδό High St. μετράω πάνω από τριάντα εστιατόρια (!), το ένα δίπλα στ’ άλλο, συχνά δίχως να μεσολαβεί κάποιο εμπορικό κατάστημα. Το φτηνότερο πιάτο κοστίζει 8,50 λίρες και όλα είναι γεμάτα! Μου άνοιξε η όρεξη για Irish stew στο Sheila’s.
Το επίνειο του Killarney είναι η Fossa. Εδώ και δέκα χρόνια έχει κτιστεί μια καινούρια εκκλησία (τι άλλο;) σε σχήμα αντίσκηνου, ιδιαίτερα δημοφιλής για γάμους καθώς μπροστά από τα ζευγάρια απλώνονται ρομαντικοί, σμαραγδένιοι αγροί και που πλαισιώνονται από τα βουνά Macgillycuddy’s Reeks, τα ψηλότερα της χώρας.
Νωρίς το πρωί ξεκινάω για το Ring of Kerry, μια κυκλική διαδρομή συνολικής απόστασης 158 χλμ., που κατατάσσεται στις ομορφότερες της ηπείρου. Το κλίμα επηρεάζεται από το Gulf Stream (ρεύμα του Κόλπου του Μεξικού) και η βλάστηση είναι υποτροπική, με θεόρατους φοίνικες και γιούκες! Από το άκρο της, το Portmagee ξεκινάει μια γέφυρα που ενώνει τη χερσόνησο με το νησί Valentia. Η θέα προς τη θάλασσα θυμίζει ανάλογες της Σαντορίνης καθώς το μπλε χρώμα της έχει να κάνει περισσότερο με τη Μεσόγειο παρά με τον Ατλαντικό. Το Staigue Fort είναι ένα κυκλικό, πέτρινο φρούριο με περίμετρο 27 μ. και ύψος τειχών 5 μ, που υπολογίζεται πως χτίστηκε πριν από 2000 χρόνια. Σκάλες που ανήκουν στο σώμα των τειχών οδηγούν στις επάλξεις.
Το χωριό Sneem, που κέρδισε τον τίτλο του πιο περιποιημένου την προηγούμενη χρονιά, μοιάζει να ξεπήδησε από εικονογράφηση παραμυθιού. Ποταμάκια με γάργαρα νερά όπου ψαρεύουν πέστροφες, πανύψηλα δέντρα και από κάτω πέτρινες και ξύλινες κατασκευές για πικ νικ, πολύχρωμες προσόψεις σε κάθε είσοδο σπιτιού και μαγαζιού δίνουν την εντύπωση πως ζωντάνεψαν για χάρη των επισκεπτών. Εδώ κοντά έγραψε ο George Bernard Shaw μέρη από την Αγία Ιωάννα (1923).
Πίσω στο Killarney για φαγητό κι εν συνεχεία στο pub που παίζει ένα τρίο και τραγουδάει όλος ο κόσμος! Στην Ιρλανδία η λέξη «παραδοσιακό» δεν ηχεί επιτηδευμένη, ούτε μοιάζει να βγήκε πρόσφατα από το σεντούκι με έντονη τη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Στον τομέα της μουσικής ειδικά, είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου υπάρχει συνέχεια. Αυτά που άκουγαν οι προπαππούδες των σημερινών νέων εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα και όλοι ξέρουν απ’ έξω τα τραγούδια. Στα pubs συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια, είναι το δεύτερο σαλόνι τους - με την έννοια του καθιστικού, γιατί ξέρω και κόσμο που το έχει κλειδωμένο 364 μέρες το χρόνο. Μέχρι τις οχτώ το βράδυ επιτρέπεται η παραμονή και στα μικρά παιδιά.
Είναι μια ηλιόλουστη μέρα και βρίσκω ευκαιρία να επισκεφτώ τα νεκροταφεία με τους ψηλούς σταυρούς πάνω από τους τάφους, στα πάτρια εδάφη του W.B. Yeats και του Oscar Wilde. Περιδιαβαίνω την απέραντη έκταση του Muckross Friary, ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μοναστήρια του φραντζισκανικού τάγματος (15ου αι.) και του Muckross House and Gardens. Την έπαυλη επισκέφτηκε η βασίλισσα Βικτόρια ενώ, σύμφωνα με τον οδηγό που έχω, εδώ έμεινε και ο Rudolph Erich Raspe, δημιουργός του αρχιψεύτη βαρόνου Münchhausen. Στους κήπους ευδοκιμούν ροδόδεντρα. Σε ένα ξεχωριστά κτήριο λειτουργούν εργαστήρια κεραμικής, αγγειοπλαστικής, σελοποιείας και υφαντικής, καθώς επίσης και μουσείο φυσικής ιστορίας.
Η απόσταση ανάμεσα στο Killarney και το Cork που είναι ο επόμενός μου σταθμός, δεν ξεπερνάει τα 90 χλμ. Έτσι αποφασίζω να πάρω τους πιο γραφικούς δρόμους και να δω το Glenngariff με τους γεμάτους φούξιες, έλατα, πρίνα και βατομουριές κήπους, και το Bantry. Εδώ ξεχωρίζει το Bantry House, χτισμένο ψηλά, πάνω στον λόφο το 1771 για τον πρώτο δούκα της πόλης. Εκτός από τα γαλλικά έπιπλα και τα γκομπλέν, αξίζει η μοναδική θέα από τους ιταλικούς κήπους στον ομώνυμο κόλπο. Το Kinsale είναι γεμάτο τουρίστες που έρχονται απ’ όλο τον κόσμο για να παίξουν γκολφ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία του: από το 1602 μέχρι και τα τέλη του 18ου αι. ήταν μια αγγλική πόλη που απαγορευόταν να κατοικηθεί από Ιρλανδούς, εξαιτίας μιας εξέγερσης του ντόπιου πληθυσμού με τη βοήθεια της ισπανικής αρμάδας. Αποτέλεσμα της ήττας τους ήταν η μετακίνηση πολλών δουκών προς στην Κεντρική Ευρώπη. Από εδώ κατάγεται ο ιδρυτής της Πεννσυλβανίας William Penn. Το πιο όμορφο μέρος, ωστόσο, είναι το Glandore που παραδόξως δεν αναφέρουν οι οδηγοί. Απολαμβάνω έναν ιρλανδέζικο καφέ σ’ ένα pub με θέα που μ’ αφήνει άφωνο. Δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψουν αυτόν τον συνδυασμό βουνού - θάλασσας - βράχων - λιμανιού - κήπων. Μου θυμίζει κάποιον που βλέποντας ένα ηλιοβασίλεμα στη Santa Fe, αναφώνησε: «Ο θεός ξεπέρασε τον εαυτό του». Η ατμόσφαιρα γίνεται γραφικότερη όταν εισέρχεται μια ηλικιωμένη και κάθεται στο διπλανό τραπέζι διηγούμενη τη ζωή της σε μια άγνωστη παρέα. «Κατεβαίνω από ακόμη πιο ψηλά, μια - δυο φορές το μήνα, για να εισπράξω τη σύνταξή μου και να ψωνίσω...» Αθάνατοι story tellers.
Το Cork είναι η τρίτη σε πληθυσμό πόλη του νησιού (μετά του Δουβλίνο και το Μπέλφαστ), και σημαντική πανεπιστημιούπολη. Διασχίζεται από τον ποταμό Lee, ο οποίος μάλιστα διακλαδώνεται σ’ ένα σημείο του κέντρου και πριν ξαναενωθεί σχηματίζει ένα μικρό νησί, με αποτέλεσμα να είναι γεμάτο γέφυρες. Στα αξιοθέατα συγκαταλέγονται κυρίως εκκλησίες όπως η Saint Mary’s και η αγγλικανική St. Finbarr’s (1776), αφιερωμένη στον μοναχό του 7ου αι., ιδρυτή της πόλης. Έχει μια καλοκαιρινή λιακάδα και όπως όλες οι πόλεις του κόσμου έτσι κι αυτή γίνεται ομορφότερη με λίγη ζέστη. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σκεπαστή βικτοριανή αγορά της Princess Street, με κρεοπωλεία και μανάβικα, ενώ στην Paul St. έχει αναγερθεί πρόσφατα ένα υπερσύγχρονο εμπορικό κέντρο (shopping mall) αμερικάνικων προδιαγραφών. Μέχρι στιγμής έβλεπα τα στενά σοκάκια ανάμεσα στα σπίτια που υπάρχουν στις πόλεις των ΗΠΑ και σκεφτόμουν πως οι Ιρλανδοί μετανάστες μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα κάτι από την πολεοδομία της παλιάς. Τώρα παρατηρώ το αντίστροφο. Όπως εξάγονται οι πρόεδροι των ΗΠΑ, που κατάγονται από Ιρλανδούς προγόνους (ή μήπως η δευτερεύουσα πρόταση είναι περιττή;) και επισκέπτονται με καμάρι (και υποχρέωση) την Ιρλανδία... Κάνω διάλειμμα για τσάι σ’ ένα άνετο καφέ που μοιάζει με την κουζίνα στη «Γιορτή της Μπαμπέτ». Ξύλινα τραπέζια - πάγκοι, υπέροχα λευκά σερβίτσια από πορσελάνη σε λιτές φόρμες με γάλα, αλατοπίπερο και δύο είδη ζάχαρης... Οι τοίχοι ενός pub δίπλα στο Dan Lowery’s στην MacCurtain Street, είναι καλυμμένοι από φωτογραφίες του Rory Gallagher (1949 - 1995), που μεγάλωσε εδώ. Οι κάτοικοι του Cork, περισσότερο από άλλα μέρη της χώρας, προφέρουν το «th» ως «τ».
Ο ήλιος καλύφτηκε από απειλητικά σύννεφα και βγήκε τσουχτερό κρύο. Καθώς το πρόσωπό μου έχει καλυφτεί από υγρασία χωρίς να βρέχει, νιώθω να περπατώ σε υγρή σάουνα. Βρίσκομαι και πάλι μέσα σ’ ένα σύννεφο!
Το Σαββατοκύριακο είναι αδύνατο να βρω δωμάτιο στο Kilkenny, για πολλούς την πιο αξιοθέατη πόλη της χώρας, κι έτσι αναγκάζομαι να διανυκτερεύσω 35 χλμ. ανατολικότερα, στο Carlow. Το Barrowville Townhouse είναι το καλύτερο από όλα όσα έχω μείνει μέχρι στιγμής. Ευρύχωρο δωμάτιο διακοσμημένο με αντίκες, όμορφο λουτρό (αν και εδώ παντού - όπως και στην Αγγλία - υπάρχουν οι δυο ξεχωριστές βρύσες που απεχθάνομαι), πλούσιο πρωινό με σολομό και φρούτα σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη και καλόγουστη τραπεζαρία. Ωστόσο, το ζευγάρι των ιδιοκτητών δεν είναι καθόλου φιλικό, παρόλο που το σπίτι τους είναι καταχωρημένο στα Friendly Homes of Ireland. Στην ίδια πόλη θα δειπνήσω στο Beams, το καλύτερο εστιατόριο όλου του ταξιδιού, ενώ θα δω μια κηδεία που μου θυμίζει ελληνικά έθιμα. Παρακολουθώντας το μεγάλο πλήθος πίσω από τη νεκροφόρα, δίνω τη δική μου ερμηνεία: ότι πέθανε κάποιο σημαντικό πρόσωπο, ο δήμαρχος ίσως. Αργότερα όλοι καταλήγουν στο pub κι εγώ μαθαίνω - από κάποιον που μου πιάνει κουβέντα καθώς πλένω τα χέρια μου στις τουαλέτες - πως αυτοκτόνησε ένας εικοσάχρονος. «I just made your day, didn’t I?», μου λέει καθώς απομακρύνομαι.
Μέχρι να φτάσω στο Carlow πέρασα από τα Cahir με το ομώνυμο κάστρο του αφού απέφυγα - ως υπερβολικά τουριστικό - το Blarney με τον λίθο του που σύμφωνα με την παράδοση δίνει το χάρισμα της ευγλωττίας σε όποιον τον φιλήσει, ενώ αν κάποιος σε ρωτήσει «Did you kiss the Blarney stone?», καλύτερα να σταματήσεις να φλυαρείς! Το must της διαδρομής θεωρείται το Cashel με τον περίφημο βράχο του, μια ακρόπολη που από τον 4ο μέχρι και τον 13ο αιώνα ήταν ο θρόνος των βασιλιάδων - επισκόπων της περιοχής. Ο θρύλος θέλει τον προστάτη άγιο της Ιρλανδίας Patrick (που εκτός των άλλων λέγεται πως έδιωξε τα φίδια από το νησί) να εκχριστιανίζει τον βασιλιά Aengus (450) και κατά λάθος να μπήγει το μπαστούνι του στο πόδι του βασιλιά που δεν έβγαλε λέξη. Όταν αργότερα ο Patrick είδε το αίμα που ανάβλυζε και είχε πλημμυρίσει τον τόπο, ρώτησε σοκαρισμένος τι συνέβη. Ο βασιλιάς τού εξήγησε και πρόσθεσε πως δεν είπε τίποτε γιατί το θεώρησε μέρος του μυστηρίου της βάπτισης! Η παρεξήγηση λύθηκε μεν, αλλά το πλήθος που παρακολουθούσε την τελετή απέφυγε για κάμποσα χρόνια ακόμη τον χριστιανισμό που θεωρήθηκε ιδιαίτερα επώδυνος! Τον ίδιο βράχο ανακήρυξε σε επίσημο θρόνο του ο ξακουστός βασιλιάς Brian Boru (977), ενώ το 1152 ξεκίνησε η ανέγερση της Cormack Chapel, της πιο ενδιαφέρουσας εκκλησίας ρωμανικού ρυθμού στην Ιρλανδία, που ο επίσκοπος Cormack McCarthy ανακήρυξε σε έδρα του και αρχιεπισκοπή. Μετά τη μεταρρύθμιση η Ελισάβετ Α΄ τοποθέτησε προτεστάντες αρχιεπισκόπους.
Διανύω πενήντα επιπλέον χιλιόμετρα μέχρι το Tipperary, μόνο και μόνο για το τραγούδι που έλεγαν οι Βρετανοί στρατιώτες που εκπαιδεύονταν στην περιοχή στις αρχές του 20ου αιώνα, και που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
It’s a long way to Tipperary
It’s a long way to go
It’s a long way to Tipperary
To the sweetest girl I know
Goodbye Piccadilly, farewell Leicester Square
It’s a long way to Tipperary
But my heart’s right there…
Κυριακάτικη βόλτα στους δρόμους του Kilkenny, που ίδρυσε ο St. Canice τον 6ο αι. και που ακόμη και σήμερα ο καθεδρικός που φέρει τ’ όνομά του (13ου αι.) θεωρείται από τους ομορφότερους ναούς της χώρας. Στο εσωτερικό του γίνεται κανονικό εμπόριο, πλην όμως «για εκκλησιαστικούς σκοπούς», ενώ στον αυλόγυρό του είναι θαμμένοι αρκετοί διάσημοι. Αναζητώ κάποια ονόματα στις μαύρες μαρμάρινες πλάκες. «On marble stone as black as ink», όπως αναφέρει ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια, το Carrickfergus. Τα μαγαζιά είναι, παραδόξως, ανοιχτά. Το αρχαιότερο σπίτι της πόλης, το Kyteler’s Inn, λειτουργεί ως pub - εστιατόριο, ενώ το ελισαβετιανού ρυθμού Rothe House (1594) ως μουσείο.
Σειρά έχει το Δουβλίνο που δεν απέχει παρά μία ώρα. Επειδή οι μικρές αποστάσεις δεν είναι της ιδιοσυγκρασίας μου, σκοπεύω να δω κι άλλα μέρη. Άλλωστε από τότε που αποφάσισα αυτό το ταξίδι ήθελα να περπατήσω στους «Δρόμους του Arklow» όπως τραγουδάει ο Van Morrison που ακούγεται συχνά πυκνά στο ραδιόφωνο. Και λίγο παραπέρα, στην κοιλάδα Avoca, συναντιούνται τα νερά των ποταμών Avonmore και Avonbeg και γίνεται «The Meeting Of The Waters», όπως έγραψε ο Thomas Moore. Ο Charles Stewart Parnell, ένας από τους διασημότερους Ιρλανδούς πατριώτες γεννήθηκε εδώ. Στο Enniskery, κοντά στο Rathdrum βλέπω το Powercourt House (1731, από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Richard Castle ή Cassels) που καταστράφηκε από μια πυρκαγιά το 1974 και επισκευάζεται σταδιακά. Εδώ γυρίστηκε η σκηνή της μάχης του Agincourt στο Henry V του Lawrence Olivier και πολλά πλάνα από το Barry Lyndon του Stanley Kubric.
Ακολουθώντας έναν μικρό δρόμο ούτε που καταλαβαίνω πότε φθάνω στο Δουβλίνο. Ακόμη χειρότερα, δεν ξέρω σε ποια πλευρά βρίσκομαι και δυσκολεύομαι να προσανατολιστώ για να βρω το σπίτι που θα μείνω (δεν μπορώ να τα πω ξενοδοχεία ή πανσιόν αυτά τα ιρλανδέζικα Bed & Breakfast, που οι ιδιοκτήτες τους είναι πολύ περήφανοι για το ότι είναι σπίτια - homes) και που έχω ήδη κλείσει τηλεφωνικώς. Είναι απόγευμα και το μποτιλιάρισμα μου δίνει την ευκαιρία να δω σε ποιον δρόμο βρίσκομαι και να τον ψάξω στο χάρτη. Διαπιστώνω πως, ευτυχώς, το μόνο που χρειάζεται να κάνω είναι να ακολουθήσω υπομονετικά το ρεύμα. Δίπλα από το κατάλυμά μου βλέπω μια πλακέτα αναρτημένη. Εδώ ιδρύθηκε ο IRA! Δεξιά κι αριστερά μπλε, κόκκινες, μαύρες λακαρισμένες πόρτες, πλαισιωμένες από λευκές κολώνες με ιωνικά κιονόκρανα.
Το κέντρο της πρωτεύουσας που έχει πληθυσμό γύρω στο ένα εκατομμύριο, δεν είναι μεγάλο. Διασχίζω τη γέφυρα O’Connell (1792 - 94), πάνω από τον ποταμό Liffey. Το πλάτος της ξεπερνά το μήκος της (42 μ). Κοντά σ’ ένα McDonald’s, μαζεμένοι νεαροί και νεαρές σχηματίζουν ένα ήσυχο «πηγαδάκι». Παρακολουθούν - και ταυτόχρονα λειτουργούν σαν αποτυχημένο παραβάν - ένα φιλικό τους ζευγάρι που κάνει έρωτα!
Ο εκχριστιανισμός των κατοίκων της κοινότητας γύρω από το τέναγος, απ’ όπου προέρχεται το ιρλανδέζικο όνομα της πόλης, Baile Atha Cliath (Η Πόλη Του Οχυρωμένου Τενάγους) τοποθετείται στο 448. Πιθανότατα υπήρχε ήδη στον ίδιο χώρο κάποιο κέλτικο και αργότερα κάποιο δανέζικο φρούριο πριν χτιστεί το Dublin Castle. Γύρω απ’ αυτόν τον αρχικό πυρήνα εξακολουθεί να περιστρέφεται η ζωή της πόλης στην Dame Street. Το καφέ Turks Head Chop House θα μπορούσε κάλλιστα να είναι δημιούργημα του Antoni Gaudi. Ο διακοσμητής έχει αντιγράψει το στυλ του μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Νοτιότερα, στον αγγλικανικό καθεδρικό St. Patrick (11ου αι. με πολλές προσθήκες τον 19ο), ο συγγραφέας των Ταξιδιών του Γκάλιβερ, Jonathan Swift (1667 - 1745), είχε χρηματίσει πρωθιερέας επί τριάντα πέντε χρόνια. Μέσα στον ναό υπάρχει η προτομή του με έναν επιτάφιο γραμμένο από τον ίδιο: «Αναπαύεται εκεί όπου η αγανάκτηση δεν μπορεί να φθείρει πλέον την ψυχή του». Βορειότερα βρίσκεται ο καθεδρικός Christ Church.
Το 60% της μπίρας που καταναλώνεται στην Ιρλανδία προέρχεται από τη ζυθοποιία Guinness. Η δυναστεία είναι επίσης υπεύθυνη για το ομώνυμο Βιβλίο των Ρεκόρ ενώ ο Arthur Guinness δώρισε στην πόλη το St. Stephen’s Green (1880) μια πράσινη όαση με λίμνες και κήπους που τα μεσημέρια, καιρού επιτρέποντος, γεμίζει από κόσμο που κάνει διάλειμμα από τις δουλειές του. Όταν βρέχει στριμώχνονται στα γύρω pub. Το διασημότερο της περιοχής είναι το O’Donoghue’s (15 Merrion St.), όπου ανακαλύφτηκαν οι Dubliners. Φυσικά το Δουβλίνο έχει και μνήμες από Boomtown Rats (Bewleys στην Grafton Street), Sinéad O’Connor (Bad Ass Café στην Crown Alley) και βέβαια U2 (Windmill Lane 4).
Το Trinity College ιδρύθηκε το 1591 από τη βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ και μέχρι το 1793 δεχόταν μόνο μέλη της προτεσταντικής εκκλησίας, ενώ μόλις το 1873 άρχισε να απονέμει πτυχία και υποτροφίες σε καθολικούς. Οι γυναίκες έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1903. Πολλοί εκπρόσωποι της ιρλανδέζικης διανόησης κάθισαν στα θρανία του: Jonathan Swift, Oscar Wilde, John Millington Synge, Samuel Beckett... Στα πολυτιμότερα αντικείμενα της βιβλιοθήκης του ανήκει το Book of Kells (8ου αι.), ένα από τα ομορφότερα και σημαντικότερα χειρόγραφα της πρωτοχριστιανικής εποχής της χώρας που περιέχει τα τέσσερα Ευαγγέλια με 340 μοναδικά ζωγραφισμένες σελίδες, από τις οποίες εκτίθεται μια διαφορετική στο κοινό καθημερινά. Η αρχή κάθε κεφαλαίου διακοσμείται με το ιδεόγραμμα κάθε Ευαγγελιστή. Εξίσου όμορφα αλλά όχι τόσο γνωστά είναι και τα ανάλογα Book of Durrow (7ου αι.), Book of Dimma (8ου αι.) και Book of Armagh (9ου αι.). Στη μακρόστενη αίθουσα (long room) της βιβλιοθήκης φυλάσσεται μια ιρλανδέζικη άρπα, από τις αρχαιότερες του είδους.
Απέναντι στεγάζεται η Τράπεζα της Ιρλανδίας, σ’ ένα κτήριο που σχεδιάστηκε από τον Sir Edward Lovett (1729), για να λειτουργήσει ως Κοινοβούλιο. Μετά την Act of Union που προέβλεπε κοινή Βουλή Αγγλίας - Ιρλανδίας με έδρα το Λονδίνο, πουλήθηκε στην τράπεζα (1802). Η καθολική St. Mary’s Pro-Cathedral (1816 - 1825), έχει για πρόσοψη ένα αντίγραφο του Θησείου.
Το Abbey Theatre παίζει το Importance Of Being Earnest του Oscar Wilde, που θεωρώ υποχρέωσή μου να το δω στον χώρο που, παρόλο που ανακαινίστηκε (1966), έχει γράψει τη δική του ιστορία παγκοσμίως.
Είμαι τυχερός γιατί ο καιρός βοηθάει να εξερευνήσω την πόλη με τα πόδια. Έτσι περνάω από τα σπίτια που έμεναν οι Daniel O’Connell, William Butler Yeats και το πατρικό σπίτι του Oscar Wilde στη Merrion Square. Βλέπω ακόμη τα δυο αριστουργηματικά κτήρια του Άγγλου αρχιτέκτονα ουγενοτικής καταγωγής James Gandon (1743 - 1823), Custom House (Τελωνείο) και Four Courts (το ανώτατο δικαστήριο της χώρας), και τα δυο στη βόρεια όχθη του Liffey.
Οι μέρες πλησιάζουν στο τέλος τους κι εγώ πρέπει να πλησιάζω στο αεροδρόμιο. Διασχίζοντας τη χώρα από την Ανατολή προς τη Δύση, ακριβώς στη μέση βρίσκεται το Athlone, που λόγω της θέσης του ονομάζεται και «η καρδιά της Ιρλανδίας». Εδώ γεννήθηκε μια από τις σπουδαιότερες φωνές του αιώνα, ο τενόρος John McCormack (1884 - 1945) και απογοητεύομαι που το σπίτι του έγινε κινέζικο εστιατόριο.
Το Galway, στις όχθες του ποταμού Corrib που εκβάλλει στον κόλπο του Galway, είναι πολύ ζωντανό αλλά βροχερό και κρύο. Στο πανεπιστήμιό του τα μαθήματα γίνονται κατά κύριο λόγο στα ιρλανδέζικα. Η γλώσσα - παράλληλα με πολλές άλλες που είχαν παραγκωνιστεί σε διάφορα σημεία την Ευρώπης όπως τα βασκικά και τα καταλονικά - έχει γίνει στο μεταξύ υποχρεωτική σε πολλά σχολεία της μέσης εκπαίδευσης. Εκτός από φοιτητές, όμως, το Galway έχει πολλούς ψαράδες και κάθε Σεπτέμβριο τελείται μια ειδική λειτουργία αγιασμού της θάλασσας με την περιφορά ενός αγάλματος της Παναγίας πάνω από τα κύματα. Στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου η παράδοση θέλει τον Κολόμβο να προσευχήθηκε για τελευταία φορά πριν αναχωρήσει για το ταξίδι της ανακάλυψης της Αμερικής. Η πόλη είχε αναπτυχθεί σημαντικά κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, κάνοντας εμπόριο με τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς που άφησαν τις επιρροές τους στην αρχιτεκτονική. Όλοι οι κέλτικοι μύθοι και θρύλοι βρήκαν ασφαλώς γόνιμο έδαφος στην ονειροπόλα ψυχή των Ιρλανδών, που εξακολουθούν να είναι γεμάτοι προκαταλήψεις. Το κάστρο του Lynch (16ου αι., σήμερα τράπεζα), ήταν η έδρα της οικογένειας που έδωσε τ’ όνομά της στο λιντσάρισμα, όταν ο δήμαρχος και ανώτατος δικαστής James Lynch κρέμασε ο ίδιος τον γιο του Walter που έκρινε ένοχο για τη δολοφονία ενός Ισπανού, αφού κανένας δεν ήθελε να αναλάβει την εκτέλεσή του.
Κατηφορίζοντας περνάω από τα Cliffs of Moher, απόκρημνα κάθετα βράχια ύψους μέχρι και 200 μ. που δέρνονται επί αιώνες από τα κύματα της θάλασσας. Σε μέρες δίχως πούσι έχεις θέα μέχρι τα νησιά Aran, εκεί που ο Robert Flaherty γύρισε το ντοκιμαντέρ Man Of Aran (1934) που καταγράφει την πρωτόγονη ζωή των ψαράδων του.
Άλλο ένα μαγευτικό χωριό είναι το Ennis που θα με φιλοξενήσει το τελευταίο βράδυ, αφού απέχει μόλις 25 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο Shannon. Η πτήση μου είναι μεσημεριανή κι έτσι, αφού κάνω βόλτα στα στενά σοκάκια του με τα όμορφα σπίτια, μπορώ να απολαύσω τις τελευταίες Guinness δίχως ενοχές.
Υ.Γ. «From Bantry Bay up to Derry Quay and from Galway to Dublin Town...» Από τα τέσσερα τοπωνύμια που ορίζουν την Ιρλανδία (Νότος - Βορράς - Δύση - Ανατολή) στο τραγούδι Star Of The County Down, αφήνω τον Βορρά για την επόμενη φορά (η ρίμα ακούσια).
1997/2006
Πέντε μέρες αργότερα, έχοντας διαβάσει τον οδηγό που ήδη είχα (!), πετούσα από το Schönefeld για το Shannon, ένα αεροδρόμιο ιδιαίτερα σημαντικό, αφού μέχρι και τη δεκαετία του ’60 τα αεροπλάνα που έκαναν υπερατλαντικές πτήσεις σταματούσαν εκεί για ανεφοδιασμό. Το δυτικότερο αεροδρόμιο της Ευρώπης εγκαινιάστηκε το 1945 και θεωρείται το λίκνο των Duty Free Shops (που απειλούνται να καταργηθούν το 1999), όπως αυτοκολακεύεται στη διαφημιστική του καμπάνια. Η αλήθεια είναι πως από τότε που έχασε τη σπουδαιότητά του συναγωνίζεται με κάθε τρόπο το αντίστοιχο του Δουβλίνου, ενώ στο μεταξύ η πόλη των 7.000 κατοίκων ζει από τις βιομηχανίες (κυρίως ηλεκτρονικών εξοπλισμών) που ιδρύθηκαν εκεί κοντά.
Η πτήση διαρκεί δυόμισι ώρες. Ακολουθούν οι γνωστές διατυπώσεις στο γραφείο του rent - a – car, όπου πάντα προσπαθούν να σε πείσουν για κάποια επιπλέον ασφάλιση, πολύ ακριβότερη από την τιμή του αυτοκινήτου. Τους εξηγώ πως είμαι ασφαλισμένος μέχρι τον λαιμό, μα δεν πτοούνται. Αναγκάζομαι - λίγο εκβιαστικά - να υπογράψω μια απόδειξη πιστωτικής κάρτας ύψους 5.000 λιρών (15.000 μάρκων περίπου), που στη σκέψη της θα νιώσω λίγο άβολα σε κάποιες στιγμές του ταξιδιού, αλλά δεν υποκύπτω στο ασφάλιστρο των 35 λιρών τη μέρα! Το ελληνικό πείσμα αποδεικνύεται ισχυρότερο του ιρλανδέζικου!
Το πρώτο σοκ της οδήγησης στην αριστερή πλευρά του δρόμου ξεπερνιέται μάλλον εύκολα, ιδιαίτερα στην εξοχή - όπου στο τέλος του ταξιδιού θα μου φανεί πιο λογική από τη δεξιά -, ενώ ακόμη θα έχω πρόβλημα διασχίζοντας τον δρόμο πεζός. Ποια κύτταρα είναι υπεύθυνα; Το χαρακτηριστικό των δρόμων είναι τα roundabouts, διασταυρώσεις κυκλικής πορείας.
Πρώτος μου σταθμός, το Limerick. Το όνομά του λέγεται πως δανείστηκαν τα πεντάστιχα με το χιουμοριστικό (και συχνά τολμηρό) περιεχόμενο, αν και το πιθανότερο είναι πως προέρχονται από την Αγγλία. Ένα παράδειγμα:
There was a young lady from Crete
Who was exceedingly neat
When she got out of bed
She stood on her head
To make sure of not soiling her feet
Έχω κλείσει δωμάτιο από το Βερολίνο και το πρόβλημα τώρα έγκειται στο πώς θα το βρω. Τα νούμερα των σπιτιών - όπως των περισσότερων στην Ιρλανδία θα διαπιστώσω - είναι από τα πιο καλοκρυμμένα μυστικά. Κι όταν επιτέλους βρίσκω το σπίτι, απογοητεύομαι στη θέα του υπόγειου δωματίου που κοστίζει 20 λίρες τη βραδιά! Διαμαρτύρομαι αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση τέτοια ώρα. Για αύριο μου υπόσχονται ένα καλύτερο. Δεν θέλω να περάσω ούτε ένα λεπτό εκεί μέσα. Βγαίνω στην O’Connell St. (από το όνομα του Daniel O’Connell, που το 1829 κατάφερε ως βουλευτής να πετύχει την είσοδο κι άλλων Ιρλανδών στο κοινοβούλιο, παρόλο που ο στόχος του ήταν η κατάργηση της κοινοβουλευτικής ένωσης Αγγλίας - Ιρλανδίας), τον κεντρικό άξονα της πόλης. Κατοικίες γεωργιανού ρυθμού με την κάθε εξώπορτα βαμμένη σε διαφορετικά χρώματα βρίσκονται σε αφθονία δεξιά κι αριστερά. Για πρώτη φορά αντικρίζω τόσες πολλές χρωματιστές πόρτες στο φυσικό τους περιβάλλον. Όταν τις έβλεπα σε καρτ ποστάλ πίστευα πως τις είχαν συλλέξει από διαφορετικά σημεία της πόλης.
Μπαίνω για την πρώτη πίντα Guinness στο κατάμεστο pub Royal George. Κοντεύει δέκα και όπου να ’ναι θ’ αρχίσει να παίζει η τοπική μπάντα The Boatmen. Το πρώτο μου ιρλανδέζικο Σαββατόβραδο θα με βρει να έχω πιει αρκετά και να πασχίσω απεγνωσμένα να βρω ένα εστιατόριο. Θα συμβιβαστώ, λόγω προχωρημένης ώρας, με ένα - μάλλον άνοστο - χάμπουργκερ.
Το πρωί μεταφέρω τα πράγματά μου σ’ ένα πιο ευρύχωρο και πιο περιποιημένο δωμάτιο από αυτό της προηγούμενης βραδιάς και κατεβαίνω στην τραπεζαρία. Το παραδοσιακό ιρλανδέζικο πρωινό αποτελείται από αυγά, μπέικον και λουκάνικα! Δηλαδή γεμάτο χοληστερίνη. Δεν είναι τυχαίο που τα ποσοστά εμφραγμάτων είναι ιδιαίτερα υψηλά. Το μόνο υποκατάστατο που μπορώ να φάω είναι baked beans (ό,τι χειρότερο για το ουρικό οξύ), καθώς τα δημητριακά και τα κορν φλέικς δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Ούτε ο χυλός βρώμης (porridge)!
Αρχίζω την περιήγησή μου από το βόρειο τμήμα της πόλης. Στην αγγλικανική εκκλησία St. Mary, το αξιοθέατο δρύινο γλυπτό του βήματος (1489) είναι γεμάτο σκόνη και ολόκληρος ο ναός χρειάζεται γρήγορα αναπαλαίωση. Οι υπεύθυνοι ζητούν από το ποίμνιο (και μη) μία λίρα (και) γι’ αυτόν τον σκοπό, επισημαίνοντας στην είσοδο πως ούτε το κράτος ούτε η Ε.Ε. συνεισφέρουν. Η παιδική χορωδία αποζημιώνει με τους άσπιλους ήχους της.
Σε μια αίθουσα του παραδιπλανού King John’s Castle (13ου αι., στις μέρες της βασιλείας του οποίου υπογράφηκε η magna carta) κάποιος έχει αναλάβει τον ρόλο του νομισματοκόπου της εποχής, ενώ οι πυργίσκοι χαρίζουν μια καταπληκτική θέα του ποταμού. The Broad Majestic Shannon, όπως τραγουδάνε οι Pogues, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.
Καθώς ψάχνω να προσανατολιστώ, μια γυναίκα σταματάει και προσφέρεται να με βοηθήσει από μόνη της. Χθες βράδυ, καθώς επέστρεφα στο δωμάτιό μου, δυο μεσήλικες με καλησπέρισαν καθώς με προσπερνούσαν! Αυτές είναι οι πρώτες δύο διαπιστώσεις της φιλικότητας των Ιρλανδών για την οποία μιλάνε όλοι. Ασφαλώς και δεν είναι γενικό το φαινόμενο.
Περίπου 15 χιλιόμετρα νοτιότερα βρίσκεται το παινεμένο από τους τουριστικούς οδηγούς ως «ομορφότερο χωριό της Ιρλανδίας», το Adare. Αριστερά, έτσι όπως πλησιάζω, κυριαρχεί για κάμποσα μέτρα η περίφραξη του Adare Manor, μιας νεογοτθικής έπαυλης (1832) που εδώ και μερικά χρόνια λειτουργεί ως ξενοδοχείο με τιμές που ξεκινούν από τις 112 και φτάνουν τις 168 λίρες το άτομο. Οι κοινοί θνητοί μπορούν να απολαύσουν ένα τσάι στους ισόγειους χώρους του μπαρ με θέα τους περιποιημένους κήπους και την αχανή έκταση για γκολφ, το λαϊκό σπορ της χώρας. Χαρακτηριστικό των σπιτιών του χωριού είναι οι αχυροσκεπές.
Ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα γεύματα του ταξιδιού είναι αυτά που απολαμβάνω στο ινδικό Mogul Emperor του Limerick, ίσως το καλύτερο του είδους που έχω φάει. Για άλλη μια φορά διαπιστώνω πόσο διαφέρουν οι εθνικές κουζίνες από χώρα σε χώρα. Τα κινέζικα του Βερολίνου, δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά του Λονδίνου, που με τη σειρά τους απέχουν από της Νέας Υόρκης κι αυτά από του Λος Άντζελες. Και φαντάζομαι πως στην Κίνα (και σε κάθε περιοχή της ξεχωριστά) είναι ακόμη πιο διαφορετικά.
Ο καθένας μπορεί να έχει τη δική του άποψη για τις δυο γυναίκες που κηδεύτηκαν πρόσφατα, τη Lady Diana και την Αδερφή Τερέζα. Από όλα όσα ακούστηκαν και γράφτηκαν μου έλειψε το προφανές κοινό χαρακτηριστικό τους: και οι δύο ήταν πασίγνωστες μόνο με το μικρό τους όνομα. Καμία δεν αναφέρθηκε με το επώνυμό της.
Νοτιοδυτικά του Limerick, στο Askeaton, βρίσκονται τα ερείπια ενός μοναστηριού του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου (15ου αι.). Επόμενη στάση το Tralee, όνομα οικείο καθώς αναφέρεται στον τίτλο ενός από τα πιο διαδεδομένα ιρλανδέζικα τραγούδια, το Rose of Tralee:
The pale moon was rising
above the green mountain
the sun was declining
beneath the blue sea
when I stayed with my love
to the clear crystal fountain
that stands in the beautiful
Yale of Tralee...
Τσάι και scone (είδος μικρού κέικ) σ’ ένα καφέ που σφύζει από μαθητές με διαφορετικές σχολικές στολές.
Η διαδρομή μέχρι τη χερσόνησο Dingle είναι πανέμορφη, αλλά αυτό ισχύει για κάθε σχεδόν κομμάτι της χώρας όπου κυριαρχούν καταπράσινες εκτάσεις, κατοικημένες από ευτυχισμένες αγελάδες και πρόβατα. Αν φανταστεί κανείς το νότιο τμήμα της σαν μια Χαλκιδική με τέσσερα πόδια στραμμένα προς τη Δύση, τούτο εδώ είναι το βορειότερο. Στα δροσερά λιβάδια του έχουν γυριστεί ταινίες όπως το Ryan’s Daughter (του David Lean, 1970), Un Taxi Mauve (του Yves Boisset, 1977) και The Field (του Jim Sheridan, 1990). Οι περισσότεροι κάτοικοι μιλούν ακόμη την παλιά, ιρλανδέζικη (γαελική) γλώσσα. Η τοποθεσία Slea Head είναι το δυτικότερο σημείο της Ευρώπης με θέα προς τον Ατλαντικό Ωκεανό. Τα σύννεφα στο εσωτερικό της χερσονήσου αιωρούνται τόσο χαμηλά που καλύπτουν τα μισά από τα όχι ιδιαίτερα ψηλά βουνά. Το Gallarus (= ξένο σπίτι) Oratory, είναι ένας πρωτοχριστιανικός ναός ηλικίας 1300 χρόνων, χτισμένος σε σχήμα αντιστραμμένης βάρκας (μήκους 8 μ., ύψους 5 μ. και πλάτους 5 μ.), με πέτρες από ψαμμίτη που συγκρατούνται από μόνες τους, δίχως κάποιο στερεωτικό υλικό, και που, ωστόσο, διατηρούν το εσωτερικό του στεγνό επί τόσους αιώνες. Στη μαρίνα της δυτικότερης κωμόπολης της Ευρώπης, το Dingle, κάνω μια στάση για Irish coffee.
Σκοπεύω να φτάσω στο Killarney. Η πρώτη συλλαβή «Kil» πολλών τοπωνυμίων προέρχεται από το ιρλανδέζικο «cill» που σημαίνει εκκλησία. Η χώρα είναι ιδιαίτερα καθολική με αμέτρητους ναούς παλιούς και νεότερους, καθώς επίσης και πολλά αντίγραφα του σπηλαίου της Λούρδης, με μαντόνες - αγάλματα με φωτοστέφανο από λαμπιόνια (!) στα προαύλιά τους ή απλά σε στροφές δρόμων, κάτω από δέντρα.
Η πόλη έχει γύρω στους 8.000 κατοίκους, και στην κεντρική οδό High St. μετράω πάνω από τριάντα εστιατόρια (!), το ένα δίπλα στ’ άλλο, συχνά δίχως να μεσολαβεί κάποιο εμπορικό κατάστημα. Το φτηνότερο πιάτο κοστίζει 8,50 λίρες και όλα είναι γεμάτα! Μου άνοιξε η όρεξη για Irish stew στο Sheila’s.
Το επίνειο του Killarney είναι η Fossa. Εδώ και δέκα χρόνια έχει κτιστεί μια καινούρια εκκλησία (τι άλλο;) σε σχήμα αντίσκηνου, ιδιαίτερα δημοφιλής για γάμους καθώς μπροστά από τα ζευγάρια απλώνονται ρομαντικοί, σμαραγδένιοι αγροί και που πλαισιώνονται από τα βουνά Macgillycuddy’s Reeks, τα ψηλότερα της χώρας.
Νωρίς το πρωί ξεκινάω για το Ring of Kerry, μια κυκλική διαδρομή συνολικής απόστασης 158 χλμ., που κατατάσσεται στις ομορφότερες της ηπείρου. Το κλίμα επηρεάζεται από το Gulf Stream (ρεύμα του Κόλπου του Μεξικού) και η βλάστηση είναι υποτροπική, με θεόρατους φοίνικες και γιούκες! Από το άκρο της, το Portmagee ξεκινάει μια γέφυρα που ενώνει τη χερσόνησο με το νησί Valentia. Η θέα προς τη θάλασσα θυμίζει ανάλογες της Σαντορίνης καθώς το μπλε χρώμα της έχει να κάνει περισσότερο με τη Μεσόγειο παρά με τον Ατλαντικό. Το Staigue Fort είναι ένα κυκλικό, πέτρινο φρούριο με περίμετρο 27 μ. και ύψος τειχών 5 μ, που υπολογίζεται πως χτίστηκε πριν από 2000 χρόνια. Σκάλες που ανήκουν στο σώμα των τειχών οδηγούν στις επάλξεις.
Το χωριό Sneem, που κέρδισε τον τίτλο του πιο περιποιημένου την προηγούμενη χρονιά, μοιάζει να ξεπήδησε από εικονογράφηση παραμυθιού. Ποταμάκια με γάργαρα νερά όπου ψαρεύουν πέστροφες, πανύψηλα δέντρα και από κάτω πέτρινες και ξύλινες κατασκευές για πικ νικ, πολύχρωμες προσόψεις σε κάθε είσοδο σπιτιού και μαγαζιού δίνουν την εντύπωση πως ζωντάνεψαν για χάρη των επισκεπτών. Εδώ κοντά έγραψε ο George Bernard Shaw μέρη από την Αγία Ιωάννα (1923).
Πίσω στο Killarney για φαγητό κι εν συνεχεία στο pub που παίζει ένα τρίο και τραγουδάει όλος ο κόσμος! Στην Ιρλανδία η λέξη «παραδοσιακό» δεν ηχεί επιτηδευμένη, ούτε μοιάζει να βγήκε πρόσφατα από το σεντούκι με έντονη τη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Στον τομέα της μουσικής ειδικά, είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου υπάρχει συνέχεια. Αυτά που άκουγαν οι προπαππούδες των σημερινών νέων εξακολουθούν να ακούγονται και σήμερα και όλοι ξέρουν απ’ έξω τα τραγούδια. Στα pubs συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια, είναι το δεύτερο σαλόνι τους - με την έννοια του καθιστικού, γιατί ξέρω και κόσμο που το έχει κλειδωμένο 364 μέρες το χρόνο. Μέχρι τις οχτώ το βράδυ επιτρέπεται η παραμονή και στα μικρά παιδιά.
Είναι μια ηλιόλουστη μέρα και βρίσκω ευκαιρία να επισκεφτώ τα νεκροταφεία με τους ψηλούς σταυρούς πάνω από τους τάφους, στα πάτρια εδάφη του W.B. Yeats και του Oscar Wilde. Περιδιαβαίνω την απέραντη έκταση του Muckross Friary, ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μοναστήρια του φραντζισκανικού τάγματος (15ου αι.) και του Muckross House and Gardens. Την έπαυλη επισκέφτηκε η βασίλισσα Βικτόρια ενώ, σύμφωνα με τον οδηγό που έχω, εδώ έμεινε και ο Rudolph Erich Raspe, δημιουργός του αρχιψεύτη βαρόνου Münchhausen. Στους κήπους ευδοκιμούν ροδόδεντρα. Σε ένα ξεχωριστά κτήριο λειτουργούν εργαστήρια κεραμικής, αγγειοπλαστικής, σελοποιείας και υφαντικής, καθώς επίσης και μουσείο φυσικής ιστορίας.
Η απόσταση ανάμεσα στο Killarney και το Cork που είναι ο επόμενός μου σταθμός, δεν ξεπερνάει τα 90 χλμ. Έτσι αποφασίζω να πάρω τους πιο γραφικούς δρόμους και να δω το Glenngariff με τους γεμάτους φούξιες, έλατα, πρίνα και βατομουριές κήπους, και το Bantry. Εδώ ξεχωρίζει το Bantry House, χτισμένο ψηλά, πάνω στον λόφο το 1771 για τον πρώτο δούκα της πόλης. Εκτός από τα γαλλικά έπιπλα και τα γκομπλέν, αξίζει η μοναδική θέα από τους ιταλικούς κήπους στον ομώνυμο κόλπο. Το Kinsale είναι γεμάτο τουρίστες που έρχονται απ’ όλο τον κόσμο για να παίξουν γκολφ. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία του: από το 1602 μέχρι και τα τέλη του 18ου αι. ήταν μια αγγλική πόλη που απαγορευόταν να κατοικηθεί από Ιρλανδούς, εξαιτίας μιας εξέγερσης του ντόπιου πληθυσμού με τη βοήθεια της ισπανικής αρμάδας. Αποτέλεσμα της ήττας τους ήταν η μετακίνηση πολλών δουκών προς στην Κεντρική Ευρώπη. Από εδώ κατάγεται ο ιδρυτής της Πεννσυλβανίας William Penn. Το πιο όμορφο μέρος, ωστόσο, είναι το Glandore που παραδόξως δεν αναφέρουν οι οδηγοί. Απολαμβάνω έναν ιρλανδέζικο καφέ σ’ ένα pub με θέα που μ’ αφήνει άφωνο. Δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγράψουν αυτόν τον συνδυασμό βουνού - θάλασσας - βράχων - λιμανιού - κήπων. Μου θυμίζει κάποιον που βλέποντας ένα ηλιοβασίλεμα στη Santa Fe, αναφώνησε: «Ο θεός ξεπέρασε τον εαυτό του». Η ατμόσφαιρα γίνεται γραφικότερη όταν εισέρχεται μια ηλικιωμένη και κάθεται στο διπλανό τραπέζι διηγούμενη τη ζωή της σε μια άγνωστη παρέα. «Κατεβαίνω από ακόμη πιο ψηλά, μια - δυο φορές το μήνα, για να εισπράξω τη σύνταξή μου και να ψωνίσω...» Αθάνατοι story tellers.
Το Cork είναι η τρίτη σε πληθυσμό πόλη του νησιού (μετά του Δουβλίνο και το Μπέλφαστ), και σημαντική πανεπιστημιούπολη. Διασχίζεται από τον ποταμό Lee, ο οποίος μάλιστα διακλαδώνεται σ’ ένα σημείο του κέντρου και πριν ξαναενωθεί σχηματίζει ένα μικρό νησί, με αποτέλεσμα να είναι γεμάτο γέφυρες. Στα αξιοθέατα συγκαταλέγονται κυρίως εκκλησίες όπως η Saint Mary’s και η αγγλικανική St. Finbarr’s (1776), αφιερωμένη στον μοναχό του 7ου αι., ιδρυτή της πόλης. Έχει μια καλοκαιρινή λιακάδα και όπως όλες οι πόλεις του κόσμου έτσι κι αυτή γίνεται ομορφότερη με λίγη ζέστη. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σκεπαστή βικτοριανή αγορά της Princess Street, με κρεοπωλεία και μανάβικα, ενώ στην Paul St. έχει αναγερθεί πρόσφατα ένα υπερσύγχρονο εμπορικό κέντρο (shopping mall) αμερικάνικων προδιαγραφών. Μέχρι στιγμής έβλεπα τα στενά σοκάκια ανάμεσα στα σπίτια που υπάρχουν στις πόλεις των ΗΠΑ και σκεφτόμουν πως οι Ιρλανδοί μετανάστες μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα κάτι από την πολεοδομία της παλιάς. Τώρα παρατηρώ το αντίστροφο. Όπως εξάγονται οι πρόεδροι των ΗΠΑ, που κατάγονται από Ιρλανδούς προγόνους (ή μήπως η δευτερεύουσα πρόταση είναι περιττή;) και επισκέπτονται με καμάρι (και υποχρέωση) την Ιρλανδία... Κάνω διάλειμμα για τσάι σ’ ένα άνετο καφέ που μοιάζει με την κουζίνα στη «Γιορτή της Μπαμπέτ». Ξύλινα τραπέζια - πάγκοι, υπέροχα λευκά σερβίτσια από πορσελάνη σε λιτές φόρμες με γάλα, αλατοπίπερο και δύο είδη ζάχαρης... Οι τοίχοι ενός pub δίπλα στο Dan Lowery’s στην MacCurtain Street, είναι καλυμμένοι από φωτογραφίες του Rory Gallagher (1949 - 1995), που μεγάλωσε εδώ. Οι κάτοικοι του Cork, περισσότερο από άλλα μέρη της χώρας, προφέρουν το «th» ως «τ».
Ο ήλιος καλύφτηκε από απειλητικά σύννεφα και βγήκε τσουχτερό κρύο. Καθώς το πρόσωπό μου έχει καλυφτεί από υγρασία χωρίς να βρέχει, νιώθω να περπατώ σε υγρή σάουνα. Βρίσκομαι και πάλι μέσα σ’ ένα σύννεφο!
Το Σαββατοκύριακο είναι αδύνατο να βρω δωμάτιο στο Kilkenny, για πολλούς την πιο αξιοθέατη πόλη της χώρας, κι έτσι αναγκάζομαι να διανυκτερεύσω 35 χλμ. ανατολικότερα, στο Carlow. Το Barrowville Townhouse είναι το καλύτερο από όλα όσα έχω μείνει μέχρι στιγμής. Ευρύχωρο δωμάτιο διακοσμημένο με αντίκες, όμορφο λουτρό (αν και εδώ παντού - όπως και στην Αγγλία - υπάρχουν οι δυο ξεχωριστές βρύσες που απεχθάνομαι), πλούσιο πρωινό με σολομό και φρούτα σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη και καλόγουστη τραπεζαρία. Ωστόσο, το ζευγάρι των ιδιοκτητών δεν είναι καθόλου φιλικό, παρόλο που το σπίτι τους είναι καταχωρημένο στα Friendly Homes of Ireland. Στην ίδια πόλη θα δειπνήσω στο Beams, το καλύτερο εστιατόριο όλου του ταξιδιού, ενώ θα δω μια κηδεία που μου θυμίζει ελληνικά έθιμα. Παρακολουθώντας το μεγάλο πλήθος πίσω από τη νεκροφόρα, δίνω τη δική μου ερμηνεία: ότι πέθανε κάποιο σημαντικό πρόσωπο, ο δήμαρχος ίσως. Αργότερα όλοι καταλήγουν στο pub κι εγώ μαθαίνω - από κάποιον που μου πιάνει κουβέντα καθώς πλένω τα χέρια μου στις τουαλέτες - πως αυτοκτόνησε ένας εικοσάχρονος. «I just made your day, didn’t I?», μου λέει καθώς απομακρύνομαι.
Μέχρι να φτάσω στο Carlow πέρασα από τα Cahir με το ομώνυμο κάστρο του αφού απέφυγα - ως υπερβολικά τουριστικό - το Blarney με τον λίθο του που σύμφωνα με την παράδοση δίνει το χάρισμα της ευγλωττίας σε όποιον τον φιλήσει, ενώ αν κάποιος σε ρωτήσει «Did you kiss the Blarney stone?», καλύτερα να σταματήσεις να φλυαρείς! Το must της διαδρομής θεωρείται το Cashel με τον περίφημο βράχο του, μια ακρόπολη που από τον 4ο μέχρι και τον 13ο αιώνα ήταν ο θρόνος των βασιλιάδων - επισκόπων της περιοχής. Ο θρύλος θέλει τον προστάτη άγιο της Ιρλανδίας Patrick (που εκτός των άλλων λέγεται πως έδιωξε τα φίδια από το νησί) να εκχριστιανίζει τον βασιλιά Aengus (450) και κατά λάθος να μπήγει το μπαστούνι του στο πόδι του βασιλιά που δεν έβγαλε λέξη. Όταν αργότερα ο Patrick είδε το αίμα που ανάβλυζε και είχε πλημμυρίσει τον τόπο, ρώτησε σοκαρισμένος τι συνέβη. Ο βασιλιάς τού εξήγησε και πρόσθεσε πως δεν είπε τίποτε γιατί το θεώρησε μέρος του μυστηρίου της βάπτισης! Η παρεξήγηση λύθηκε μεν, αλλά το πλήθος που παρακολουθούσε την τελετή απέφυγε για κάμποσα χρόνια ακόμη τον χριστιανισμό που θεωρήθηκε ιδιαίτερα επώδυνος! Τον ίδιο βράχο ανακήρυξε σε επίσημο θρόνο του ο ξακουστός βασιλιάς Brian Boru (977), ενώ το 1152 ξεκίνησε η ανέγερση της Cormack Chapel, της πιο ενδιαφέρουσας εκκλησίας ρωμανικού ρυθμού στην Ιρλανδία, που ο επίσκοπος Cormack McCarthy ανακήρυξε σε έδρα του και αρχιεπισκοπή. Μετά τη μεταρρύθμιση η Ελισάβετ Α΄ τοποθέτησε προτεστάντες αρχιεπισκόπους.
Διανύω πενήντα επιπλέον χιλιόμετρα μέχρι το Tipperary, μόνο και μόνο για το τραγούδι που έλεγαν οι Βρετανοί στρατιώτες που εκπαιδεύονταν στην περιοχή στις αρχές του 20ου αιώνα, και που έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
It’s a long way to Tipperary
It’s a long way to go
It’s a long way to Tipperary
To the sweetest girl I know
Goodbye Piccadilly, farewell Leicester Square
It’s a long way to Tipperary
But my heart’s right there…
Κυριακάτικη βόλτα στους δρόμους του Kilkenny, που ίδρυσε ο St. Canice τον 6ο αι. και που ακόμη και σήμερα ο καθεδρικός που φέρει τ’ όνομά του (13ου αι.) θεωρείται από τους ομορφότερους ναούς της χώρας. Στο εσωτερικό του γίνεται κανονικό εμπόριο, πλην όμως «για εκκλησιαστικούς σκοπούς», ενώ στον αυλόγυρό του είναι θαμμένοι αρκετοί διάσημοι. Αναζητώ κάποια ονόματα στις μαύρες μαρμάρινες πλάκες. «On marble stone as black as ink», όπως αναφέρει ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια, το Carrickfergus. Τα μαγαζιά είναι, παραδόξως, ανοιχτά. Το αρχαιότερο σπίτι της πόλης, το Kyteler’s Inn, λειτουργεί ως pub - εστιατόριο, ενώ το ελισαβετιανού ρυθμού Rothe House (1594) ως μουσείο.
Σειρά έχει το Δουβλίνο που δεν απέχει παρά μία ώρα. Επειδή οι μικρές αποστάσεις δεν είναι της ιδιοσυγκρασίας μου, σκοπεύω να δω κι άλλα μέρη. Άλλωστε από τότε που αποφάσισα αυτό το ταξίδι ήθελα να περπατήσω στους «Δρόμους του Arklow» όπως τραγουδάει ο Van Morrison που ακούγεται συχνά πυκνά στο ραδιόφωνο. Και λίγο παραπέρα, στην κοιλάδα Avoca, συναντιούνται τα νερά των ποταμών Avonmore και Avonbeg και γίνεται «The Meeting Of The Waters», όπως έγραψε ο Thomas Moore. Ο Charles Stewart Parnell, ένας από τους διασημότερους Ιρλανδούς πατριώτες γεννήθηκε εδώ. Στο Enniskery, κοντά στο Rathdrum βλέπω το Powercourt House (1731, από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Richard Castle ή Cassels) που καταστράφηκε από μια πυρκαγιά το 1974 και επισκευάζεται σταδιακά. Εδώ γυρίστηκε η σκηνή της μάχης του Agincourt στο Henry V του Lawrence Olivier και πολλά πλάνα από το Barry Lyndon του Stanley Kubric.
Ακολουθώντας έναν μικρό δρόμο ούτε που καταλαβαίνω πότε φθάνω στο Δουβλίνο. Ακόμη χειρότερα, δεν ξέρω σε ποια πλευρά βρίσκομαι και δυσκολεύομαι να προσανατολιστώ για να βρω το σπίτι που θα μείνω (δεν μπορώ να τα πω ξενοδοχεία ή πανσιόν αυτά τα ιρλανδέζικα Bed & Breakfast, που οι ιδιοκτήτες τους είναι πολύ περήφανοι για το ότι είναι σπίτια - homes) και που έχω ήδη κλείσει τηλεφωνικώς. Είναι απόγευμα και το μποτιλιάρισμα μου δίνει την ευκαιρία να δω σε ποιον δρόμο βρίσκομαι και να τον ψάξω στο χάρτη. Διαπιστώνω πως, ευτυχώς, το μόνο που χρειάζεται να κάνω είναι να ακολουθήσω υπομονετικά το ρεύμα. Δίπλα από το κατάλυμά μου βλέπω μια πλακέτα αναρτημένη. Εδώ ιδρύθηκε ο IRA! Δεξιά κι αριστερά μπλε, κόκκινες, μαύρες λακαρισμένες πόρτες, πλαισιωμένες από λευκές κολώνες με ιωνικά κιονόκρανα.
Το κέντρο της πρωτεύουσας που έχει πληθυσμό γύρω στο ένα εκατομμύριο, δεν είναι μεγάλο. Διασχίζω τη γέφυρα O’Connell (1792 - 94), πάνω από τον ποταμό Liffey. Το πλάτος της ξεπερνά το μήκος της (42 μ). Κοντά σ’ ένα McDonald’s, μαζεμένοι νεαροί και νεαρές σχηματίζουν ένα ήσυχο «πηγαδάκι». Παρακολουθούν - και ταυτόχρονα λειτουργούν σαν αποτυχημένο παραβάν - ένα φιλικό τους ζευγάρι που κάνει έρωτα!
Ο εκχριστιανισμός των κατοίκων της κοινότητας γύρω από το τέναγος, απ’ όπου προέρχεται το ιρλανδέζικο όνομα της πόλης, Baile Atha Cliath (Η Πόλη Του Οχυρωμένου Τενάγους) τοποθετείται στο 448. Πιθανότατα υπήρχε ήδη στον ίδιο χώρο κάποιο κέλτικο και αργότερα κάποιο δανέζικο φρούριο πριν χτιστεί το Dublin Castle. Γύρω απ’ αυτόν τον αρχικό πυρήνα εξακολουθεί να περιστρέφεται η ζωή της πόλης στην Dame Street. Το καφέ Turks Head Chop House θα μπορούσε κάλλιστα να είναι δημιούργημα του Antoni Gaudi. Ο διακοσμητής έχει αντιγράψει το στυλ του μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Νοτιότερα, στον αγγλικανικό καθεδρικό St. Patrick (11ου αι. με πολλές προσθήκες τον 19ο), ο συγγραφέας των Ταξιδιών του Γκάλιβερ, Jonathan Swift (1667 - 1745), είχε χρηματίσει πρωθιερέας επί τριάντα πέντε χρόνια. Μέσα στον ναό υπάρχει η προτομή του με έναν επιτάφιο γραμμένο από τον ίδιο: «Αναπαύεται εκεί όπου η αγανάκτηση δεν μπορεί να φθείρει πλέον την ψυχή του». Βορειότερα βρίσκεται ο καθεδρικός Christ Church.
Το 60% της μπίρας που καταναλώνεται στην Ιρλανδία προέρχεται από τη ζυθοποιία Guinness. Η δυναστεία είναι επίσης υπεύθυνη για το ομώνυμο Βιβλίο των Ρεκόρ ενώ ο Arthur Guinness δώρισε στην πόλη το St. Stephen’s Green (1880) μια πράσινη όαση με λίμνες και κήπους που τα μεσημέρια, καιρού επιτρέποντος, γεμίζει από κόσμο που κάνει διάλειμμα από τις δουλειές του. Όταν βρέχει στριμώχνονται στα γύρω pub. Το διασημότερο της περιοχής είναι το O’Donoghue’s (15 Merrion St.), όπου ανακαλύφτηκαν οι Dubliners. Φυσικά το Δουβλίνο έχει και μνήμες από Boomtown Rats (Bewleys στην Grafton Street), Sinéad O’Connor (Bad Ass Café στην Crown Alley) και βέβαια U2 (Windmill Lane 4).
Το Trinity College ιδρύθηκε το 1591 από τη βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ και μέχρι το 1793 δεχόταν μόνο μέλη της προτεσταντικής εκκλησίας, ενώ μόλις το 1873 άρχισε να απονέμει πτυχία και υποτροφίες σε καθολικούς. Οι γυναίκες έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1903. Πολλοί εκπρόσωποι της ιρλανδέζικης διανόησης κάθισαν στα θρανία του: Jonathan Swift, Oscar Wilde, John Millington Synge, Samuel Beckett... Στα πολυτιμότερα αντικείμενα της βιβλιοθήκης του ανήκει το Book of Kells (8ου αι.), ένα από τα ομορφότερα και σημαντικότερα χειρόγραφα της πρωτοχριστιανικής εποχής της χώρας που περιέχει τα τέσσερα Ευαγγέλια με 340 μοναδικά ζωγραφισμένες σελίδες, από τις οποίες εκτίθεται μια διαφορετική στο κοινό καθημερινά. Η αρχή κάθε κεφαλαίου διακοσμείται με το ιδεόγραμμα κάθε Ευαγγελιστή. Εξίσου όμορφα αλλά όχι τόσο γνωστά είναι και τα ανάλογα Book of Durrow (7ου αι.), Book of Dimma (8ου αι.) και Book of Armagh (9ου αι.). Στη μακρόστενη αίθουσα (long room) της βιβλιοθήκης φυλάσσεται μια ιρλανδέζικη άρπα, από τις αρχαιότερες του είδους.
Απέναντι στεγάζεται η Τράπεζα της Ιρλανδίας, σ’ ένα κτήριο που σχεδιάστηκε από τον Sir Edward Lovett (1729), για να λειτουργήσει ως Κοινοβούλιο. Μετά την Act of Union που προέβλεπε κοινή Βουλή Αγγλίας - Ιρλανδίας με έδρα το Λονδίνο, πουλήθηκε στην τράπεζα (1802). Η καθολική St. Mary’s Pro-Cathedral (1816 - 1825), έχει για πρόσοψη ένα αντίγραφο του Θησείου.
Το Abbey Theatre παίζει το Importance Of Being Earnest του Oscar Wilde, που θεωρώ υποχρέωσή μου να το δω στον χώρο που, παρόλο που ανακαινίστηκε (1966), έχει γράψει τη δική του ιστορία παγκοσμίως.
Είμαι τυχερός γιατί ο καιρός βοηθάει να εξερευνήσω την πόλη με τα πόδια. Έτσι περνάω από τα σπίτια που έμεναν οι Daniel O’Connell, William Butler Yeats και το πατρικό σπίτι του Oscar Wilde στη Merrion Square. Βλέπω ακόμη τα δυο αριστουργηματικά κτήρια του Άγγλου αρχιτέκτονα ουγενοτικής καταγωγής James Gandon (1743 - 1823), Custom House (Τελωνείο) και Four Courts (το ανώτατο δικαστήριο της χώρας), και τα δυο στη βόρεια όχθη του Liffey.
Οι μέρες πλησιάζουν στο τέλος τους κι εγώ πρέπει να πλησιάζω στο αεροδρόμιο. Διασχίζοντας τη χώρα από την Ανατολή προς τη Δύση, ακριβώς στη μέση βρίσκεται το Athlone, που λόγω της θέσης του ονομάζεται και «η καρδιά της Ιρλανδίας». Εδώ γεννήθηκε μια από τις σπουδαιότερες φωνές του αιώνα, ο τενόρος John McCormack (1884 - 1945) και απογοητεύομαι που το σπίτι του έγινε κινέζικο εστιατόριο.
Το Galway, στις όχθες του ποταμού Corrib που εκβάλλει στον κόλπο του Galway, είναι πολύ ζωντανό αλλά βροχερό και κρύο. Στο πανεπιστήμιό του τα μαθήματα γίνονται κατά κύριο λόγο στα ιρλανδέζικα. Η γλώσσα - παράλληλα με πολλές άλλες που είχαν παραγκωνιστεί σε διάφορα σημεία την Ευρώπης όπως τα βασκικά και τα καταλονικά - έχει γίνει στο μεταξύ υποχρεωτική σε πολλά σχολεία της μέσης εκπαίδευσης. Εκτός από φοιτητές, όμως, το Galway έχει πολλούς ψαράδες και κάθε Σεπτέμβριο τελείται μια ειδική λειτουργία αγιασμού της θάλασσας με την περιφορά ενός αγάλματος της Παναγίας πάνω από τα κύματα. Στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου η παράδοση θέλει τον Κολόμβο να προσευχήθηκε για τελευταία φορά πριν αναχωρήσει για το ταξίδι της ανακάλυψης της Αμερικής. Η πόλη είχε αναπτυχθεί σημαντικά κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, κάνοντας εμπόριο με τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς που άφησαν τις επιρροές τους στην αρχιτεκτονική. Όλοι οι κέλτικοι μύθοι και θρύλοι βρήκαν ασφαλώς γόνιμο έδαφος στην ονειροπόλα ψυχή των Ιρλανδών, που εξακολουθούν να είναι γεμάτοι προκαταλήψεις. Το κάστρο του Lynch (16ου αι., σήμερα τράπεζα), ήταν η έδρα της οικογένειας που έδωσε τ’ όνομά της στο λιντσάρισμα, όταν ο δήμαρχος και ανώτατος δικαστής James Lynch κρέμασε ο ίδιος τον γιο του Walter που έκρινε ένοχο για τη δολοφονία ενός Ισπανού, αφού κανένας δεν ήθελε να αναλάβει την εκτέλεσή του.
Κατηφορίζοντας περνάω από τα Cliffs of Moher, απόκρημνα κάθετα βράχια ύψους μέχρι και 200 μ. που δέρνονται επί αιώνες από τα κύματα της θάλασσας. Σε μέρες δίχως πούσι έχεις θέα μέχρι τα νησιά Aran, εκεί που ο Robert Flaherty γύρισε το ντοκιμαντέρ Man Of Aran (1934) που καταγράφει την πρωτόγονη ζωή των ψαράδων του.
Άλλο ένα μαγευτικό χωριό είναι το Ennis που θα με φιλοξενήσει το τελευταίο βράδυ, αφού απέχει μόλις 25 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο Shannon. Η πτήση μου είναι μεσημεριανή κι έτσι, αφού κάνω βόλτα στα στενά σοκάκια του με τα όμορφα σπίτια, μπορώ να απολαύσω τις τελευταίες Guinness δίχως ενοχές.
Υ.Γ. «From Bantry Bay up to Derry Quay and from Galway to Dublin Town...» Από τα τέσσερα τοπωνύμια που ορίζουν την Ιρλανδία (Νότος - Βορράς - Δύση - Ανατολή) στο τραγούδι Star Of The County Down, αφήνω τον Βορρά για την επόμενη φορά (η ρίμα ακούσια).
1997/2006
Wednesday, March 08, 2006
Kanye West, 5 Μαρτίου 2006
Εκλεκτισμός, ουσία και θέαμα
Το βερολινέζικο κοινό έπαψε να με εκπλήσσει από τότε που παρευρέθηκα σε συναυλίες ετερόκλιτων καλλιτεχνών όπως ο Tom Waits και ο Garth Brooks και άκουγα τους πάντες να τραγουδάνε! Ειδικά για τον δεύτερο δεν φανταζόμουν ποτέ πως ένας καλλιτέχνης της «country» μπορούσε να έχει τόσο φανατικούς οπαδούς εδώ, που θα γέμιζαν μια αίθουσα χωρητικότητας 9000 περίπου ατόμων.
Ο Kanye West δεν κατάφερε να γεμίσει την Columbiahalle, που έχω δει να ασφυκτιά σε συναυλίες του Nick Cave, της Patti Smith, του Lou Reed, του Morrissey… Υπολογίζω πως πρέπει να συγκέντρωσε γύρω στα 2000-2500 άτομα, με μέσο όρο ηλικίας όχι πάνω από τα 25. Λίγο πιο νέους από τον ίδιο, δηλαδή, που όπως είπε «είμαι 28 και ασχολούμαι με το HipHop από τα 14…».
Πάνω στη σκηνή, μισή ώρα μετά τους αδιάφορους Γερμανούς ράπερ she-raw παίρνουν θέση οι τέσσερις βιολίστριες, μια αρπίστρια, ο dj A-Trak, μια γυναίκα κι ένας άνδρας (ο ξάδερφος του Kanye, Tony Williams, όπως μαθαίνουμε όταν γίνονται οι συστάσεις) υπεύθυνοι για τα φωνητικά. Η οθόνη στο βάθος προβάλλει γεωμετρικά σχήματα, απόψεις του γαλαξία, εξωτικά τοπία, και video clip…
Με το που βγαίνει ο Kanye, ντυμένος με λευκό πουκάμισο και τζιν παντελόνι, λούζεται σε μια μωβ ομίχλη. Το πειθαρχημένο κοινό μυρίζει σαπούνι και αποσμητικό. Υψώνει τα χέρια του και τα ενώνει σχηματίζοντας τρίγωνα, σύμφωνα με το παράδειγμα που λαμβάνει από σκηνής. Οι άσχετοι θα μπορούσαν να το ερμηνεύσουν ως μέρος εθιμοτυπικού μασονικής τελετής. Οι μυημένοι συνεχίζουν ανεβοκατεβάζοντας χαλαρά την απλωμένη δεξιά παλάμη. Τα κινητά σηκώνονται για φωτογραφίες. Η λάμψη απ’ τις οθόνες τους έχει αντικαταστήσει πλέον τους αναπτήρες. Μοντέρνοι καιροί!
O εκλεκτισμός του Kanye είναι πασιφανής. Ανάμεσα στα τραγούδια του, όταν τα αποσπάσματα που ακούγονται από samples αναμειγνύονται με τα έγχορδα και τις προβολές στην οθόνη, επικοινωνεί με τους οπαδούς του. Μοιράζεται μαζί τους σταθμούς από το παρελθόν του - «από τα πρώτα beats που έκανα και αγόρασα ένα αυτοκίνητο στη μαμά μου…» - με ηχητικά δείγματα από τον ντισκ τζόκεϊ. Χειροκροτήματα! Νέα beats: πρεμιέρα του κομματιού του που ακούγεται στην καινούρια ταινία Mission Impossible 3. «Οτιδήποτε μπορεί να γίνει HipHop με λίγα ντραμς…»
Καθώς εγκαταλείπει τη σκηνή, από τα ηχεία ακούγεται το Sweet Dreams των Eurythmics. Επιστρέφει φορώντας ένα μπουφάν και ενσωματώνεται στην οθόνη που προβάλλει sex shops! Το μοτίβο αλλάζει: εξώφυλλα περιοδικών του ’50 (τότε που κόστιζαν 50 cents) με ημίγυμνα μοντέλα. Και λίγο αργότερα πίνακες του Ραφαήλ.
Την επόμενη φορά που θα πάει να αλλάξει σακάκι, τα βιολιά θα παίξουν το Eleanor Rigby. Με το που επανέρχεται στη σκηνή βρισκόμαστε σε ντίσκο: αποσπάσματα από το Let’s Stay Together του Al Green, I Wanna Rock With You του Michael Jackson και Take On Me των A-ha («ένα από τα αγαπημένα μου»).
Σ’ αυτό το μεταμοντέρνο ποπ θέατρο δεν υπάρχουν αλλαγές κοστουμιών, παρά μόνο - συμβολικά και απόλυτα μινιμαλιστικά - τρία διαφορετικά σακάκια και ισάριθμα ζευγάρια γυαλιών. Για ανκόρ έχει φυλαγμένο το Jesus Walks και με τις προβολές από λατρευτικά αγάλματα η αίθουσα μετατρέπεται σε εκκλησία του αμερικάνικου νότου όπου οι ύμνοι προς τον θεό συγχρονίζονται με το σεξ. Ακολουθεί το κήρυγμα: «ο Χριστός είναι φίλος μου και με βοήθησε να είμαι σήμερα εδώ μαζί σας…» Θα κλείσει με το Touch The Sky.
Τα φώτα σβήνουν, οι μουσικοί αποχωρούν. Στη μαύρη οθόνη εμφανίζονται διαδοχικά τρεις προτάσεις με λευκά γράμματα: Thank you… I love you… Good night. O ορισμός της συναυλίας του ΣΗΜΕΡΑ.
Το βερολινέζικο κοινό έπαψε να με εκπλήσσει από τότε που παρευρέθηκα σε συναυλίες ετερόκλιτων καλλιτεχνών όπως ο Tom Waits και ο Garth Brooks και άκουγα τους πάντες να τραγουδάνε! Ειδικά για τον δεύτερο δεν φανταζόμουν ποτέ πως ένας καλλιτέχνης της «country» μπορούσε να έχει τόσο φανατικούς οπαδούς εδώ, που θα γέμιζαν μια αίθουσα χωρητικότητας 9000 περίπου ατόμων.
Ο Kanye West δεν κατάφερε να γεμίσει την Columbiahalle, που έχω δει να ασφυκτιά σε συναυλίες του Nick Cave, της Patti Smith, του Lou Reed, του Morrissey… Υπολογίζω πως πρέπει να συγκέντρωσε γύρω στα 2000-2500 άτομα, με μέσο όρο ηλικίας όχι πάνω από τα 25. Λίγο πιο νέους από τον ίδιο, δηλαδή, που όπως είπε «είμαι 28 και ασχολούμαι με το HipHop από τα 14…».
Πάνω στη σκηνή, μισή ώρα μετά τους αδιάφορους Γερμανούς ράπερ she-raw παίρνουν θέση οι τέσσερις βιολίστριες, μια αρπίστρια, ο dj A-Trak, μια γυναίκα κι ένας άνδρας (ο ξάδερφος του Kanye, Tony Williams, όπως μαθαίνουμε όταν γίνονται οι συστάσεις) υπεύθυνοι για τα φωνητικά. Η οθόνη στο βάθος προβάλλει γεωμετρικά σχήματα, απόψεις του γαλαξία, εξωτικά τοπία, και video clip…
Με το που βγαίνει ο Kanye, ντυμένος με λευκό πουκάμισο και τζιν παντελόνι, λούζεται σε μια μωβ ομίχλη. Το πειθαρχημένο κοινό μυρίζει σαπούνι και αποσμητικό. Υψώνει τα χέρια του και τα ενώνει σχηματίζοντας τρίγωνα, σύμφωνα με το παράδειγμα που λαμβάνει από σκηνής. Οι άσχετοι θα μπορούσαν να το ερμηνεύσουν ως μέρος εθιμοτυπικού μασονικής τελετής. Οι μυημένοι συνεχίζουν ανεβοκατεβάζοντας χαλαρά την απλωμένη δεξιά παλάμη. Τα κινητά σηκώνονται για φωτογραφίες. Η λάμψη απ’ τις οθόνες τους έχει αντικαταστήσει πλέον τους αναπτήρες. Μοντέρνοι καιροί!
O εκλεκτισμός του Kanye είναι πασιφανής. Ανάμεσα στα τραγούδια του, όταν τα αποσπάσματα που ακούγονται από samples αναμειγνύονται με τα έγχορδα και τις προβολές στην οθόνη, επικοινωνεί με τους οπαδούς του. Μοιράζεται μαζί τους σταθμούς από το παρελθόν του - «από τα πρώτα beats που έκανα και αγόρασα ένα αυτοκίνητο στη μαμά μου…» - με ηχητικά δείγματα από τον ντισκ τζόκεϊ. Χειροκροτήματα! Νέα beats: πρεμιέρα του κομματιού του που ακούγεται στην καινούρια ταινία Mission Impossible 3. «Οτιδήποτε μπορεί να γίνει HipHop με λίγα ντραμς…»
Καθώς εγκαταλείπει τη σκηνή, από τα ηχεία ακούγεται το Sweet Dreams των Eurythmics. Επιστρέφει φορώντας ένα μπουφάν και ενσωματώνεται στην οθόνη που προβάλλει sex shops! Το μοτίβο αλλάζει: εξώφυλλα περιοδικών του ’50 (τότε που κόστιζαν 50 cents) με ημίγυμνα μοντέλα. Και λίγο αργότερα πίνακες του Ραφαήλ.
Την επόμενη φορά που θα πάει να αλλάξει σακάκι, τα βιολιά θα παίξουν το Eleanor Rigby. Με το που επανέρχεται στη σκηνή βρισκόμαστε σε ντίσκο: αποσπάσματα από το Let’s Stay Together του Al Green, I Wanna Rock With You του Michael Jackson και Take On Me των A-ha («ένα από τα αγαπημένα μου»).
Σ’ αυτό το μεταμοντέρνο ποπ θέατρο δεν υπάρχουν αλλαγές κοστουμιών, παρά μόνο - συμβολικά και απόλυτα μινιμαλιστικά - τρία διαφορετικά σακάκια και ισάριθμα ζευγάρια γυαλιών. Για ανκόρ έχει φυλαγμένο το Jesus Walks και με τις προβολές από λατρευτικά αγάλματα η αίθουσα μετατρέπεται σε εκκλησία του αμερικάνικου νότου όπου οι ύμνοι προς τον θεό συγχρονίζονται με το σεξ. Ακολουθεί το κήρυγμα: «ο Χριστός είναι φίλος μου και με βοήθησε να είμαι σήμερα εδώ μαζί σας…» Θα κλείσει με το Touch The Sky.
Τα φώτα σβήνουν, οι μουσικοί αποχωρούν. Στη μαύρη οθόνη εμφανίζονται διαδοχικά τρεις προτάσεις με λευκά γράμματα: Thank you… I love you… Good night. O ορισμός της συναυλίας του ΣΗΜΕΡΑ.
Thursday, March 02, 2006
Σεξ και Πολιτική
«Ο Βαβύλης εκδίδεται στην Ελλάδα…» «Η Μπουρμπούλια εκδίδεται στην Ελλάδα…» Δικαιώνονται καθυστερημένα οι υποστηρικτές της άποψης «το κράτος είναι ο νταβατζής», αφού η Ελλάδα αναγνωρίζεται πλέον και επίσημα ως μπουρδέλο!
Monday, February 06, 2006
An interview with Mick Harvey
Mick Harvey, co-founder and, besides Nick Cave, only constant member of The Birthday Party and later of The Bad Seeds, released an excellent album in 2005, called "One Man's Treasure". I saw him performing its songs in one of the five concerts he gave in Europe, together with Robert Ellis and James Jonhston, and asked him a couple of questions, which he kindly answered by email.
- How did you choose the songs you covered?
Mick Harvey: Mostly I endeavoured to record songs with which I felt a strong personal connection. Sometimes this connection was as much from a historic link or event as from a personal empathy with the precise contents but for the most part I do feel that empathy.
- They are not exactly on everybody's lips. Was their obscurity a criterion? (I knew only three!)
Mick Harvey: Certainly, some level of obscurity was a persuasive factor. To record very well known songs carries with it its own baggage. Also, the public not being so familiar with the material gives me a stronger sense of having made them mine to some degree which I suppose was intentional. So yes, their obscurity was attractive for a number of reasons.
- Could you please give me a short description of when you discovered each one of them, which version, your personal attachment to them etc. Do you have a favourite?
Mick Harvey: I certainly don't have a favourite. My son listens obsessively to "Hank Williams Said it Best", but then he doesn't LIKE any of the other songs.
"First Street Blues" I first heard at a Cabaret show by Meret Becker, she did a fantastic, overdramatic rendition, quite spellbinding actually. But of course I was really attracted to that laconic Lee Hazlewood melody (can a melody be laconic?) and eventually came across Lee's version and recorded mine almost immediately.
"Come Into My Sleep" is one of Nick Cave's songs which was relegated to a b-side. I think we (The Bad Seeds) felt we hadn't quite nailed a version of it and it actually wouldn't have fitted very well with the album we were recording at the time anyway (The Boatman's Call) or at least that was the feeling. I always loved the song and was most pleased when my take on it popped out without warning a few years back.
"Louise" is by Don Walker and was released about 10 years ago on an album by Tex, Don & Charlie in Australia only. It always struck me as a beautiful study of futility and hope wrestling with one another, the importance we place on love and whether or not it's all meaningless. A bit gut-wrenching really, but very brave. Maybe Don didn't mean it that way.
"Come On Spring" is on a one off album project by a group called 'Antenna'. My friend Kim Salmon was in the group and a co-writer (the singer of it too). It's a simple idea but a very charming one and I felt it deserved a non-electronic version.
"Demon Alcohol" is a country song by a friend from Denver called Bambi Lee Savage. She has one album out but this song isn't on it. I have it on an old demo on a fuzzy cassette tape.
"Man Without a Home" I wrote. The music and chorus about 6 years ago. The verses about 2 years ago... I think.
"Planetarium" belongs to Bruno Adams and his band 'Once Upon A Time'. I helped produce the album it was on back in the early 90's and it has stayed with me ever since.
"The River", a Tim Buckley song. His version is very light and meandering, the lyrics carry a very strong, specific feeling and I felt I could do a version which married the sense I got from the lyric with more concise music. That's what's there I think.
"Hank Williams Said it Best". A cute and clever song idea (on which I changed some of the words) about a song NOT written by Hank Williams about something which Jesus said, anyway. My son's favourite as I already said.
"Bethelridge" comes from an obscure-ish American guy called Robbie Fulks. There are a couple of really eerie songs on the album this is from. I didn't so much relate to the specific loss in the lyrics as I did the general atmosphere of loss which the whole creates.
"Mother of Earth" is an old Jeffery Lee Pierce song which has long been a favourite of mine and many of my friends. I'm still not so sure what it's about but as with 'Bethelridge' there is a very strange and unsettling mood created, in this case by the words more than anything else.
"Will You Surrender?" was written by me about 10 or more years ago.
- Is it one of your aims that people go and search for the originals after listening to your album?
Mick Harvey: I couldn't care less. My only aim is to make an album or songs which are affecting, from which people can take something for themselves. Research is the individuals’ prerogative.
- How did you feel as a frontman on stage? Did you enjoy it?
Mick Harvey: Actually doing the singing and having to communicate verbally with the audience between songs was at once challenging and surreally absurd. It was a very different position to take up after all these years sitting on an instrument but at the same time I'm so used to playing shows that I felt quite comfortable in many ways. I was barely nervous about the situation either. I'm not sure why not but it could have something to do with not feeling I had anything in particular to lose. I was just going to sing the songs and if people didn't like it, I could go back to something else, or just keep doing it anyway. I just didn't really care. I think that worked in my favour, and I think people could see I was just interested in presenting the songs and appreciated that.
- How did you choose the songs you covered?
Mick Harvey: Mostly I endeavoured to record songs with which I felt a strong personal connection. Sometimes this connection was as much from a historic link or event as from a personal empathy with the precise contents but for the most part I do feel that empathy.
- They are not exactly on everybody's lips. Was their obscurity a criterion? (I knew only three!)
Mick Harvey: Certainly, some level of obscurity was a persuasive factor. To record very well known songs carries with it its own baggage. Also, the public not being so familiar with the material gives me a stronger sense of having made them mine to some degree which I suppose was intentional. So yes, their obscurity was attractive for a number of reasons.
- Could you please give me a short description of when you discovered each one of them, which version, your personal attachment to them etc. Do you have a favourite?
Mick Harvey: I certainly don't have a favourite. My son listens obsessively to "Hank Williams Said it Best", but then he doesn't LIKE any of the other songs.
"First Street Blues" I first heard at a Cabaret show by Meret Becker, she did a fantastic, overdramatic rendition, quite spellbinding actually. But of course I was really attracted to that laconic Lee Hazlewood melody (can a melody be laconic?) and eventually came across Lee's version and recorded mine almost immediately.
"Come Into My Sleep" is one of Nick Cave's songs which was relegated to a b-side. I think we (The Bad Seeds) felt we hadn't quite nailed a version of it and it actually wouldn't have fitted very well with the album we were recording at the time anyway (The Boatman's Call) or at least that was the feeling. I always loved the song and was most pleased when my take on it popped out without warning a few years back.
"Louise" is by Don Walker and was released about 10 years ago on an album by Tex, Don & Charlie in Australia only. It always struck me as a beautiful study of futility and hope wrestling with one another, the importance we place on love and whether or not it's all meaningless. A bit gut-wrenching really, but very brave. Maybe Don didn't mean it that way.
"Come On Spring" is on a one off album project by a group called 'Antenna'. My friend Kim Salmon was in the group and a co-writer (the singer of it too). It's a simple idea but a very charming one and I felt it deserved a non-electronic version.
"Demon Alcohol" is a country song by a friend from Denver called Bambi Lee Savage. She has one album out but this song isn't on it. I have it on an old demo on a fuzzy cassette tape.
"Man Without a Home" I wrote. The music and chorus about 6 years ago. The verses about 2 years ago... I think.
"Planetarium" belongs to Bruno Adams and his band 'Once Upon A Time'. I helped produce the album it was on back in the early 90's and it has stayed with me ever since.
"The River", a Tim Buckley song. His version is very light and meandering, the lyrics carry a very strong, specific feeling and I felt I could do a version which married the sense I got from the lyric with more concise music. That's what's there I think.
"Hank Williams Said it Best". A cute and clever song idea (on which I changed some of the words) about a song NOT written by Hank Williams about something which Jesus said, anyway. My son's favourite as I already said.
"Bethelridge" comes from an obscure-ish American guy called Robbie Fulks. There are a couple of really eerie songs on the album this is from. I didn't so much relate to the specific loss in the lyrics as I did the general atmosphere of loss which the whole creates.
"Mother of Earth" is an old Jeffery Lee Pierce song which has long been a favourite of mine and many of my friends. I'm still not so sure what it's about but as with 'Bethelridge' there is a very strange and unsettling mood created, in this case by the words more than anything else.
"Will You Surrender?" was written by me about 10 or more years ago.
- Is it one of your aims that people go and search for the originals after listening to your album?
Mick Harvey: I couldn't care less. My only aim is to make an album or songs which are affecting, from which people can take something for themselves. Research is the individuals’ prerogative.
- How did you feel as a frontman on stage? Did you enjoy it?
Mick Harvey: Actually doing the singing and having to communicate verbally with the audience between songs was at once challenging and surreally absurd. It was a very different position to take up after all these years sitting on an instrument but at the same time I'm so used to playing shows that I felt quite comfortable in many ways. I was barely nervous about the situation either. I'm not sure why not but it could have something to do with not feeling I had anything in particular to lose. I was just going to sing the songs and if people didn't like it, I could go back to something else, or just keep doing it anyway. I just didn't really care. I think that worked in my favour, and I think people could see I was just interested in presenting the songs and appreciated that.
Wednesday, January 25, 2006
Arctic Monkeys
This is an interview I did with Matt Helders, the drummer from the Arctic Monkeys, on November 10th, 2005.
- Do you like to dance? I noticed that many of your songs have the word “dance” in their lyrics.
Matt Helders: I’m not the best dancer in the world but it’s always fun… it’s always good to dance when you are drunk.
- Would you like to be considered a “dance band”?
M.H.: I don’t think we are strictly a dance band, but we definitely got dance elements… I suppose that’s what makes the big difference.
- I heard a live version from “Curtains Close” which ends with “The Rockafeller Skank”. Is it how it’s going to be on the album?
M.H.: No, we dropped that one… we only played it in about two gigs… I think the recording is from our first gig ever. We were playing it and Jamie’s (Cook, guitar) sister thought it sounded a bit like The Rockafeller Skank so we decided to end it this way.
- I found it interesting because we usually have people like Fatboy Slim and various deejays sampling from bands and this time it was the other way around.
M.H.: Yeah, it’s an interesting observation. I don’t know if we’re going to do more of this, but it’s obviously an interesting idea…
- You chose something that doesn’t exist as a name. How do you feel about it now?
M.H.: Band names are obviously important, but I don’t think they matter as much as people think… After a while you stop thinking of their meaning… When you see a poster advertising the Arctic Monkeys, you say, “ah, let’s go ’cause they have a good gig”… You know, nobody thinks about the meaning of the name Beatles now…
- Funny that you mention the Beatles… You are going to play your first German gig tonight and they were about your age when they were playing in Hamburg.
M.H.: Yeah, we are very excited about tonight!
- What was your goal when you were forming the band?
M.H.: Just to do a gig! We practiced for about a year ’cause we wanted to be good before we appear in front of an audience.
- How long have you known each other?
M.H.: We grew up together but we started playing in 2002.
- Your influences? Would you like to mention a couple of names?
M.H.: Well, for me as a drummer I’d say John Bonham from Led Zeppelin and from the modern day people, Chris Dangerous from the Hives.
- I noticed some references in your lyrics such as the Police song “Roxanne”, the film “Karate Kid”, in your single you mention very accurately the way people danced in 1984, a year in which you weren’t even born I suppose…
M.H.: Yes, that’s right… we watch t.v., movies from that time… Having older friends helps, as well.
- Do your parents have a large record collection?
M.H.: No, not particularly. Alex’s (Turner, voice and guitar) father is a big jazz fan, though.
- I assume you follow what’s been happening in France during the last days. Do young people in Sheffield have similar problems?
M.H.: I don’t think so… Sheffield is a very small place, nothing like Paris… We have problems with girls and things like that. Personally, my life has been very easy so far.
- There are a couple of famous musicians who come from Sheffield: Joe Cocker, Human League…
M.H.: Jarvis Cocker as well!
- So “Cocker” seems to be a popular name there! Are you planning on being bigger than all of them?
M.H.: (laughs) No, no competition really. There are many more bands that started before we did, we used to open for them but they didn’t become famous…
- But you’ve been to number one now. How much did your life change since then?
M.H.: Not a lot, surprisingly! Everybody thinks that we are rich but, no… The day we went to No. 1 was a bit special, maybe the day after as well, but we still see the same people as if we had only gone to No. 10!
- I saw in your schedule that you are going to be playing in Japan in a couple of days. Are you planning on conquering the world?
M.H.: I’m more interested in making an album that you can put on ten years later and still like it, like the two first albums from Oasis were for me.
- Do you like to dance? I noticed that many of your songs have the word “dance” in their lyrics.
Matt Helders: I’m not the best dancer in the world but it’s always fun… it’s always good to dance when you are drunk.
- Would you like to be considered a “dance band”?
M.H.: I don’t think we are strictly a dance band, but we definitely got dance elements… I suppose that’s what makes the big difference.
- I heard a live version from “Curtains Close” which ends with “The Rockafeller Skank”. Is it how it’s going to be on the album?
M.H.: No, we dropped that one… we only played it in about two gigs… I think the recording is from our first gig ever. We were playing it and Jamie’s (Cook, guitar) sister thought it sounded a bit like The Rockafeller Skank so we decided to end it this way.
- I found it interesting because we usually have people like Fatboy Slim and various deejays sampling from bands and this time it was the other way around.
M.H.: Yeah, it’s an interesting observation. I don’t know if we’re going to do more of this, but it’s obviously an interesting idea…
- You chose something that doesn’t exist as a name. How do you feel about it now?
M.H.: Band names are obviously important, but I don’t think they matter as much as people think… After a while you stop thinking of their meaning… When you see a poster advertising the Arctic Monkeys, you say, “ah, let’s go ’cause they have a good gig”… You know, nobody thinks about the meaning of the name Beatles now…
- Funny that you mention the Beatles… You are going to play your first German gig tonight and they were about your age when they were playing in Hamburg.
M.H.: Yeah, we are very excited about tonight!
- What was your goal when you were forming the band?
M.H.: Just to do a gig! We practiced for about a year ’cause we wanted to be good before we appear in front of an audience.
- How long have you known each other?
M.H.: We grew up together but we started playing in 2002.
- Your influences? Would you like to mention a couple of names?
M.H.: Well, for me as a drummer I’d say John Bonham from Led Zeppelin and from the modern day people, Chris Dangerous from the Hives.
- I noticed some references in your lyrics such as the Police song “Roxanne”, the film “Karate Kid”, in your single you mention very accurately the way people danced in 1984, a year in which you weren’t even born I suppose…
M.H.: Yes, that’s right… we watch t.v., movies from that time… Having older friends helps, as well.
- Do your parents have a large record collection?
M.H.: No, not particularly. Alex’s (Turner, voice and guitar) father is a big jazz fan, though.
- I assume you follow what’s been happening in France during the last days. Do young people in Sheffield have similar problems?
M.H.: I don’t think so… Sheffield is a very small place, nothing like Paris… We have problems with girls and things like that. Personally, my life has been very easy so far.
- There are a couple of famous musicians who come from Sheffield: Joe Cocker, Human League…
M.H.: Jarvis Cocker as well!
- So “Cocker” seems to be a popular name there! Are you planning on being bigger than all of them?
M.H.: (laughs) No, no competition really. There are many more bands that started before we did, we used to open for them but they didn’t become famous…
- But you’ve been to number one now. How much did your life change since then?
M.H.: Not a lot, surprisingly! Everybody thinks that we are rich but, no… The day we went to No. 1 was a bit special, maybe the day after as well, but we still see the same people as if we had only gone to No. 10!
- I saw in your schedule that you are going to be playing in Japan in a couple of days. Are you planning on conquering the world?
M.H.: I’m more interested in making an album that you can put on ten years later and still like it, like the two first albums from Oasis were for me.
Monday, January 23, 2006
San Francisco
Όλα έχουν αλλάξει μετά την επίθεση στο World Trade Center, στις 11 Σεπτεμβρίου. Οι πύργοι - ένα από τα σύμβολα της Νέας Υόρκης - δεν υπάρχουν πια και μαζί τους χάθηκαν ένα σωρό αθώες ζωές. Λιγότερο από τρεις βδομάδες αργότερα, το σοκ έχουν διαδεχθεί η θλίψη, ο τρόμος, η εκδικητικότητα και η χαιρεκακία.
Προς στιγμή προκύπτει το δίλημμα: να πάω ή να μην πάω; Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν έχω ιδιαίτερους ενδοιασμούς. Το Σαν Φρανσίσκο ήταν ένα από τα όνειρά μου εδώ και αρκετά χρόνια και είχα βάλει στο πρόγραμμα το συγκεκριμένο ταξίδι πριν από αυτό της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, όσο πλησίαζαν οι μέρες, οι Έλληνες φίλοι μου τόσο στο Βερολίνο όσο και στην Ελλάδα, ήταν - ως συνήθως - οι πιο πανικόβλητοι. «Τρελός είσαι;» ρωτούσαν. Οι Γερμανοί σαφώς πιο ψύχραιμοι: «Δεν θα σταματήσει ο κόσμος να ανεβαίνει στα αεροπλάνα...» Αν προσπαθήσει κανείς να σκεφτεί λογικά μέσα στον παραλογισμό των ημερών θα διαπιστώσει ότι ίσως η Golden Gate Bridge να αποτελεί πιθανό στόχο. Ή η Silicon Valley... Όντως οι γέφυρες (και δη οι γέφυρες – σύμβολα) απειλούνται όπως άλλωστε και τα σημαντικά παραγωγικά κέντρα που θα έχουν μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο. Ο στίχος «I wasn’t born there...», δεν θέλω καν να τον συνεχίσω, από το «San Franciscan Nights» του Eric Burdon επιστρέφει συχνά στη σκέψη. Από την άλλη όμως, κάτι μου λέει ότι δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτε.
Με αυτήν την πεποίθηση που δεν στηρίζεται πουθενά πετάω με την Air France, αλλάζω αεροπλάνο στο Παρίσι και συνεχίζω άλλες 11½ ώρες μέχρι το Σαν Φρανσίσκο. Εκεί θα αποδειχτεί το τραγικό λάθος μου: να ταξιδέψω στην Αμερική με έναν Γερμανό που ανήκει στο ανταγωνιστικό είδος. Έτσι έχω χαρακτηρίσει όλους εκείνους που ενθουσιάζονται με τη «φιλικότητα» των Νοτιοευρωπαίων και των Βορειοαφρικανών, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο χαρακτηρίζουν τους Αμερικανούς «επιφανειακούς». Και δεν υπάρχει τίποτε πιο εκνευριστικό σε ένα ταξίδι, για μένα τουλάχιστον, από άτομα ριζωμένα στη νοοτροπία τους, που αδυνατούν να αφεθούν στα καινούργια ερεθίσματα, που δεν είναι σε θέση να δούνε, να απολαύσουν και εν συνεχεία να κρίνουν, παρά μόνο αναζητούν ευκαιρία να επιβεβαιώσουν τις προκαταλήψεις τους. Προς γνώσιν...
«Οι λευκοί» αντιμετωπίζουν τους σκουρόχρωμους Άραβες με καχυποψία. Η έρευνα στα αεροδρόμια είναι εξονυχιστική. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τίποτε πλέον δεν θα επανέλθει στους «κανονικούς» ρυθμούς της καθημερινότητας, αλλά εγώ είμαι της γνώμης ότι κι αυτό θα παρέλθει όπως τόσα και τόσα άλλα. Δεν έχει περάσει άλλωστε πολύς καιρός από τότε που σε ρωτούσαν διαρκώς αν έχεις πακετάρει ο ίδιος τη βαλίτσα σου ή αν μεταφέρεις αντικείμενα που σου έδωσε κάποιος άλλος... Οι άνθρωποι ξεχνούν. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Όπως σε όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή, η απάντηση πρέπει να είναι «άλλοτε ναι κι άλλοτε όχι». Εξαρτάται...
Διαβάζω τον «Κλιματιζόμενο Εφιάλτη» του Χένρι Μίλλερ. Πόσο κριτικός είναι με τη χώρα του. Πόσο λατρεύει την Ευρώπη! Πόσο θα ήθελα να ζούσε σήμερα και να πηγαίναμε μια βόλτα στο Ηράκλειο λ. χ. που είχε επισκεφτεί προπολεμικά και του είχε αρέσει τόσο. Απλά, σε μερικές χώρες, ο «πολιτισμός» καθυστέρησε να έρθει. Μα σαν ήρθε, παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του εκεί που βασιλεύει το εύκολο κέρδος σε συνδυασμό με την άγνοια, και οι νόμοι παρέχουν απλά ένα άλλοθι πολιτισμού...
Αν κρίνω από τους γύρω μου, νομίζω πως κανείς δεν νιώθει άνετα κατά τη διάρκεια της πτήσης. Ίσως στη νευρικότητά τους να συμβάλει και η θλιβερή εντύπωση που δίνει το κακοσυντηρημένο αεροσκάφος.
Αργότερα θα γελάω με τη σύμπτωση, αλλά την ώρα που περνάω από τον έλεγχο διαβατηρίων δεν είναι καθόλου αστείο. Ο ανάγωγος υπάλληλος, ερευνά το διαβατήριό μου, τη βίζα μου - ως γνωστόν, από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο όσοι έχουν ελληνικό διαβατήριο χρειάζονται βίζα για τις Η.Π.Α.! - και ενώ όλα βαίνουν καλώς κάτι του κάνει ένα «κλικ» και αρχίζει την... ανάκριση. Θέλει να μάθει γιατί έχω μαζί μου τη γερμανική άδεια παραμονής (αχρείαστη στο μεταξύ), πότε πήγα στην Αίγυπτο (καθώς βλέπει τη βίζα αυτής της χώρας σε μια σελίδα του διαβατηρίου μου). Ο συνδυασμός Γερμανίας – Αιγύπτου πρέπει να τον ανησύχησε, αφού του θύμισε τους δράστες των τρομοκρατικών ενεργειών της 11ης Σεπτεμβρίου. Μήπως τρέφω μέσα μου έναν τρομοκράτη που κοιμάται; Με στέλνει στη... δευτεροβάθμια επιτροπή, ξαναχτυπάνε το όνομά μου στα κομπιούτερ, απογοητεύονται. Κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Πάνω που πιστεύω πως ξεμπέρδεψα διαπιστώνω ότι δεν έχει έρθει η βαλίτσα μου! Καμιά δεκαριά ακόμη ομοιοπαθείς είναι στην ουρά πριν από μένα και συμπληρώνουν έντυπα με περιγραφή των αποσκευών τους. Ο Γερμανός συνταξιδιώτης μου είναι πεπεισμένος ότι κάτι που θεωρήθηκε ύποπτο θα υπήρχε στις βαλίτσες που δεν έφτασαν και αρχίζει να μου εξηγεί τη θεωρία του, που στηρίζεται αποκλειστικά στη φαντασία του που καλπάζει ανάλογα με την ένταση των ημερών. Μάλλον ξέχασε πως λίγο πριν μου περιέγραφε πώς πριν από δυο χρόνια, σε ήρεμη εποχή, δεν είχε έρθει η βαλίτσα του από τη Μαδρίτη. Νόμιζα πως κάτι τέτοια αποκυήματα είναι ελληνικό προνόμιο, αλλά μπα! Απλά, επαρχιώτικο! Η Air France μού δίνει το δικαίωμα να ψωνίσω για 150 δολάρια, ποσό που με διαβεβαιώνουν ότι θα εισπράξω αργότερα στο Βερολίνο, προσκομίζοντας τις αποδείξεις. (Η αλήθεια είναι ότι ύστερα από διάφορες προσπάθειες να έρθω σε επαφή με τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας που βρίσκονται στη Φρανκφούρτη - ναι, ολόκληρη πρωτεύουσα της Γερμανίας δεν έχει γραφεία της Air France! - θα κατορθώσω να εισπράξω τα ¾ του ποσού, λίγο πριν τα Χριστούγεννα!). Το πρόβλημα είναι πως ακόμη και στην Αμερική τα μαγαζιά κλείνουν κάποια στιγμή τις Κυριακές (19οο). Τουλάχιστον καταφέρνω να αγοράσω οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα, αφρό ξυρίσματος και ξυραφάκια! Κοντεύει 11 μ.μ., πράγμα που σημαίνει ότι το εσωτερικό μου ρολόι δείχνει 8 το πρωί. Πηγαίνω να πιω κάτι στο μπαρ του ξενοδοχείου και καθώς με τον συνταξιδιώτη μου μιλάω γερμανικά, ένας από τους λιγοστούς πελάτες προσφέρεται να μας κεράσει ένα ποτό λέγοντας «σε οποιονδήποτε έχει έρθει από τόσο μακριά τέτοια εποχή αξίζει τουλάχιστον ένα κέρασμα...» Οι Αμερικανοί είναι σοκαρισμένοι. Ασφαλώς αν μια τέτοια κίνηση γινόταν από έναν Μαροκινό, Τυνήσιο ή Έλληνα, ο φίλος μου θα έσπευδε να βγάλει το συμπέρασμα περί φιλικών λαών κ.λπ. Εδώ το αφήνει ασχολίαστο. Εγώ όμως δεν θα χάσω την ευκαιρία να επισημάνω πόσο μη γερμανικό είναι το κέρασμα...
Κοιμάμαι με διαλείμματα. Το πρώτο μου μέλημα μετά το πρωινό είναι να βγω για ψώνια. Κάλτσες, εσώρουχα, πουκάμισο, παντελόνι... Ο καιρός είναι αρκετά καλός, αλλά χρειάζομαι κι ένα πουλόβερ. Άλλωστε και ο Μαρκ Τουέιν, ύστερα από ένα καλοκαίρι που πέρασε στην πόλη, δήλωσε ότι ήταν ο πιο ήπιος χειμώνας της ζωής του! Ένα μεγάλο τμήμα της κεντρικής Market Street είναι χώρος όπου περιδιαβαίνουν οι άστεγοι, κι ένα μαγαζί ειδών λαϊκής τέχνης του Αφγανιστάν έχει βγάλει στην πόρτα του μια υφαντή αμερικάνικη σημαία. Δεν ξέρω αν προϋπήρχε της 11ης Σεπτεμβρίου, αλλά κάτι μου λέει πως πρόκειται για πρόσφατη προσπάθεια διαφοροποίησης της θέσης του ιδιοκτήτη... Πολλοί είναι εξάλλου οι μετανάστες που δηλώνουν με κάθε τρόπο την αντίθεση τους στην επίθεση που δέχτηκαν οι Η.Π.Α. Παρεμπιπτόντως, από μπροστά μου περνάει μια μικρή διαδήλωση κατά του πολέμου. Τριγύρω υπάρχουν κάθε λογής διακονίες, ένας ναός Scientology και πολλοί αλκοολικοί.
Το Δημαρχείο έχει κτιστεί από γρανίτη και μάρμαρο με πρότυπο το Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον. Στη ευρύχωρη πλατεία που απλώνεται μπροστά του και που πλαισιώνεται από ένα σύμπλεγμα αιθουσών συναυλιών - στην όπερα παίζουν το «Σαμψών και Δαλιδά» του Saint-Saens σε μια ωραία, συμβατική σκηνοθεσία - γίνεται λαϊκή αγορά. Φρέσκα φρούτα, ψάρια και κρέατα. Τα συνηθισμένα προϊόντα των λαϊκών αγορών, αλλά τόσο διαφορετικά από την Ευρώπη!
Λίγο παρακάτω μια έκθεση αυτοκινήτων είναι ο ίδιος ακριβώς χώρος που στεγαζόταν η αίθουσα Fillmore West του Bill Graham, χωρητικότητας 2.800 θέσεων, πριν πέσει θύμα του γιγαντισμού του ροκ. Αντίθετα, το Fillmore Auditorium στον δυτικό τομέα της πόλης, που είχε πέσει σε δυσμένεια μετά τη δολοφονία του Martin Luther King, Jr., επειδή ο Billy Graham φοβήθηκε ότι το λευκό κοινό δεν θα πήγαινε σε μια συνοικία μαύρων ως επί το πλείστον, επαναλειτουργεί. Εδώ ηχογραφήθηκε το live τμήμα του «Wheels On Fire» των Cream.
Έχει βγει ψύχρα εδώ και αρκετή ώρα και παίρνω τον υπόγειο για το ξενοδοχείο. Η βαλίτσα μου δεν έχει έρθει ακόμη. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και χαζεύω τη θέα από τον έκτο όροφο, με τον ήλιο να μπαίνει μέσα από το παράθυρο. Ανοίγω την τηλεόραση. Ειδήσεις για την τρομοκρατία, ειδήσεις για την επιχείρηση της πάταξης της Αλ Καΐντα, απαντήσεις του Μπιν Λάντεν... Η βαλίτσα έρχεται με δύο εικοσιτετράωρα καθυστέρηση.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστεψαν ότι ο καταστροφικός σεισμός που έπληξε την πόλη το 1906 (και που είδαμε αργότερα στην εξαιρετική ταινία «San Francisco» του S. Van Dyke με τους Clark Gable, Jeanette MacDonald και Spencer Tracy) ήταν θεόσταλτος! Τα «έκλυτα ήθη», βλέπετε, δεν ήταν φαινόμενο που εισήγαγαν οι χίπηδες! Τα βικτοριανά σπίτια που παρέμειναν εξακολουθούν να στολίζουν δύο μεγάλες περιοχές της πόλης. Μία από αυτές βρίσκεται γύρω από την μυθική γωνία που σχηματίζουν οι οδοί Haight και Ashbury, την εστία ενός ολόκληρου κινήματος. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Σαν Φρανσίσκο αναπτύχθηκε από τους beat ακτιβιστές, συνεχίστηκε στη δεκαετία του ’60 και ύστερα από το καλοκαίρι της αγάπης και την παρακμή των παιδιών των λουλουδιών, η δραστηριότητα της ομοφυλόφιλης κοινότητας της πόλης την κατέστησε πρωτοπόρα στη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση - ιδιαίτερα την περιοχή Castro - Μέκκα πολλών gay του πλανήτη. Οι ΗΠΑ επιτίθενται στο Αφγανιστάν ενώ στην Castro Street ξεκινάει μια γιορτή ομοφυλόφιλης υπερηφάνειας (gay pride) με πάγκους φαγητών. Λουκάνικα, μπιφτέκια αλλά και πολλές σπεσιαλιτέ για χορτοφάγους. «Έτσι ακριβώς τα είχα φανταστεί…», ξεκινάει ο χορτοφάγος Γερμανός συνταξιδιώτης μου, αρνητικός στις πρώτες μυρωδιές της ψητής σάρκας. «Κι όμως έχει μεγάλη ποικιλία και για άτομα που δεν τρώνε κρέας συγκριτικά με την Ευρώπη», επιμένω. Το παραδέχεται αλλά τι να το κάνεις;
Σήμερα η Haight Street αναπολεί το παρελθόν της με καταστήματα σουβενίρ, μέντιουμ με κάρτες ταρό, αντικείμενα new age... Σε κάποια καφέ βλέπεις μερικούς αργοκίνητους ξεχασμένους χίπις, αλλά ο κανόνας είναι οι βιαστικοί inline skaters. Κάπου - κάπου ξεχωρίζει και ένα σαρίκι, αφού δυο κατάξανθοι Αμερικάνοι διάλεξαν αυτόν τον τρόπο για να εκφράσουν τη συμπαράστασή του στους Αφγανούς...
Πολλοί τουρίστες αναζητούν τα σπίτια που έμεναν στη δεκαετία του ’60 συγκροτήματα όπως οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane. Εγώ συνεχίζω προς το Golden Gate Park, που μπορεί να μην καταλαμβάνει την έκταση του Central Park, θεωρείται όμως πιο ασφαλές και περιλαμβάνει τρία μουσεία. Στο Ασιατικό Μουσείο, εκτός από τα μόνιμα εκθέματα από διάφορες χώρες του κεντροανατολικού κυρίως τμήματος αυτής της ηπείρου - μια καλή ευκαιρία να δει κανείς φιγούρες γνωστές από την ιστορία του βουδισμού όπως τον Αβαλοκιτεσβάρα ή τον εύθυμο καλόγερο του Ζεν, Hotei, και τη θεότητα Ganesha με μορφή ελέφαντα -, φιλοξενείται μια έκθεση με θέμα τους Σουλτάνους. Δίπλα ακριβώς υπάρχει μια αναπαράσταση ενός γιαπωνέζικου κήπου, με παγόδες, λιμνούλες και γεφυράκια... Το πάρκο τελειώνει στον Ατλαντικό Ωκεανό, στην παραλία με το προφανές όνομα Ocean Beach.
Διασχίζω τη μήκους τριών χιλιομέτρων Golden Gate Bridge (κάτι τέτοιες ενέργειες ανήκουν στα θετικά του να συνταξιδεύεις με Γερμανούς) απ’ όπου η θέα της πόλης σου κόβει την ανάσα. Αργότερα θα διαβάσω ότι στη δεκαετία του ’70 η Grace Slick είχε τρακάρει δυο φορές σε κάποια σημεία της. Απέναντι βρίσκεται το Sausalito (= Μικρή Ιτιά), στη μαρίνα του οποίου είχαν αράξει τα καράβια πολλών διασημοτήτων. Εδώ ο Otis Redding έγραψε το «(Sittin’ on) The Dock Of The Bay» που κυκλοφόρησε λίγο μετά τον θάνατό του.
Στη βάση της γέφυρας βρίσκεται το Presidio που έγινε ευρύτερα γνωστό από την ομώνυμη ταινία του Peter Hyams με πρωταγωνιστές τον Sean Connery και τη Meg Ryan. Στη γύρω περιοχή έχουν τα σπίτια τους η Sharon Stone και ο Robin Williams.
Το San Francisco Museum Of Modern Art (SFMOMA) που εγκαινιάσθηκε το 1995, είναι έργο του Mario Botta (πρώτο έργο του Ελβετού αρχιτέκτονα στις ΗΠΑ και το πρώτο του μουσείο) και αποτελεί τον «σημαντικότερο πολιτιστικό προορισμό της πόλης», όπως αυτοδιαφημίζεται. Είναι ιδιωτικός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που συντηρείται από τα μέλη του, από δωρεές και από τα εισιτήρια που κοστίζουν 10 δολάρια (7 τα μειωμένα). Πέρα από τα μόνιμα εκθέματά του - που κινούνται από τον ιμπρεσιονισμό μέχρι την ποπ-αρτ - και τις εξαιρετικές φωτογραφίες του Ansel Adams, με εντυπωσιάζουν τα έργα των νεαρών Νοτιοαμερικανών καλλιτεχνών που δεν έχουμε ευκαιρία να βλέπουμε συχνά στην Ευρώπη. Μεταμοντέρνο μπαρόκ; Ίσως λίγο κιτς αλλά με πολύ χιούμορ! Απέναντι από το μουσείο βρίσκεται το οικοδομικό σύμπλεγμα Yerba Buena Gardens, περιοχή αναψυχής και εμπορικό κέντρο.
Κατευθύνομαι βόρεια, προς την αποβάθρα (Fisherman’s Wharf) και το Embarcadero, που έχει μετατραπεί σε λούνα παρκ... Παρόμοιες επεμβάσεις έχω δει και σε άλλα λιμάνια της χώρας. Σίγουρα απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν «όμορφες» αλλά είναι μια κάποια λύση, τουλάχιστον για μια μεγάλη μερίδα του κόσμου. Σε όσους αρέσουν οι σοκολάτες υπάρχει ένα μαγαζί που πουλάει τις περίφημες Ghirardelli. Περπατώντας κατά μήκος της παραλίας με κατεύθυνση το Ferry Building, βλέπεις απέναντι τη βραχονησίδα Αλκατράζ με τις περιβόητες φυλακές. Ασφαλώς και έρχονται στο νου σκηνές από το εξαιρετικό «Escape From Alcatraz» με τον Clint Eastwood να επιχειρεί τη μοναδική πετυχημένη απόδραση από αυτό το υψηλής ασφάλειας σωφρονιστικό ίδρυμα και το όχι σπουδαίο «The Rock» (τελικά, πολλή δουλειά είχε ο Κόνερι στο Σαν Φρανσίσκο). Σουβενίρ με αυτό το μοτίβο πουλιούνται παντού. Τριάντα περίπου χιλιόμετρα βορειότερα βρίσκεται μια άλλη διαβόητη φυλακή, η San Quentin που έχω συνδέσει με τον Johnny Cash λόγω του live άλμπουμ του.
Διασχίζοντας την Columbus Avenue πέφτω επάνω στο βιβλιοπωλείο City Lights του Lawrence Ferlinghetti. Εδώ ξεκίνησε η ιστορία των beat συγγραφέων - εδώ πρωτοδιάβασε το «Ουρλιαχτό» ο Allen Ginsberg - και ο χώρος είναι γεμάτος από τις μνήμες τους. Απέναντι υπάρχει και η Jack Kerouac Lane.
Νοτιότερα ξεκινάει η Chinatown, με πάνω από εκατό εστιατόρια σε έκταση δεκαπέντε περίπου οικοδομικών τετραγώνων. Στα υπόλοιπα μαγαζιά (μανάβικα, ψαράδικα, τουριστικών ειδών) οι Κινέζοι αναμειγνύονται με τους τουρίστες. Η ιστορία αυτής της περιοχής ξεκινάει από την εποχή των σιδηροδρόμων, όταν πολλοί Κινέζοι ήρθαν να δουλέψουν ως εργάτες.
Το Nob Hill θεωρείται ιδιαίτερα αριστοκρατική συνοικία και το όνομά του έχει υιοθετηθεί από πολλά καταστήματα και μπαρ σε άλλες πόλεις των ΗΠΑ ως συνώνυμο της κομψότητας. Ο σεισμός του 1906 κατέστρεψε πολλά από τα επιβλητικά κτήρια που ανήκαν κυρίως σε μεγιστάνες της εποχής των χρυσοθήρων και αργότερα του σιδηρόδρομου. Από πολλά σημεία της γεμάτης ανηφόρες (και τις ανάλογες κατηφόρες) περιοχής η θέα είναι μοναδική.
Σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους βρίσκονται η Union Square και η Transamerica Pyramid, ύψους 256 μέτρων. Εκεί κοντά είναι και το διώροφο δισκάδικο Rasputin, ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τους φίλους του βινυλίου.
Το τελεφερίκ (cable-car) είναι το πιο άνετο και γραφικό μέσο για να μετακινηθείς μεταξύ της Market Street και της Chinatown, αλλά και βορειότερα. Αρκεί να μην κάνει κρύο γιατί είναι ανοιχτά από παντού. Ενδιαφέρον έχει και ο χώρος που στρίβουν τα οχήματα, στο αδιέξοδο της Powell επί της Market Street, όπου σχηματίζεται μια αποκαρδιωτική ουρά που όμως προχωράει απίστευτα γρήγορα. Πολύ εξυπηρετικός και σύγχρονος είναι πάντως ο υπόγειος.
Η Lily Tomlin δίνει ρεσιτάλ στο one-woman-show «The Search Of Intelligent Life...», στο πιο παράξενο θέατρο που έχω πάει ποτέ μου! Βρίσκεται στον πρώτο όροφο ενός ξενοδοχείου!
Το πρωινό στο ξενοδοχείο έχει καταντήσει ανυπόφορο, κυρίως χάρη στην ίδια κασέτα με γνωστά αποσπάσματα κλασικής μουσικής σε... muzak. Η ξανθιά, ψηλή, νεαρή σερβιτόρα δεν μιλάει καλά αγγλικά και μου κάνει εντύπωση γιατί την είχα κατατάξει στις Σκανδιναβές. Θα τη συναντήσω αργότερα να δουλεύει σε ένα κατάστημα τουριστικών ειδών και θα τη ρωτήσω για να μου λυθεί η απορία. Είναι από την Πολωνία και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες.
Μια εκδρομή 3½ ωρών με φέρνει αρχικά στο δάσος Muir με δέντρα Redwood που έχουν μέσο όρο ηλικίας τα 600 χρόνια (συχνά φτάνουν τα 1.000). Τώρα μπορώ κι εγώ επιτέλους να ισχυριστώ «I’ve been to Hollywood, I’ve been to Redwood...», όπως ο Neil Young. Θα καταλήξω για βόλτα στο γραφικότατο Sausalito, με τον ήλιο να χρυσίζει τα νερά του κόλπου και τις γκαλερί να συναγωνίζονται η μία την άλλη σε εντυπωσιακά εκθέματα. Μια πανέμορφη γυναικεία φιγούρα σε φυσικό μέγεθος - έργο γλύπτη από τη Ζιμπάμπουε - κοστίζει 18.000 δολάρια! Αποφασίζω να κάνω άλλη μία εκδρομή, αυτή τη φορά ημερήσια, νότια του Σαν Φρανσίσκο.
Πώς να περιγράψει κανείς το Carmel, αυτή την πνιγμένη στα δέντρα, πανέμορφη κωμόπολη δίπλα στον Ειρηνικό; Τα μόνα στοιχεία που μου ήταν γνωστά γι’ αυτήν ήταν η φωτογραφία στο εξώφυλλο του Concert By The Sea του Erroll Garner και το ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Clint Eastwood χρημάτισε δήμαρχός της. Τώρα εξακολουθεί να ζει εκεί η Doris Day και άλλοι διάσημοι σταρ.
Οι αναφορές στο Monterey δεν περιορίζονται μόνο στο φεστιβάλ του Καλοκαιριού του 1967 (15, 16, 17 Ιουνίου) με τη συμμετοχή του Otis Redding και του Jimi Hendrix. Είναι και το Cannery Row του John Steinbeck, (ταινία με τους Nick Nolte και Debra Winger). Στην περιοχή έχουν γυριστεί και τα «Play Misty For Me», «East Of Eden» και «Sandpipers». Πιο κάτω γιορτάζουν το σκόρδο και το χρησιμοποιούν ως βάση σε οτιδήποτε παρασκευάζουν. Πατατάκια, ποτά, γλυκά, παγωτά...
Στην πτήση της επιστροφής θα με πάρει ο ύπνος παρακολουθώντας το «Bridget Jones’ Diary». Να που το φιλμ χρησίμευσε σε κάτι!
2001/2006
Προς στιγμή προκύπτει το δίλημμα: να πάω ή να μην πάω; Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν έχω ιδιαίτερους ενδοιασμούς. Το Σαν Φρανσίσκο ήταν ένα από τα όνειρά μου εδώ και αρκετά χρόνια και είχα βάλει στο πρόγραμμα το συγκεκριμένο ταξίδι πριν από αυτό της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, όσο πλησίαζαν οι μέρες, οι Έλληνες φίλοι μου τόσο στο Βερολίνο όσο και στην Ελλάδα, ήταν - ως συνήθως - οι πιο πανικόβλητοι. «Τρελός είσαι;» ρωτούσαν. Οι Γερμανοί σαφώς πιο ψύχραιμοι: «Δεν θα σταματήσει ο κόσμος να ανεβαίνει στα αεροπλάνα...» Αν προσπαθήσει κανείς να σκεφτεί λογικά μέσα στον παραλογισμό των ημερών θα διαπιστώσει ότι ίσως η Golden Gate Bridge να αποτελεί πιθανό στόχο. Ή η Silicon Valley... Όντως οι γέφυρες (και δη οι γέφυρες – σύμβολα) απειλούνται όπως άλλωστε και τα σημαντικά παραγωγικά κέντρα που θα έχουν μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο. Ο στίχος «I wasn’t born there...», δεν θέλω καν να τον συνεχίσω, από το «San Franciscan Nights» του Eric Burdon επιστρέφει συχνά στη σκέψη. Από την άλλη όμως, κάτι μου λέει ότι δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτε.
Με αυτήν την πεποίθηση που δεν στηρίζεται πουθενά πετάω με την Air France, αλλάζω αεροπλάνο στο Παρίσι και συνεχίζω άλλες 11½ ώρες μέχρι το Σαν Φρανσίσκο. Εκεί θα αποδειχτεί το τραγικό λάθος μου: να ταξιδέψω στην Αμερική με έναν Γερμανό που ανήκει στο ανταγωνιστικό είδος. Έτσι έχω χαρακτηρίσει όλους εκείνους που ενθουσιάζονται με τη «φιλικότητα» των Νοτιοευρωπαίων και των Βορειοαφρικανών, αλλά για τον ίδιο ακριβώς λόγο χαρακτηρίζουν τους Αμερικανούς «επιφανειακούς». Και δεν υπάρχει τίποτε πιο εκνευριστικό σε ένα ταξίδι, για μένα τουλάχιστον, από άτομα ριζωμένα στη νοοτροπία τους, που αδυνατούν να αφεθούν στα καινούργια ερεθίσματα, που δεν είναι σε θέση να δούνε, να απολαύσουν και εν συνεχεία να κρίνουν, παρά μόνο αναζητούν ευκαιρία να επιβεβαιώσουν τις προκαταλήψεις τους. Προς γνώσιν...
«Οι λευκοί» αντιμετωπίζουν τους σκουρόχρωμους Άραβες με καχυποψία. Η έρευνα στα αεροδρόμια είναι εξονυχιστική. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τίποτε πλέον δεν θα επανέλθει στους «κανονικούς» ρυθμούς της καθημερινότητας, αλλά εγώ είμαι της γνώμης ότι κι αυτό θα παρέλθει όπως τόσα και τόσα άλλα. Δεν έχει περάσει άλλωστε πολύς καιρός από τότε που σε ρωτούσαν διαρκώς αν έχεις πακετάρει ο ίδιος τη βαλίτσα σου ή αν μεταφέρεις αντικείμενα που σου έδωσε κάποιος άλλος... Οι άνθρωποι ξεχνούν. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Όπως σε όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή, η απάντηση πρέπει να είναι «άλλοτε ναι κι άλλοτε όχι». Εξαρτάται...
Διαβάζω τον «Κλιματιζόμενο Εφιάλτη» του Χένρι Μίλλερ. Πόσο κριτικός είναι με τη χώρα του. Πόσο λατρεύει την Ευρώπη! Πόσο θα ήθελα να ζούσε σήμερα και να πηγαίναμε μια βόλτα στο Ηράκλειο λ. χ. που είχε επισκεφτεί προπολεμικά και του είχε αρέσει τόσο. Απλά, σε μερικές χώρες, ο «πολιτισμός» καθυστέρησε να έρθει. Μα σαν ήρθε, παρέσυρε τα πάντα στο διάβα του εκεί που βασιλεύει το εύκολο κέρδος σε συνδυασμό με την άγνοια, και οι νόμοι παρέχουν απλά ένα άλλοθι πολιτισμού...
Αν κρίνω από τους γύρω μου, νομίζω πως κανείς δεν νιώθει άνετα κατά τη διάρκεια της πτήσης. Ίσως στη νευρικότητά τους να συμβάλει και η θλιβερή εντύπωση που δίνει το κακοσυντηρημένο αεροσκάφος.
Αργότερα θα γελάω με τη σύμπτωση, αλλά την ώρα που περνάω από τον έλεγχο διαβατηρίων δεν είναι καθόλου αστείο. Ο ανάγωγος υπάλληλος, ερευνά το διαβατήριό μου, τη βίζα μου - ως γνωστόν, από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο όσοι έχουν ελληνικό διαβατήριο χρειάζονται βίζα για τις Η.Π.Α.! - και ενώ όλα βαίνουν καλώς κάτι του κάνει ένα «κλικ» και αρχίζει την... ανάκριση. Θέλει να μάθει γιατί έχω μαζί μου τη γερμανική άδεια παραμονής (αχρείαστη στο μεταξύ), πότε πήγα στην Αίγυπτο (καθώς βλέπει τη βίζα αυτής της χώρας σε μια σελίδα του διαβατηρίου μου). Ο συνδυασμός Γερμανίας – Αιγύπτου πρέπει να τον ανησύχησε, αφού του θύμισε τους δράστες των τρομοκρατικών ενεργειών της 11ης Σεπτεμβρίου. Μήπως τρέφω μέσα μου έναν τρομοκράτη που κοιμάται; Με στέλνει στη... δευτεροβάθμια επιτροπή, ξαναχτυπάνε το όνομά μου στα κομπιούτερ, απογοητεύονται. Κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Πάνω που πιστεύω πως ξεμπέρδεψα διαπιστώνω ότι δεν έχει έρθει η βαλίτσα μου! Καμιά δεκαριά ακόμη ομοιοπαθείς είναι στην ουρά πριν από μένα και συμπληρώνουν έντυπα με περιγραφή των αποσκευών τους. Ο Γερμανός συνταξιδιώτης μου είναι πεπεισμένος ότι κάτι που θεωρήθηκε ύποπτο θα υπήρχε στις βαλίτσες που δεν έφτασαν και αρχίζει να μου εξηγεί τη θεωρία του, που στηρίζεται αποκλειστικά στη φαντασία του που καλπάζει ανάλογα με την ένταση των ημερών. Μάλλον ξέχασε πως λίγο πριν μου περιέγραφε πώς πριν από δυο χρόνια, σε ήρεμη εποχή, δεν είχε έρθει η βαλίτσα του από τη Μαδρίτη. Νόμιζα πως κάτι τέτοια αποκυήματα είναι ελληνικό προνόμιο, αλλά μπα! Απλά, επαρχιώτικο! Η Air France μού δίνει το δικαίωμα να ψωνίσω για 150 δολάρια, ποσό που με διαβεβαιώνουν ότι θα εισπράξω αργότερα στο Βερολίνο, προσκομίζοντας τις αποδείξεις. (Η αλήθεια είναι ότι ύστερα από διάφορες προσπάθειες να έρθω σε επαφή με τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας που βρίσκονται στη Φρανκφούρτη - ναι, ολόκληρη πρωτεύουσα της Γερμανίας δεν έχει γραφεία της Air France! - θα κατορθώσω να εισπράξω τα ¾ του ποσού, λίγο πριν τα Χριστούγεννα!). Το πρόβλημα είναι πως ακόμη και στην Αμερική τα μαγαζιά κλείνουν κάποια στιγμή τις Κυριακές (19οο). Τουλάχιστον καταφέρνω να αγοράσω οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα, αφρό ξυρίσματος και ξυραφάκια! Κοντεύει 11 μ.μ., πράγμα που σημαίνει ότι το εσωτερικό μου ρολόι δείχνει 8 το πρωί. Πηγαίνω να πιω κάτι στο μπαρ του ξενοδοχείου και καθώς με τον συνταξιδιώτη μου μιλάω γερμανικά, ένας από τους λιγοστούς πελάτες προσφέρεται να μας κεράσει ένα ποτό λέγοντας «σε οποιονδήποτε έχει έρθει από τόσο μακριά τέτοια εποχή αξίζει τουλάχιστον ένα κέρασμα...» Οι Αμερικανοί είναι σοκαρισμένοι. Ασφαλώς αν μια τέτοια κίνηση γινόταν από έναν Μαροκινό, Τυνήσιο ή Έλληνα, ο φίλος μου θα έσπευδε να βγάλει το συμπέρασμα περί φιλικών λαών κ.λπ. Εδώ το αφήνει ασχολίαστο. Εγώ όμως δεν θα χάσω την ευκαιρία να επισημάνω πόσο μη γερμανικό είναι το κέρασμα...
Κοιμάμαι με διαλείμματα. Το πρώτο μου μέλημα μετά το πρωινό είναι να βγω για ψώνια. Κάλτσες, εσώρουχα, πουκάμισο, παντελόνι... Ο καιρός είναι αρκετά καλός, αλλά χρειάζομαι κι ένα πουλόβερ. Άλλωστε και ο Μαρκ Τουέιν, ύστερα από ένα καλοκαίρι που πέρασε στην πόλη, δήλωσε ότι ήταν ο πιο ήπιος χειμώνας της ζωής του! Ένα μεγάλο τμήμα της κεντρικής Market Street είναι χώρος όπου περιδιαβαίνουν οι άστεγοι, κι ένα μαγαζί ειδών λαϊκής τέχνης του Αφγανιστάν έχει βγάλει στην πόρτα του μια υφαντή αμερικάνικη σημαία. Δεν ξέρω αν προϋπήρχε της 11ης Σεπτεμβρίου, αλλά κάτι μου λέει πως πρόκειται για πρόσφατη προσπάθεια διαφοροποίησης της θέσης του ιδιοκτήτη... Πολλοί είναι εξάλλου οι μετανάστες που δηλώνουν με κάθε τρόπο την αντίθεση τους στην επίθεση που δέχτηκαν οι Η.Π.Α. Παρεμπιπτόντως, από μπροστά μου περνάει μια μικρή διαδήλωση κατά του πολέμου. Τριγύρω υπάρχουν κάθε λογής διακονίες, ένας ναός Scientology και πολλοί αλκοολικοί.
Το Δημαρχείο έχει κτιστεί από γρανίτη και μάρμαρο με πρότυπο το Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον. Στη ευρύχωρη πλατεία που απλώνεται μπροστά του και που πλαισιώνεται από ένα σύμπλεγμα αιθουσών συναυλιών - στην όπερα παίζουν το «Σαμψών και Δαλιδά» του Saint-Saens σε μια ωραία, συμβατική σκηνοθεσία - γίνεται λαϊκή αγορά. Φρέσκα φρούτα, ψάρια και κρέατα. Τα συνηθισμένα προϊόντα των λαϊκών αγορών, αλλά τόσο διαφορετικά από την Ευρώπη!
Λίγο παρακάτω μια έκθεση αυτοκινήτων είναι ο ίδιος ακριβώς χώρος που στεγαζόταν η αίθουσα Fillmore West του Bill Graham, χωρητικότητας 2.800 θέσεων, πριν πέσει θύμα του γιγαντισμού του ροκ. Αντίθετα, το Fillmore Auditorium στον δυτικό τομέα της πόλης, που είχε πέσει σε δυσμένεια μετά τη δολοφονία του Martin Luther King, Jr., επειδή ο Billy Graham φοβήθηκε ότι το λευκό κοινό δεν θα πήγαινε σε μια συνοικία μαύρων ως επί το πλείστον, επαναλειτουργεί. Εδώ ηχογραφήθηκε το live τμήμα του «Wheels On Fire» των Cream.
Έχει βγει ψύχρα εδώ και αρκετή ώρα και παίρνω τον υπόγειο για το ξενοδοχείο. Η βαλίτσα μου δεν έχει έρθει ακόμη. Ανεβαίνω στο δωμάτιο και χαζεύω τη θέα από τον έκτο όροφο, με τον ήλιο να μπαίνει μέσα από το παράθυρο. Ανοίγω την τηλεόραση. Ειδήσεις για την τρομοκρατία, ειδήσεις για την επιχείρηση της πάταξης της Αλ Καΐντα, απαντήσεις του Μπιν Λάντεν... Η βαλίτσα έρχεται με δύο εικοσιτετράωρα καθυστέρηση.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστεψαν ότι ο καταστροφικός σεισμός που έπληξε την πόλη το 1906 (και που είδαμε αργότερα στην εξαιρετική ταινία «San Francisco» του S. Van Dyke με τους Clark Gable, Jeanette MacDonald και Spencer Tracy) ήταν θεόσταλτος! Τα «έκλυτα ήθη», βλέπετε, δεν ήταν φαινόμενο που εισήγαγαν οι χίπηδες! Τα βικτοριανά σπίτια που παρέμειναν εξακολουθούν να στολίζουν δύο μεγάλες περιοχές της πόλης. Μία από αυτές βρίσκεται γύρω από την μυθική γωνία που σχηματίζουν οι οδοί Haight και Ashbury, την εστία ενός ολόκληρου κινήματος. Το φιλελεύθερο πνεύμα του Σαν Φρανσίσκο αναπτύχθηκε από τους beat ακτιβιστές, συνεχίστηκε στη δεκαετία του ’60 και ύστερα από το καλοκαίρι της αγάπης και την παρακμή των παιδιών των λουλουδιών, η δραστηριότητα της ομοφυλόφιλης κοινότητας της πόλης την κατέστησε πρωτοπόρα στη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση - ιδιαίτερα την περιοχή Castro - Μέκκα πολλών gay του πλανήτη. Οι ΗΠΑ επιτίθενται στο Αφγανιστάν ενώ στην Castro Street ξεκινάει μια γιορτή ομοφυλόφιλης υπερηφάνειας (gay pride) με πάγκους φαγητών. Λουκάνικα, μπιφτέκια αλλά και πολλές σπεσιαλιτέ για χορτοφάγους. «Έτσι ακριβώς τα είχα φανταστεί…», ξεκινάει ο χορτοφάγος Γερμανός συνταξιδιώτης μου, αρνητικός στις πρώτες μυρωδιές της ψητής σάρκας. «Κι όμως έχει μεγάλη ποικιλία και για άτομα που δεν τρώνε κρέας συγκριτικά με την Ευρώπη», επιμένω. Το παραδέχεται αλλά τι να το κάνεις;
Σήμερα η Haight Street αναπολεί το παρελθόν της με καταστήματα σουβενίρ, μέντιουμ με κάρτες ταρό, αντικείμενα new age... Σε κάποια καφέ βλέπεις μερικούς αργοκίνητους ξεχασμένους χίπις, αλλά ο κανόνας είναι οι βιαστικοί inline skaters. Κάπου - κάπου ξεχωρίζει και ένα σαρίκι, αφού δυο κατάξανθοι Αμερικάνοι διάλεξαν αυτόν τον τρόπο για να εκφράσουν τη συμπαράστασή του στους Αφγανούς...
Πολλοί τουρίστες αναζητούν τα σπίτια που έμεναν στη δεκαετία του ’60 συγκροτήματα όπως οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane. Εγώ συνεχίζω προς το Golden Gate Park, που μπορεί να μην καταλαμβάνει την έκταση του Central Park, θεωρείται όμως πιο ασφαλές και περιλαμβάνει τρία μουσεία. Στο Ασιατικό Μουσείο, εκτός από τα μόνιμα εκθέματα από διάφορες χώρες του κεντροανατολικού κυρίως τμήματος αυτής της ηπείρου - μια καλή ευκαιρία να δει κανείς φιγούρες γνωστές από την ιστορία του βουδισμού όπως τον Αβαλοκιτεσβάρα ή τον εύθυμο καλόγερο του Ζεν, Hotei, και τη θεότητα Ganesha με μορφή ελέφαντα -, φιλοξενείται μια έκθεση με θέμα τους Σουλτάνους. Δίπλα ακριβώς υπάρχει μια αναπαράσταση ενός γιαπωνέζικου κήπου, με παγόδες, λιμνούλες και γεφυράκια... Το πάρκο τελειώνει στον Ατλαντικό Ωκεανό, στην παραλία με το προφανές όνομα Ocean Beach.
Διασχίζω τη μήκους τριών χιλιομέτρων Golden Gate Bridge (κάτι τέτοιες ενέργειες ανήκουν στα θετικά του να συνταξιδεύεις με Γερμανούς) απ’ όπου η θέα της πόλης σου κόβει την ανάσα. Αργότερα θα διαβάσω ότι στη δεκαετία του ’70 η Grace Slick είχε τρακάρει δυο φορές σε κάποια σημεία της. Απέναντι βρίσκεται το Sausalito (= Μικρή Ιτιά), στη μαρίνα του οποίου είχαν αράξει τα καράβια πολλών διασημοτήτων. Εδώ ο Otis Redding έγραψε το «(Sittin’ on) The Dock Of The Bay» που κυκλοφόρησε λίγο μετά τον θάνατό του.
Στη βάση της γέφυρας βρίσκεται το Presidio που έγινε ευρύτερα γνωστό από την ομώνυμη ταινία του Peter Hyams με πρωταγωνιστές τον Sean Connery και τη Meg Ryan. Στη γύρω περιοχή έχουν τα σπίτια τους η Sharon Stone και ο Robin Williams.
Το San Francisco Museum Of Modern Art (SFMOMA) που εγκαινιάσθηκε το 1995, είναι έργο του Mario Botta (πρώτο έργο του Ελβετού αρχιτέκτονα στις ΗΠΑ και το πρώτο του μουσείο) και αποτελεί τον «σημαντικότερο πολιτιστικό προορισμό της πόλης», όπως αυτοδιαφημίζεται. Είναι ιδιωτικός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός που συντηρείται από τα μέλη του, από δωρεές και από τα εισιτήρια που κοστίζουν 10 δολάρια (7 τα μειωμένα). Πέρα από τα μόνιμα εκθέματά του - που κινούνται από τον ιμπρεσιονισμό μέχρι την ποπ-αρτ - και τις εξαιρετικές φωτογραφίες του Ansel Adams, με εντυπωσιάζουν τα έργα των νεαρών Νοτιοαμερικανών καλλιτεχνών που δεν έχουμε ευκαιρία να βλέπουμε συχνά στην Ευρώπη. Μεταμοντέρνο μπαρόκ; Ίσως λίγο κιτς αλλά με πολύ χιούμορ! Απέναντι από το μουσείο βρίσκεται το οικοδομικό σύμπλεγμα Yerba Buena Gardens, περιοχή αναψυχής και εμπορικό κέντρο.
Κατευθύνομαι βόρεια, προς την αποβάθρα (Fisherman’s Wharf) και το Embarcadero, που έχει μετατραπεί σε λούνα παρκ... Παρόμοιες επεμβάσεις έχω δει και σε άλλα λιμάνια της χώρας. Σίγουρα απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν «όμορφες» αλλά είναι μια κάποια λύση, τουλάχιστον για μια μεγάλη μερίδα του κόσμου. Σε όσους αρέσουν οι σοκολάτες υπάρχει ένα μαγαζί που πουλάει τις περίφημες Ghirardelli. Περπατώντας κατά μήκος της παραλίας με κατεύθυνση το Ferry Building, βλέπεις απέναντι τη βραχονησίδα Αλκατράζ με τις περιβόητες φυλακές. Ασφαλώς και έρχονται στο νου σκηνές από το εξαιρετικό «Escape From Alcatraz» με τον Clint Eastwood να επιχειρεί τη μοναδική πετυχημένη απόδραση από αυτό το υψηλής ασφάλειας σωφρονιστικό ίδρυμα και το όχι σπουδαίο «The Rock» (τελικά, πολλή δουλειά είχε ο Κόνερι στο Σαν Φρανσίσκο). Σουβενίρ με αυτό το μοτίβο πουλιούνται παντού. Τριάντα περίπου χιλιόμετρα βορειότερα βρίσκεται μια άλλη διαβόητη φυλακή, η San Quentin που έχω συνδέσει με τον Johnny Cash λόγω του live άλμπουμ του.
Διασχίζοντας την Columbus Avenue πέφτω επάνω στο βιβλιοπωλείο City Lights του Lawrence Ferlinghetti. Εδώ ξεκίνησε η ιστορία των beat συγγραφέων - εδώ πρωτοδιάβασε το «Ουρλιαχτό» ο Allen Ginsberg - και ο χώρος είναι γεμάτος από τις μνήμες τους. Απέναντι υπάρχει και η Jack Kerouac Lane.
Νοτιότερα ξεκινάει η Chinatown, με πάνω από εκατό εστιατόρια σε έκταση δεκαπέντε περίπου οικοδομικών τετραγώνων. Στα υπόλοιπα μαγαζιά (μανάβικα, ψαράδικα, τουριστικών ειδών) οι Κινέζοι αναμειγνύονται με τους τουρίστες. Η ιστορία αυτής της περιοχής ξεκινάει από την εποχή των σιδηροδρόμων, όταν πολλοί Κινέζοι ήρθαν να δουλέψουν ως εργάτες.
Το Nob Hill θεωρείται ιδιαίτερα αριστοκρατική συνοικία και το όνομά του έχει υιοθετηθεί από πολλά καταστήματα και μπαρ σε άλλες πόλεις των ΗΠΑ ως συνώνυμο της κομψότητας. Ο σεισμός του 1906 κατέστρεψε πολλά από τα επιβλητικά κτήρια που ανήκαν κυρίως σε μεγιστάνες της εποχής των χρυσοθήρων και αργότερα του σιδηρόδρομου. Από πολλά σημεία της γεμάτης ανηφόρες (και τις ανάλογες κατηφόρες) περιοχής η θέα είναι μοναδική.
Σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους βρίσκονται η Union Square και η Transamerica Pyramid, ύψους 256 μέτρων. Εκεί κοντά είναι και το διώροφο δισκάδικο Rasputin, ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τους φίλους του βινυλίου.
Το τελεφερίκ (cable-car) είναι το πιο άνετο και γραφικό μέσο για να μετακινηθείς μεταξύ της Market Street και της Chinatown, αλλά και βορειότερα. Αρκεί να μην κάνει κρύο γιατί είναι ανοιχτά από παντού. Ενδιαφέρον έχει και ο χώρος που στρίβουν τα οχήματα, στο αδιέξοδο της Powell επί της Market Street, όπου σχηματίζεται μια αποκαρδιωτική ουρά που όμως προχωράει απίστευτα γρήγορα. Πολύ εξυπηρετικός και σύγχρονος είναι πάντως ο υπόγειος.
Η Lily Tomlin δίνει ρεσιτάλ στο one-woman-show «The Search Of Intelligent Life...», στο πιο παράξενο θέατρο που έχω πάει ποτέ μου! Βρίσκεται στον πρώτο όροφο ενός ξενοδοχείου!
Το πρωινό στο ξενοδοχείο έχει καταντήσει ανυπόφορο, κυρίως χάρη στην ίδια κασέτα με γνωστά αποσπάσματα κλασικής μουσικής σε... muzak. Η ξανθιά, ψηλή, νεαρή σερβιτόρα δεν μιλάει καλά αγγλικά και μου κάνει εντύπωση γιατί την είχα κατατάξει στις Σκανδιναβές. Θα τη συναντήσω αργότερα να δουλεύει σε ένα κατάστημα τουριστικών ειδών και θα τη ρωτήσω για να μου λυθεί η απορία. Είναι από την Πολωνία και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες.
Μια εκδρομή 3½ ωρών με φέρνει αρχικά στο δάσος Muir με δέντρα Redwood που έχουν μέσο όρο ηλικίας τα 600 χρόνια (συχνά φτάνουν τα 1.000). Τώρα μπορώ κι εγώ επιτέλους να ισχυριστώ «I’ve been to Hollywood, I’ve been to Redwood...», όπως ο Neil Young. Θα καταλήξω για βόλτα στο γραφικότατο Sausalito, με τον ήλιο να χρυσίζει τα νερά του κόλπου και τις γκαλερί να συναγωνίζονται η μία την άλλη σε εντυπωσιακά εκθέματα. Μια πανέμορφη γυναικεία φιγούρα σε φυσικό μέγεθος - έργο γλύπτη από τη Ζιμπάμπουε - κοστίζει 18.000 δολάρια! Αποφασίζω να κάνω άλλη μία εκδρομή, αυτή τη φορά ημερήσια, νότια του Σαν Φρανσίσκο.
Πώς να περιγράψει κανείς το Carmel, αυτή την πνιγμένη στα δέντρα, πανέμορφη κωμόπολη δίπλα στον Ειρηνικό; Τα μόνα στοιχεία που μου ήταν γνωστά γι’ αυτήν ήταν η φωτογραφία στο εξώφυλλο του Concert By The Sea του Erroll Garner και το ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Clint Eastwood χρημάτισε δήμαρχός της. Τώρα εξακολουθεί να ζει εκεί η Doris Day και άλλοι διάσημοι σταρ.
Οι αναφορές στο Monterey δεν περιορίζονται μόνο στο φεστιβάλ του Καλοκαιριού του 1967 (15, 16, 17 Ιουνίου) με τη συμμετοχή του Otis Redding και του Jimi Hendrix. Είναι και το Cannery Row του John Steinbeck, (ταινία με τους Nick Nolte και Debra Winger). Στην περιοχή έχουν γυριστεί και τα «Play Misty For Me», «East Of Eden» και «Sandpipers». Πιο κάτω γιορτάζουν το σκόρδο και το χρησιμοποιούν ως βάση σε οτιδήποτε παρασκευάζουν. Πατατάκια, ποτά, γλυκά, παγωτά...
Στην πτήση της επιστροφής θα με πάρει ο ύπνος παρακολουθώντας το «Bridget Jones’ Diary». Να που το φιλμ χρησίμευσε σε κάτι!
2001/2006
Saturday, January 14, 2006
New York, N.Y.
Τέλη Ιουλίου, άφηνα πίσω μου τη ζέστη του Βερολίνου για την κάψα της Νέας Υόρκης. Αυτή τη φορά θα απολάμβανα την πόλη σαν να ήμουν μόνιμος κάτοικός της, αφού για τέσσερις ολόκληρες βδομάδες θα είχα στη διάθεσή μου το διαμέρισμα της φίλης μου στην 73η Οδό, μεταξύ 2ης και 3ης Λεωφόρου. Το μόνο αντάλλαγμα που μου ζητούσε ήταν να φροντίζω τη γάτα της, την Emmy! Η εν λόγω Έμη ήταν Μ (Εμ) – Ε (η), επειδή προερχόταν από την πολιτεία Maine, που η συντομογραφία της είναι ΜΕ! Κάτι τέτοια λογοπαίγνια με κερδίζουν αμέσως και η γάτα - ακόμη και για κάποιον σαν εμένα, που δεν τρελαίνεται για … νταντέματα - ήταν υπέροχη!
H Austrian Airlines με ενθουσιάζει. Άνετες θέσεις, μόνιτορ με παιχνίδια στην πλάτη της κάθε μιας, τηλέφωνο... Η πτήση από τη Βιέννη διαρκεί 9½ ώρες περίπου αλλά είναι η πιο άνετη που έχω κάνει ποτέ προς την Αμερική, δεν με ενοχλεί ούτε η ανήσυχη μικρή Ινδή παραδίπλα μου. Στο μέλλον τα παιδιά θα επιτρέπεται να ταξιδεύουν μόνο απομονωμένα! Δυο ώρες πριν την προσγείωση, η Ευρώπη φαντάζει πολύ μακριά. Ο έλεγχος στο JFK δεν παρουσιάζει προβλήματα. Χαίρομαι που αντικρίζω το Shea Stadium και ξεκινάω τους πρώτους μουσικούς συνειρμούς καθώς το συνδέω με τους Beatles...
Δεν ήταν μόνο το διαμέρισμα στο Μανχάταν - αρνήθηκα το αυτοκίνητο γιατί δεν είχα καμία όρεξη να ψάχνω απελπισμένα, ούτε να πληρώνω τα αστρονομικά ποσά για πάρκινγκ - αλλά και τα κλειδιά για το άλλο διαμέρισμα, στο Fire Island! Πήγα ένα Σαββατοκύριακο, αλλά δεν βοήθησε ο καιρός να το ευχαριστηθώ.. Ωστόσο χάρηκα τη διαδρομή. Ξεκίνησα από τον σταθμό Pennsylvania, δίπλα στο Madison Square Garden. Το τρένο χρειάστηκε μιάμιση ώρα μέχρι τον σταθμό Babylon στο Long Island και από εκεί στο Sayville, από όπου, με μικρά λεωφορεία γίνεται η μεταφορά στο ferryboat που κάνει την εικοσάλεπτη διαδρομή ως το Fire Island. Εκεί δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα. Η θέα από το μπαλκόνι κατά το ηλιοβασίλεμα είναι μαγευτική, αλλά κάνει ψύχρα. Τα boardwalks - ξύλινα πεζοδρόμια που διευκολύνουν το βάδισμα πάνω από την άμμο - κυριαρχούν σε όλο το μήκος της παραλίας αλλά και στο στενό πλάτος της. Ούτε καν που σκέφτηκα να βουτήξω στον παγωμένο Ατλαντικό. Άλλωστε, το επιτρεπτό μήκος για το μαγιό είναι λίγο πάνω από το γόνατο!
Στην πρώτη κιόλας βόλτα με την Joan, που φεύγει την επομένη για την Ιταλία, βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο Coliseum, στο Broadway. Δεν απέχει πολύ από το μαγαζί της Harley Davidson και το Hard Rock Café, από όπου θέλει να αγοράσει Τ-Shirts για τα παιδιά της σπιτονοικοκυράς της... Στέκομαι τυχερός. Βιβλία σε καταπληκτικές προσφορές, ακόμη και με το δολάριο στα ύψη! Επιστρέφω στο σπίτι φορτωμένος με τρεις σακούλες... Ανάμεσα στα αποκτήματά μου - πότε θα βρω χρόνο να τα διαβάσω ΚΑΙ να δω αυτά που θέλω στην πόλη; - είναι και ο οδηγός «Rock & Roll Traveler USA» του οίκου Fodor’s. Χαίρομαι όταν διαπιστώνω ότι είναι η πρώτη έκδοση και είναι του 1996. Είχα ξεκινήσει να γράφω κάτι ανάλογο από το 1992! Τώρα, μου δίνει την καταπληκτική ιδέα να γυρίσω στα ροκ αξιοθέατα της πόλης που είναι πάμπολλα!
Η Νέα Υόρκη με ενθουσιάζει. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι δεν χορταίνω να κυκλοφορώ στους δρόμους της. Κι εκεί που το Μανχάταν κάποιες στιγμές φαίνεται μικρό και σε ξεγελάει, ξεποδαριάζεσαι χωρίς να το καταλάβεις. H ιστορία του ξεκινάει το 1525, όταν ο Giovanni da Verrazzano κατέπλευσε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Λίγους μήνες αργότερα, η κακοκαιρία εμπόδισε κάποιους Πορτογάλους ναυτικούς να κάνουν το ίδιο. Το 1609, ο Henry Hudson, ένας Άγγλος στις υπηρεσίες των Ολλανδών, κατέπλευσε στον ποταμό που στο μεταξύ έχει το όνομά του, με την ελπίδα να βρει τις Ινδίες στη... γωνία. Οι Ολλανδοί αγόρασαν το Μανχάταν από τους Ινδιάνους για 24 δολάρια και το ονόμασαν Νέο Άμστερνταμ (1626)! Υπεύθυνος της αποικίας διορίστηκε ο Peter Stuyvesant. Στον αγγλο-ολλανδικό πόλεμο που ακολούθησε, η αποικία περιήλθε στους Άγγλους και συγκεκριμένα στην κυριότητα του δούκα της Υόρκης, αδελφού του Άγγλου βασιλιά (1664).
Ξεκινάω από την uptown: ο μεγαλύτερος γοτθικός καθεδρικός ναός του κόσμου St. John The Divine (επισκοπικός) δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά έχει ήδη χωρητικότητα 5.000 ατόμων! Η ανέγερση του ξεκίνησε το 1846 με σχέδια του αρχιτέκτονα John Renwick. Από έξω φέρνει στον νου τον καθεδρικό της Κολωνίας, ενώ το εσωτερικό του της Amiens, και υπολογίζεται ότι θα περάσουν άλλα εκατό χρόνια μέχρι την πλήρη ολοκλήρωσή του. Το Columbia University που ιδρύθηκε το 1754 είναι λίγο πιο πέρα και, όπως συνήθως συμβαίνει γύρω από τα πανεπιστήμια, η περιοχή έχει ενδιαφέροντα βιβλιοπωλεία. Σε ένα από αυτά βρίσκω μια πανέμορφη έκδοση (με χοντρό εξώφυλλο) του «Early Work 1970 – 1979» της Patti Smith, ενώ στο πατάρι του περίφημου Gotham City έχω την ευκαιρία να δω μια έκθεση με σκίτσα της.
Στο Central Park παίζεται δωρεάν ο «Γλάρος» του Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Mike Nichols και ένα καστ που σε κάνει να θέλεις να πληρώσεις και το ακριβότερο εισιτήριο προκειμένου να βρεις θέση: Meryl Streep, Marcia Gay Harden, Christopher Walken... Ο κόσμος στήνεται από τα μεσάνυχτα στην ουρά του θεάτρου μέσα στο πάρκο αλλά και σε ένα άλλο εκδοτήριο στο Greenwich Village. Όσοι νομίζουν ότι θα εξασφαλίσουν εισιτήριο μετά τις τρεις τα ξημερώματα (εγώ ας πούμε) απατώνται! Εκεί που περιμένω ακούω σχόλια: «Είναι σίγουρα δημοκρατικό το ότι κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μέσο για να βρει εισιτήριο (έπειτα πώς να μην μου φαίνεται μακριά η Ελλάδα;), αλλά οι πλούσιοι μπορούν να πληρώσουν κάποιους για να στηθούν στην ουρά...» Α, τελικά δεν υπάρχει ισότητα! Επειδή οι Αμερικανοί δεν ξεκίνησαν χθες να διοργανώνουν παρόμοιες εκδηλώσεις, έχουν προνοήσει και για τους υπερήλικες υπάρχει ξεχωριστή ουρά αναμονής, με όχι τόσο άγριες προδιαγραφές. Εκεί κάποιος «senior citizen» - όρος που δεν είναι διακοσμητικός και πρέπει να δει κανείς με τι απαιτήσεις ανεβαίνουν οι ηλικιωμένοι στα λεωφορεία - έχει πιθανότητες να βρει εισιτήριο ακόμη κι αν πάει γύρω στις επτά το πρωί! Απέναντι ορθώνεται το ξακουστό Dakota, το επιβλητικό κτήριο που χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα και ονομάστηκε έτσι σκωπτικά επειδή εκείνη την εποχή απείχε από το κέντρο της πόλης, όσο περίπου οι πολιτείες Ντακότα! Εκεί γυρίστηκαν σκηνές από το «Μωρό της Ρόζμαρι» του Πολάνσκι, εκεί δολοφονήθηκε και ο John Lennon. Στα διαμερίσματά του έχουν μείνει κατά διαστήματα διασημότητες από τον χώρο της μουσικής και του κινηματογράφου: Boris Karloff, Leonard Bernstein, Judy Garland, Lauren Bacall, Roberta Flack... Σε ένα από αυτά υποτίθεται ότι μένει και ο Tom Cruise στο «Vanilla Sky».
Σε διαφορετικούς χώρους του Ανατολικού Χωριού (East Village) ξεκινάει ένα δεκαπενθήμερο φεστιβάλ θεάτρου, το Fringe. Θα φροντίσω να δω όσο το δυνατόν περισσότερες παραστάσεις - στη διάρκεια θα διαπιστώσω πως είμαι «εξαρτημένος» και πως κανονίζω την ημέρα μου ανάλογα με τα έργα που θέλω να δω - και θα απολαύσω έτσι την περιοχή που μου ήταν άγνωστη, φτάνοντας μέχρι τη Lower East Side, τη «Loisaida» των Πουερτορικανών και του Joe Jackson, και μερικές ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς μια ωριαία απόδοση γεμάτη ευρήματα του διαχρονικού δράματος «Woyzeck» του Georg Büchner από μια επαρχιακή εγγλέζικη θεατρική ομάδα εφήβων. Ο μονόλογος του Mike Daisey «21 Dog Years – Doing Time @ Amazon.com» είναι μία εξαιρετικά έξυπνη σάτιρα με θέμα του συμβιβασμούς για την καθημερινή επιβίωση. Το «Einstein’s Dreams» παίζεται σε ένα καυτό θεατράκι όπου οι λιγοστοί ανεμιστήρες δεν μπορούν να δροσίσουν την ατμόσφαιρα, ενώ η ιστορία του «Ανθρώπου – Ελέφαντα» John Merrick σε μιούζικαλ θα μπορούσε να μην είχε γραφεί ποτέ. Αφελές είναι και το μιούζικαλ «Tarnish» με επιρροές που ξεκινάνε από τον Cole Porter και φθάνουν μέχρι τη Melissa Etheridge μέσω των Who! Το μονόπρακτο «A Touch Of Poe» είναι ένα tour de force του Άγγλου ηθοποιού Kevin Mitchell Martin που παρουσιάζει τη σύντομη, θυελλώδη ζωή και το έργο του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Edgar Allan Poe. Δυο κορίτσια παρουσιάζουν το εικοσάλεπτο γλωσσικό παραλήρημα «Photograph» της Gertrude Stein. Τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες υποδύεται η Esther Silberstein στο έργο της «People Like Us». Στο διαφημιστικό πλακάτ ποζάρει αγκαλιά με μια κιθάρα παραπέμποντας στα εξώφυλλα του Rolling Stone, αφού ο τίτλος είναι γραμμένος με τους χαρακτήρες του περιοδικού. Καθόλου άσχημο το «Preview Of A Murder» που θυμίζει φτηνά αστυνομικά μυθιστορήματα και είναι σκηνοθετημένο έτσι ώστε να θυμίζει περισσότερο ραδιοφωνικό θέατρο. Αντίθετα, η πολυδιαφημισμένη σάτιρα «Chelsea Murder Mystery», δεν ικανοποιεί όσο αναμενόταν. Ίσως η πλέον ολοκληρωμένη παράσταση να είναι το «Leaf In The Mailbox», που ήδη είχε κερδίσει βραβείο στο φεστιβάλ του Μόντρεαλ.
Στα διαλείμματα τρώω knisch (εβραϊκές σπεσιαλιτέ από πατάτα) στο Schimmel ή σάντουιτς με παστράμι στου Katz’s, το αγαπημένο στέκι πολλών προέδρων των Η.Π.Α., όπου έχει γυριστεί η σκηνή του «οργασμού» του «When Harry Met Sally» με τον Billy Crystal και την Meg Ryan.
Εκεί κοντά ανακάλυψα το... εξώφυλλο του «Physical Graffiti» των Led Zeppelin (96-98 St. Marks Place), στις σκάλες του οποίου γυρίστηκε και το video του «Waiting For A Friend» των Rolling Stones. Καθώς τρώω σε ένα εστιατόριο περνάει από δίπλα μου ο Lenny Kaye (ροκ γραφιάς, αλλά και κιθαρίστας του γκρουπ της Patti Smith). Το θρυλικό κλαμπ Fillmore East έχει γίνει τράπεζα Emigrants, ενώ ένα deli έχει πάρει τη θέση του Max’s Kansas City! Στο πρώτο έχει ηχογραφηθεί ένα από τα πλέον θρυλικά ζωντανά ροκ άλμπουμ όλων των εποχών, αυτό των Allman Brothers (1971). Τουλάχιστον παραμένουν ακόμη τα Nuyorican Poets Café και το Knitting Factory. Πίνω καφέ στο Zoo, όπου σύχναζε ο Beck όταν το μαγαζί λεγόταν Kiev - η περιοχή είναι πράγματι γεμάτη Ουκρανούς και ζωντανή όλες τις ώρες. Τατουάζ, piercing, μοναδική πολυχρωμία και ζέστη... Η λέξη που κυριαρχεί στο φαγητό, τόσο στα σούπερ μάρκετ όσο και στα εστιατόρια είναι «organics», τα προϊόντα που παράγονται με οργανικά λιπάσματα και χρησιμοποιώντας την παλιά γεωργική τακτική της εναλλασσόμενης φυτείας. Στα drugstores φαίνεται πως ο Duane Reade έχει μονοπώλιο. Εντύπωση μου προκαλεί και ο αριθμός των καθαριστηρίων και των στούντιο για μανικιούρ – «Nails». Τα βλέπω κυρίως κατά μήκος της 2nd Avenue (2ης Λεωφόρου), μέσα από το λεωφορείο που παίρνω καθημερινά για το Ανατολικό Βίλατζ. Η διαδρομή, μπροστά από τη γέφυρα της 59ης Οδού (Feeling Groovy?), διαρκεί από είκοσι μέχρι πενήντα λεπτά καμιά φορά, ανάλογα με την κίνηση. Μπορεί τα λεωφορεία να μην έρχονται με τη συνέπεια του Βερολίνου - ίσα ίσα που πολλοί ντόπιοι τα αποκαλούν «δειλά» επειδή «φοβούνται» να ταξιδέψουν μόνα τους, και συνήθως έρχονται δύο δύο - αλλά είναι κλιματιζόμενα! Και κλιματισμός στη Νέα Υόρκη σημαίνει ότι χρειάζεσαι μπουφάν. Ο οδηγός τους σηκώνεται αγόγγυστα από τη θέση του και πηγαίνει στην μεσαία πόρτα που χαμηλώνει, κάθε φορά που χρειάζεται να ανεβούν άτομα που κυκλοφορούν με αναπηρικό καροτσάκι. Σε απόσταση είκοσι στάσεων κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί πέντε φορές. Και βέβαια η αντίστροφη κίνηση γίνεται όταν κάποιο από αυτά τα άτομα με ειδικές ανάγκες θέλει να κατεβεί. Κανένας δεν διαμαρτύρεται. Βλέπετε, οι άνθρωποι έχουν άλλους τομείς της ζωής τους να επιδείξουν ζήλο. Δεν βιάζονται να φτάσουν γρήγορα κάπου κι ύστερα να μην ξέρουν πώς να σκοτώσουν την ώρα τους... Είναι εντυπωσιακό επίσης πόσοι κυκλοφορούν φορώντας ακουστικά (αυτά που περιβάλλουν τον αυχένα). Στην Αμερική, όπως και στην Αγγλία άλλωστε, η μουσική παίζει σπουδαίο ρόλο και είναι αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινής ζωής.
Στη Νέα Υόρκη, ένας δρόμος χωρίζει την Ιταλία από την Κίνα. Βόρεια και Νότια της Canal Street βρίσκεσαι αντιμέτωπος με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κουλτούρες. Πέρα από τις σε βάθος διαφορές, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι οι Ιταλοί ζούνε έξω, με τα γνωστά από τη Μεσόγειο τραπεζάκια, ενώ οι Κινέζοι μέσα. Αν είσαι φίλος της κινέζικης κουζίνας, βρίσκεις ένα καλό εστιατόριο με τα - σχετικά σπάνια στην ηπειρωτική Ευρώπη - dim sum! Ωστόσο, πόσο πρέπει να απέχει η εποχή που οι Richard Rodgers και Lorenz Hart υμνούσαν τις χάρες αυτής της συνοικίας του Manhattan «... and tell me what street compares with Mott Street in July...».
Η Exit Gallery παρουσιάζει εκατοντάδες εξώφυλλα δίσκων με τίτλο «The LP Show». H γκαλερί Werner, κοντά στο Central Park, - που προφανώς ειδικεύεται στον εξπρεσιονισμό, αφού ανάμεσα στους καλλιτέχνες που εκπροσωπεί αναγνωρίζω όλα τα ονόματα των Γερμανών πάλαι ποτέ «Νέων Άγριων» - εκθέτει έργα του Captain Beefheart, ασφαλώς με το όνομα Don Van Vliet.
Ήξερα το Chelsea με το ομώνυμο, διασημότερο ξενοδοχείο του ροκ, δίπλα στην είσοδο του οποίου στεγάζεται ένα μεταποιητικό ραφείο με το όνομα «Balabanis». Από το 1905 που άνοιξε μέχρι σήμερα, χιλιάδες αντικομφορμιστές έχουν κοιμηθεί στα κρεβάτια του - από τον Dylan Thomas μέχρι τον Bob Dylan, την Janis Joplin και τον Leonard Cohen («Chelsea Hotel #2»). Δεν υπάρχει πλέον το δωμάτιο 100, εκεί που ο Sid (Vicious) κατηγορήθηκε ότι σκότωσε τη Nancy (Spungen) στις 12 Οκτωβρίου 1978. Η πιο ωμή περιγραφή των χώρων του γίνεται στο «Chelsea Girls» (Nico), ενώ το «Chelsea Morning» της Joni Mitchell λέγεται ότι ενέπνευσε το ζεύγος Clinton για το όνομα της κόρης τους.
Στο Greenwich Village βρίσκεται το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο για μεταχειρισμένα αλλά και καινούργια βιβλία. Το Strand φημίζεται ότι έχει στα ράφια του πάνω από δύο εκατομμύρια βιβλία. Εκεί δούλεψε κατά καιρούς η διανόηση του νεοϋορκέζικου πανκ (Tom Verlaine, Richard Hell, Patti Smith). Αργότερα, όταν άρχισαν να δίνουν παραστάσεις έπαιξαν λίγο παρακάτω, στο περίφημο CBGB’s. Περνώντας από την Washington Square είναι αδύνατον να αντισταθώ να σφυρίξω τον σκοπό των Village Stompers.
Η περιοχή TriBeCa (= Triangle Below Canal, δηλαδή το τρίγωνο που σχηματίζεται πέρα από την Canal Street), όπως και το SoHo (= South of Houston, Νότια του Χάουστον και όχι Χιούστον) είναι εδώ και μια δεκαετία περίπου διάσημη για τις πολλές γκαλερί και το εστιατόριο του Robert De Niro. Ολόκληρα οικοδομικά συγκροτήματα έχουν ανακαινιστεί ή ανεγερθεί και η γειτονιά - αντίθετα με τις αντίστοιχες «in» της Ελλάδας που γίνονται γκέτο «διασκέδασης» - είναι βιώσιμη. Στους τοίχους κυριαρχούν χρώματα που ονόμασα αυθαίρετα «ρετρό» (λαδί, καφέ, κίτρινο, πράσινο) επειδή μου θύμισαν τα παλιά ελληνικά μπακάλικα.
Είχα ακούσει για το συμμάζεμα - το «lifting» όπως το αποκαλούν πολλοί - της 42nd Street. Εκεί όπου ο «κακόφημος» δρόμος ήταν γεμάτος από πορνομάγαζα, ναρκωτικά και τον ανάλογο κόσμο που ενδιαφέρεται για αυτά τα πράγματα, ο δήμαρχος Τζουλίανι τη μετέτρεψε μέσα σε λίγα χρόνια σε «βωμό του Ντίσνεϊ», με θέατρα που αναβιώνουν πετυχημένα μιούζικαλ. Δεν μπορώ να αντισταθώ να δω για άλλη μια φορά το Chrysler Building (έργο του αρχιτέκτονα William van Alen, 1930), αγαπημένο ουρανοξύστη των περισσότερων Νεοϋρκέζων και δικό μου. Η Art Deco σε όλο της το μεγαλείο. Το κτήριο δεν έχει ταράτσα με παρατηρητήριο - όπως το Empire State Building (των Shreve, Lamb και Harmon, 1931) οκτώ δρόμους πιο κάτω - αλλά το ισόγειό του σε αποζημιώνει με τα καλογυαλισμένο σκούρο αφρικανικό μάρμαρο. Και βέβαια η κορυφή του με το ανοξείδωτο ατσάλι και τα διαμάντια.
Το μουσείο Whitney - μέλη των Pavement δούλευαν εδώ - είναι δυο βήματα από το σπίτι «μου» και εκτός από τα μόνιμα εκθέματα του 20ου αιώνα, αυτό το διάστημα στεγάζει δυο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες εκθέσεις. Πηγαίνω κυρίως για εκείνη που έχει θέμα τα έργα του Mies van der Rohe στην Αμερική, και στη δεύτερη ανακαλύπτω έναν ζωγράφο: Wayne Thibaud είναι το όνομά, έχει πατήσει τα 80 και ζει στην πρωτεύουσα της Καλιφόρνιας, το Σακραμέντο. Οι γιγαντιαίοι πίνακές του έχουν θέματα της καθημερινής ζωής, κατά κανόνα αντικείμενα που συνήθως βρίσκονται πίσω από γυαλί - πιάτα σε εστιατόριο self service, παιχνίδια, ζαχαρωτά, φλιπεράκια, θέματα από λούνα παρκ... - αλλά και τοπία της Καλιφόρνιας, με ιδιαίτερη έμφαση στη... δραματοποιημένη πολεοδομία του Σαν Φρανσίσκο, όπου οι δρόμοι καταλαμβάνουν κάθετα το κεντρικό σημείο των ταμπλό. Στην είσοδο του μουσείου πουλάνε αφρικανικά γλυπτά σε διπλάσια τιμή από ό,τι στο Βερολίνο.
Στην επιστροφή περνάω από το ξενοδοχείο Carlyle που είναι στο διπλανό τετράγωνο και στο καφέ του οποίου ο Bobby Short εξακολουθεί να τραγουδάει και να παίζει πιάνο. Πρόσφατα ξαναδιάβασα το «Music For Chameleons» του Truman Capote και σε ένα διήγημα περιγράφει έναν περίπατο του εδώ κοντά. Ακολουθώ παρόμοια διαδρομή για το σπίτι.
Φεύγοντας από το Βερολίνο είχα αποφασίσει πως διψούσα για καινούργια πράγματα. Παρά την παγκοσμιοποίηση, πόλεις όπως η Νέα Υόρκη προσφέρουν ερεθίσματα που είναι δύσκολο να βρεθούν αλλού. Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα το μάτι μου πέφτει σε μια διάλεξη με θέμα την Kabbalah. Ο χώρος δεν απέχει πολύ από τη γειτονιά μου και ξεκινάω να ακούσω τι είναι αυτό που γοήτευσε τόσο τη Madonna. «Η Καμπάλα είναι η διδασκαλία του εβραϊκού μυστικισμού, υπεράνω θρησκείας» εξηγεί ο πολύ χαρισματικός ομιλητής, «και ασχολείται με το πνευματικό μέρος (93%) της ανθρώπινης ύπαρξης με σκοπό να συνδέσει τον άνθρωπο με το σύμπαν. Αποσκοπεί στην καθημερινή βελτίωση του ανθρώπου με απώτερο σκοπό την αποδοχή (αυτό σημαίνει η λέξη) των αγαθών του δημιουργού...» Μπαίνω σιγά – σιγά στο νόημα. Ο δημιουργός παρέχει απλόχερα τα πάντα, το πρόβλημα να τα δεχτούμε είναι ο εαυτός μας, οι αισθήσεις μας, που συχνά μας δεσμεύουν στο εφήμερο...
Τώρα που ακόμη και ο Bill Clinton αγόρασε διαμέρισμα στο Χάρλεμ, η περιοχή ανήκει στα αξιοθέατα. Η μέρα είναι βροχερή και βρίσκω καταφύγιο σε αδιάφορα παλαιοπωλεία και στο δισκοπωλείο HMV καθώς αναζητώ το θρυλικό Apollo Theatre, τη διασημότερη αίθουσα συναυλιών μαύρων ή Αφροαμερικανών όπως είναι ο πολιτικά ορθός όρος σήμερα. Η βροχή σταματάει και συνεχίζω μέχρι τη γωνία 125 και Lexington, στα ίχνη του Lou Reed... Αυτό που έψαχνε εκείνος μάλλον δεν υπάρχει εκεί τώρα. Εγώ απλά περιμένω το λεωφορείο!
Κάτω στο Battery Park, η μέρα είναι θαυμάσια. Από μακριά φαίνεται το άγαλμα της ελευθερίας, το φεριμπότ που κάνει τη διαδρομή Μανχάταν - Staten Island, και τριγύρω πύθωνες που μπορείς να τους δανειστείς για λίγο προκειμένου να φωτογραφηθείς φορώντας τους ως περιδέραιο... Το μνημείο των θυμάτων του πολέμου της Κορέας αναφέρει γύρω στους εκατό Έλληνες νεκρούς και διπλάσιους τραυματίες.
Κοντά στη Wall Street ανακαλύπτω την ελληνική εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Είναι ένας μικρός ναός, που μοιάζει ημιτελής, σαν αυτούς που βλέπει κανείς κατά κόρον στην ελληνική ύπαιθρο. Η ελληνική σημαία κυματίζει και γύρω του υπάρχει ένα ιδιωτικό πάρκινγκ, κατά πολύ μεγαλύτερο των διαστάσεων του ναού. Εντυπωσιάζομαι από το σουρεαλιστικό τοπίο, που προσπαθώ να χωρέσω σε μια φωτογραφία την εκκλησία, το πάρκινγκ και τους δίδυμους πύργους του World Trade Center. Το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό και ασφαλώς, αν ήξερα τι θα συνέβαινε ακριβώς τρεις βδομάδες αργότερα (11 Σεπτεμβρίου), θα ήμουν πιο προσεκτικός.
2001/2006
H Austrian Airlines με ενθουσιάζει. Άνετες θέσεις, μόνιτορ με παιχνίδια στην πλάτη της κάθε μιας, τηλέφωνο... Η πτήση από τη Βιέννη διαρκεί 9½ ώρες περίπου αλλά είναι η πιο άνετη που έχω κάνει ποτέ προς την Αμερική, δεν με ενοχλεί ούτε η ανήσυχη μικρή Ινδή παραδίπλα μου. Στο μέλλον τα παιδιά θα επιτρέπεται να ταξιδεύουν μόνο απομονωμένα! Δυο ώρες πριν την προσγείωση, η Ευρώπη φαντάζει πολύ μακριά. Ο έλεγχος στο JFK δεν παρουσιάζει προβλήματα. Χαίρομαι που αντικρίζω το Shea Stadium και ξεκινάω τους πρώτους μουσικούς συνειρμούς καθώς το συνδέω με τους Beatles...
Δεν ήταν μόνο το διαμέρισμα στο Μανχάταν - αρνήθηκα το αυτοκίνητο γιατί δεν είχα καμία όρεξη να ψάχνω απελπισμένα, ούτε να πληρώνω τα αστρονομικά ποσά για πάρκινγκ - αλλά και τα κλειδιά για το άλλο διαμέρισμα, στο Fire Island! Πήγα ένα Σαββατοκύριακο, αλλά δεν βοήθησε ο καιρός να το ευχαριστηθώ.. Ωστόσο χάρηκα τη διαδρομή. Ξεκίνησα από τον σταθμό Pennsylvania, δίπλα στο Madison Square Garden. Το τρένο χρειάστηκε μιάμιση ώρα μέχρι τον σταθμό Babylon στο Long Island και από εκεί στο Sayville, από όπου, με μικρά λεωφορεία γίνεται η μεταφορά στο ferryboat που κάνει την εικοσάλεπτη διαδρομή ως το Fire Island. Εκεί δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα. Η θέα από το μπαλκόνι κατά το ηλιοβασίλεμα είναι μαγευτική, αλλά κάνει ψύχρα. Τα boardwalks - ξύλινα πεζοδρόμια που διευκολύνουν το βάδισμα πάνω από την άμμο - κυριαρχούν σε όλο το μήκος της παραλίας αλλά και στο στενό πλάτος της. Ούτε καν που σκέφτηκα να βουτήξω στον παγωμένο Ατλαντικό. Άλλωστε, το επιτρεπτό μήκος για το μαγιό είναι λίγο πάνω από το γόνατο!
Στην πρώτη κιόλας βόλτα με την Joan, που φεύγει την επομένη για την Ιταλία, βρίσκομαι στο βιβλιοπωλείο Coliseum, στο Broadway. Δεν απέχει πολύ από το μαγαζί της Harley Davidson και το Hard Rock Café, από όπου θέλει να αγοράσει Τ-Shirts για τα παιδιά της σπιτονοικοκυράς της... Στέκομαι τυχερός. Βιβλία σε καταπληκτικές προσφορές, ακόμη και με το δολάριο στα ύψη! Επιστρέφω στο σπίτι φορτωμένος με τρεις σακούλες... Ανάμεσα στα αποκτήματά μου - πότε θα βρω χρόνο να τα διαβάσω ΚΑΙ να δω αυτά που θέλω στην πόλη; - είναι και ο οδηγός «Rock & Roll Traveler USA» του οίκου Fodor’s. Χαίρομαι όταν διαπιστώνω ότι είναι η πρώτη έκδοση και είναι του 1996. Είχα ξεκινήσει να γράφω κάτι ανάλογο από το 1992! Τώρα, μου δίνει την καταπληκτική ιδέα να γυρίσω στα ροκ αξιοθέατα της πόλης που είναι πάμπολλα!
Η Νέα Υόρκη με ενθουσιάζει. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι δεν χορταίνω να κυκλοφορώ στους δρόμους της. Κι εκεί που το Μανχάταν κάποιες στιγμές φαίνεται μικρό και σε ξεγελάει, ξεποδαριάζεσαι χωρίς να το καταλάβεις. H ιστορία του ξεκινάει το 1525, όταν ο Giovanni da Verrazzano κατέπλευσε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Λίγους μήνες αργότερα, η κακοκαιρία εμπόδισε κάποιους Πορτογάλους ναυτικούς να κάνουν το ίδιο. Το 1609, ο Henry Hudson, ένας Άγγλος στις υπηρεσίες των Ολλανδών, κατέπλευσε στον ποταμό που στο μεταξύ έχει το όνομά του, με την ελπίδα να βρει τις Ινδίες στη... γωνία. Οι Ολλανδοί αγόρασαν το Μανχάταν από τους Ινδιάνους για 24 δολάρια και το ονόμασαν Νέο Άμστερνταμ (1626)! Υπεύθυνος της αποικίας διορίστηκε ο Peter Stuyvesant. Στον αγγλο-ολλανδικό πόλεμο που ακολούθησε, η αποικία περιήλθε στους Άγγλους και συγκεκριμένα στην κυριότητα του δούκα της Υόρκης, αδελφού του Άγγλου βασιλιά (1664).
Ξεκινάω από την uptown: ο μεγαλύτερος γοτθικός καθεδρικός ναός του κόσμου St. John The Divine (επισκοπικός) δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, αλλά έχει ήδη χωρητικότητα 5.000 ατόμων! Η ανέγερση του ξεκίνησε το 1846 με σχέδια του αρχιτέκτονα John Renwick. Από έξω φέρνει στον νου τον καθεδρικό της Κολωνίας, ενώ το εσωτερικό του της Amiens, και υπολογίζεται ότι θα περάσουν άλλα εκατό χρόνια μέχρι την πλήρη ολοκλήρωσή του. Το Columbia University που ιδρύθηκε το 1754 είναι λίγο πιο πέρα και, όπως συνήθως συμβαίνει γύρω από τα πανεπιστήμια, η περιοχή έχει ενδιαφέροντα βιβλιοπωλεία. Σε ένα από αυτά βρίσκω μια πανέμορφη έκδοση (με χοντρό εξώφυλλο) του «Early Work 1970 – 1979» της Patti Smith, ενώ στο πατάρι του περίφημου Gotham City έχω την ευκαιρία να δω μια έκθεση με σκίτσα της.
Στο Central Park παίζεται δωρεάν ο «Γλάρος» του Τσέχοφ σε σκηνοθεσία Mike Nichols και ένα καστ που σε κάνει να θέλεις να πληρώσεις και το ακριβότερο εισιτήριο προκειμένου να βρεις θέση: Meryl Streep, Marcia Gay Harden, Christopher Walken... Ο κόσμος στήνεται από τα μεσάνυχτα στην ουρά του θεάτρου μέσα στο πάρκο αλλά και σε ένα άλλο εκδοτήριο στο Greenwich Village. Όσοι νομίζουν ότι θα εξασφαλίσουν εισιτήριο μετά τις τρεις τα ξημερώματα (εγώ ας πούμε) απατώνται! Εκεί που περιμένω ακούω σχόλια: «Είναι σίγουρα δημοκρατικό το ότι κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μέσο για να βρει εισιτήριο (έπειτα πώς να μην μου φαίνεται μακριά η Ελλάδα;), αλλά οι πλούσιοι μπορούν να πληρώσουν κάποιους για να στηθούν στην ουρά...» Α, τελικά δεν υπάρχει ισότητα! Επειδή οι Αμερικανοί δεν ξεκίνησαν χθες να διοργανώνουν παρόμοιες εκδηλώσεις, έχουν προνοήσει και για τους υπερήλικες υπάρχει ξεχωριστή ουρά αναμονής, με όχι τόσο άγριες προδιαγραφές. Εκεί κάποιος «senior citizen» - όρος που δεν είναι διακοσμητικός και πρέπει να δει κανείς με τι απαιτήσεις ανεβαίνουν οι ηλικιωμένοι στα λεωφορεία - έχει πιθανότητες να βρει εισιτήριο ακόμη κι αν πάει γύρω στις επτά το πρωί! Απέναντι ορθώνεται το ξακουστό Dakota, το επιβλητικό κτήριο που χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα και ονομάστηκε έτσι σκωπτικά επειδή εκείνη την εποχή απείχε από το κέντρο της πόλης, όσο περίπου οι πολιτείες Ντακότα! Εκεί γυρίστηκαν σκηνές από το «Μωρό της Ρόζμαρι» του Πολάνσκι, εκεί δολοφονήθηκε και ο John Lennon. Στα διαμερίσματά του έχουν μείνει κατά διαστήματα διασημότητες από τον χώρο της μουσικής και του κινηματογράφου: Boris Karloff, Leonard Bernstein, Judy Garland, Lauren Bacall, Roberta Flack... Σε ένα από αυτά υποτίθεται ότι μένει και ο Tom Cruise στο «Vanilla Sky».
Σε διαφορετικούς χώρους του Ανατολικού Χωριού (East Village) ξεκινάει ένα δεκαπενθήμερο φεστιβάλ θεάτρου, το Fringe. Θα φροντίσω να δω όσο το δυνατόν περισσότερες παραστάσεις - στη διάρκεια θα διαπιστώσω πως είμαι «εξαρτημένος» και πως κανονίζω την ημέρα μου ανάλογα με τα έργα που θέλω να δω - και θα απολαύσω έτσι την περιοχή που μου ήταν άγνωστη, φτάνοντας μέχρι τη Lower East Side, τη «Loisaida» των Πουερτορικανών και του Joe Jackson, και μερικές ενδιαφέρουσες παραστάσεις. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς μια ωριαία απόδοση γεμάτη ευρήματα του διαχρονικού δράματος «Woyzeck» του Georg Büchner από μια επαρχιακή εγγλέζικη θεατρική ομάδα εφήβων. Ο μονόλογος του Mike Daisey «21 Dog Years – Doing Time @ Amazon.com» είναι μία εξαιρετικά έξυπνη σάτιρα με θέμα του συμβιβασμούς για την καθημερινή επιβίωση. Το «Einstein’s Dreams» παίζεται σε ένα καυτό θεατράκι όπου οι λιγοστοί ανεμιστήρες δεν μπορούν να δροσίσουν την ατμόσφαιρα, ενώ η ιστορία του «Ανθρώπου – Ελέφαντα» John Merrick σε μιούζικαλ θα μπορούσε να μην είχε γραφεί ποτέ. Αφελές είναι και το μιούζικαλ «Tarnish» με επιρροές που ξεκινάνε από τον Cole Porter και φθάνουν μέχρι τη Melissa Etheridge μέσω των Who! Το μονόπρακτο «A Touch Of Poe» είναι ένα tour de force του Άγγλου ηθοποιού Kevin Mitchell Martin που παρουσιάζει τη σύντομη, θυελλώδη ζωή και το έργο του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα Edgar Allan Poe. Δυο κορίτσια παρουσιάζουν το εικοσάλεπτο γλωσσικό παραλήρημα «Photograph» της Gertrude Stein. Τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες υποδύεται η Esther Silberstein στο έργο της «People Like Us». Στο διαφημιστικό πλακάτ ποζάρει αγκαλιά με μια κιθάρα παραπέμποντας στα εξώφυλλα του Rolling Stone, αφού ο τίτλος είναι γραμμένος με τους χαρακτήρες του περιοδικού. Καθόλου άσχημο το «Preview Of A Murder» που θυμίζει φτηνά αστυνομικά μυθιστορήματα και είναι σκηνοθετημένο έτσι ώστε να θυμίζει περισσότερο ραδιοφωνικό θέατρο. Αντίθετα, η πολυδιαφημισμένη σάτιρα «Chelsea Murder Mystery», δεν ικανοποιεί όσο αναμενόταν. Ίσως η πλέον ολοκληρωμένη παράσταση να είναι το «Leaf In The Mailbox», που ήδη είχε κερδίσει βραβείο στο φεστιβάλ του Μόντρεαλ.
Στα διαλείμματα τρώω knisch (εβραϊκές σπεσιαλιτέ από πατάτα) στο Schimmel ή σάντουιτς με παστράμι στου Katz’s, το αγαπημένο στέκι πολλών προέδρων των Η.Π.Α., όπου έχει γυριστεί η σκηνή του «οργασμού» του «When Harry Met Sally» με τον Billy Crystal και την Meg Ryan.
Εκεί κοντά ανακάλυψα το... εξώφυλλο του «Physical Graffiti» των Led Zeppelin (96-98 St. Marks Place), στις σκάλες του οποίου γυρίστηκε και το video του «Waiting For A Friend» των Rolling Stones. Καθώς τρώω σε ένα εστιατόριο περνάει από δίπλα μου ο Lenny Kaye (ροκ γραφιάς, αλλά και κιθαρίστας του γκρουπ της Patti Smith). Το θρυλικό κλαμπ Fillmore East έχει γίνει τράπεζα Emigrants, ενώ ένα deli έχει πάρει τη θέση του Max’s Kansas City! Στο πρώτο έχει ηχογραφηθεί ένα από τα πλέον θρυλικά ζωντανά ροκ άλμπουμ όλων των εποχών, αυτό των Allman Brothers (1971). Τουλάχιστον παραμένουν ακόμη τα Nuyorican Poets Café και το Knitting Factory. Πίνω καφέ στο Zoo, όπου σύχναζε ο Beck όταν το μαγαζί λεγόταν Kiev - η περιοχή είναι πράγματι γεμάτη Ουκρανούς και ζωντανή όλες τις ώρες. Τατουάζ, piercing, μοναδική πολυχρωμία και ζέστη... Η λέξη που κυριαρχεί στο φαγητό, τόσο στα σούπερ μάρκετ όσο και στα εστιατόρια είναι «organics», τα προϊόντα που παράγονται με οργανικά λιπάσματα και χρησιμοποιώντας την παλιά γεωργική τακτική της εναλλασσόμενης φυτείας. Στα drugstores φαίνεται πως ο Duane Reade έχει μονοπώλιο. Εντύπωση μου προκαλεί και ο αριθμός των καθαριστηρίων και των στούντιο για μανικιούρ – «Nails». Τα βλέπω κυρίως κατά μήκος της 2nd Avenue (2ης Λεωφόρου), μέσα από το λεωφορείο που παίρνω καθημερινά για το Ανατολικό Βίλατζ. Η διαδρομή, μπροστά από τη γέφυρα της 59ης Οδού (Feeling Groovy?), διαρκεί από είκοσι μέχρι πενήντα λεπτά καμιά φορά, ανάλογα με την κίνηση. Μπορεί τα λεωφορεία να μην έρχονται με τη συνέπεια του Βερολίνου - ίσα ίσα που πολλοί ντόπιοι τα αποκαλούν «δειλά» επειδή «φοβούνται» να ταξιδέψουν μόνα τους, και συνήθως έρχονται δύο δύο - αλλά είναι κλιματιζόμενα! Και κλιματισμός στη Νέα Υόρκη σημαίνει ότι χρειάζεσαι μπουφάν. Ο οδηγός τους σηκώνεται αγόγγυστα από τη θέση του και πηγαίνει στην μεσαία πόρτα που χαμηλώνει, κάθε φορά που χρειάζεται να ανεβούν άτομα που κυκλοφορούν με αναπηρικό καροτσάκι. Σε απόσταση είκοσι στάσεων κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί πέντε φορές. Και βέβαια η αντίστροφη κίνηση γίνεται όταν κάποιο από αυτά τα άτομα με ειδικές ανάγκες θέλει να κατεβεί. Κανένας δεν διαμαρτύρεται. Βλέπετε, οι άνθρωποι έχουν άλλους τομείς της ζωής τους να επιδείξουν ζήλο. Δεν βιάζονται να φτάσουν γρήγορα κάπου κι ύστερα να μην ξέρουν πώς να σκοτώσουν την ώρα τους... Είναι εντυπωσιακό επίσης πόσοι κυκλοφορούν φορώντας ακουστικά (αυτά που περιβάλλουν τον αυχένα). Στην Αμερική, όπως και στην Αγγλία άλλωστε, η μουσική παίζει σπουδαίο ρόλο και είναι αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινής ζωής.
Στη Νέα Υόρκη, ένας δρόμος χωρίζει την Ιταλία από την Κίνα. Βόρεια και Νότια της Canal Street βρίσκεσαι αντιμέτωπος με δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κουλτούρες. Πέρα από τις σε βάθος διαφορές, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι οι Ιταλοί ζούνε έξω, με τα γνωστά από τη Μεσόγειο τραπεζάκια, ενώ οι Κινέζοι μέσα. Αν είσαι φίλος της κινέζικης κουζίνας, βρίσκεις ένα καλό εστιατόριο με τα - σχετικά σπάνια στην ηπειρωτική Ευρώπη - dim sum! Ωστόσο, πόσο πρέπει να απέχει η εποχή που οι Richard Rodgers και Lorenz Hart υμνούσαν τις χάρες αυτής της συνοικίας του Manhattan «... and tell me what street compares with Mott Street in July...».
Η Exit Gallery παρουσιάζει εκατοντάδες εξώφυλλα δίσκων με τίτλο «The LP Show». H γκαλερί Werner, κοντά στο Central Park, - που προφανώς ειδικεύεται στον εξπρεσιονισμό, αφού ανάμεσα στους καλλιτέχνες που εκπροσωπεί αναγνωρίζω όλα τα ονόματα των Γερμανών πάλαι ποτέ «Νέων Άγριων» - εκθέτει έργα του Captain Beefheart, ασφαλώς με το όνομα Don Van Vliet.
Ήξερα το Chelsea με το ομώνυμο, διασημότερο ξενοδοχείο του ροκ, δίπλα στην είσοδο του οποίου στεγάζεται ένα μεταποιητικό ραφείο με το όνομα «Balabanis». Από το 1905 που άνοιξε μέχρι σήμερα, χιλιάδες αντικομφορμιστές έχουν κοιμηθεί στα κρεβάτια του - από τον Dylan Thomas μέχρι τον Bob Dylan, την Janis Joplin και τον Leonard Cohen («Chelsea Hotel #2»). Δεν υπάρχει πλέον το δωμάτιο 100, εκεί που ο Sid (Vicious) κατηγορήθηκε ότι σκότωσε τη Nancy (Spungen) στις 12 Οκτωβρίου 1978. Η πιο ωμή περιγραφή των χώρων του γίνεται στο «Chelsea Girls» (Nico), ενώ το «Chelsea Morning» της Joni Mitchell λέγεται ότι ενέπνευσε το ζεύγος Clinton για το όνομα της κόρης τους.
Στο Greenwich Village βρίσκεται το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο για μεταχειρισμένα αλλά και καινούργια βιβλία. Το Strand φημίζεται ότι έχει στα ράφια του πάνω από δύο εκατομμύρια βιβλία. Εκεί δούλεψε κατά καιρούς η διανόηση του νεοϋορκέζικου πανκ (Tom Verlaine, Richard Hell, Patti Smith). Αργότερα, όταν άρχισαν να δίνουν παραστάσεις έπαιξαν λίγο παρακάτω, στο περίφημο CBGB’s. Περνώντας από την Washington Square είναι αδύνατον να αντισταθώ να σφυρίξω τον σκοπό των Village Stompers.
Η περιοχή TriBeCa (= Triangle Below Canal, δηλαδή το τρίγωνο που σχηματίζεται πέρα από την Canal Street), όπως και το SoHo (= South of Houston, Νότια του Χάουστον και όχι Χιούστον) είναι εδώ και μια δεκαετία περίπου διάσημη για τις πολλές γκαλερί και το εστιατόριο του Robert De Niro. Ολόκληρα οικοδομικά συγκροτήματα έχουν ανακαινιστεί ή ανεγερθεί και η γειτονιά - αντίθετα με τις αντίστοιχες «in» της Ελλάδας που γίνονται γκέτο «διασκέδασης» - είναι βιώσιμη. Στους τοίχους κυριαρχούν χρώματα που ονόμασα αυθαίρετα «ρετρό» (λαδί, καφέ, κίτρινο, πράσινο) επειδή μου θύμισαν τα παλιά ελληνικά μπακάλικα.
Είχα ακούσει για το συμμάζεμα - το «lifting» όπως το αποκαλούν πολλοί - της 42nd Street. Εκεί όπου ο «κακόφημος» δρόμος ήταν γεμάτος από πορνομάγαζα, ναρκωτικά και τον ανάλογο κόσμο που ενδιαφέρεται για αυτά τα πράγματα, ο δήμαρχος Τζουλίανι τη μετέτρεψε μέσα σε λίγα χρόνια σε «βωμό του Ντίσνεϊ», με θέατρα που αναβιώνουν πετυχημένα μιούζικαλ. Δεν μπορώ να αντισταθώ να δω για άλλη μια φορά το Chrysler Building (έργο του αρχιτέκτονα William van Alen, 1930), αγαπημένο ουρανοξύστη των περισσότερων Νεοϋρκέζων και δικό μου. Η Art Deco σε όλο της το μεγαλείο. Το κτήριο δεν έχει ταράτσα με παρατηρητήριο - όπως το Empire State Building (των Shreve, Lamb και Harmon, 1931) οκτώ δρόμους πιο κάτω - αλλά το ισόγειό του σε αποζημιώνει με τα καλογυαλισμένο σκούρο αφρικανικό μάρμαρο. Και βέβαια η κορυφή του με το ανοξείδωτο ατσάλι και τα διαμάντια.
Το μουσείο Whitney - μέλη των Pavement δούλευαν εδώ - είναι δυο βήματα από το σπίτι «μου» και εκτός από τα μόνιμα εκθέματα του 20ου αιώνα, αυτό το διάστημα στεγάζει δυο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες εκθέσεις. Πηγαίνω κυρίως για εκείνη που έχει θέμα τα έργα του Mies van der Rohe στην Αμερική, και στη δεύτερη ανακαλύπτω έναν ζωγράφο: Wayne Thibaud είναι το όνομά, έχει πατήσει τα 80 και ζει στην πρωτεύουσα της Καλιφόρνιας, το Σακραμέντο. Οι γιγαντιαίοι πίνακές του έχουν θέματα της καθημερινής ζωής, κατά κανόνα αντικείμενα που συνήθως βρίσκονται πίσω από γυαλί - πιάτα σε εστιατόριο self service, παιχνίδια, ζαχαρωτά, φλιπεράκια, θέματα από λούνα παρκ... - αλλά και τοπία της Καλιφόρνιας, με ιδιαίτερη έμφαση στη... δραματοποιημένη πολεοδομία του Σαν Φρανσίσκο, όπου οι δρόμοι καταλαμβάνουν κάθετα το κεντρικό σημείο των ταμπλό. Στην είσοδο του μουσείου πουλάνε αφρικανικά γλυπτά σε διπλάσια τιμή από ό,τι στο Βερολίνο.
Στην επιστροφή περνάω από το ξενοδοχείο Carlyle που είναι στο διπλανό τετράγωνο και στο καφέ του οποίου ο Bobby Short εξακολουθεί να τραγουδάει και να παίζει πιάνο. Πρόσφατα ξαναδιάβασα το «Music For Chameleons» του Truman Capote και σε ένα διήγημα περιγράφει έναν περίπατο του εδώ κοντά. Ακολουθώ παρόμοια διαδρομή για το σπίτι.
Φεύγοντας από το Βερολίνο είχα αποφασίσει πως διψούσα για καινούργια πράγματα. Παρά την παγκοσμιοποίηση, πόλεις όπως η Νέα Υόρκη προσφέρουν ερεθίσματα που είναι δύσκολο να βρεθούν αλλού. Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα το μάτι μου πέφτει σε μια διάλεξη με θέμα την Kabbalah. Ο χώρος δεν απέχει πολύ από τη γειτονιά μου και ξεκινάω να ακούσω τι είναι αυτό που γοήτευσε τόσο τη Madonna. «Η Καμπάλα είναι η διδασκαλία του εβραϊκού μυστικισμού, υπεράνω θρησκείας» εξηγεί ο πολύ χαρισματικός ομιλητής, «και ασχολείται με το πνευματικό μέρος (93%) της ανθρώπινης ύπαρξης με σκοπό να συνδέσει τον άνθρωπο με το σύμπαν. Αποσκοπεί στην καθημερινή βελτίωση του ανθρώπου με απώτερο σκοπό την αποδοχή (αυτό σημαίνει η λέξη) των αγαθών του δημιουργού...» Μπαίνω σιγά – σιγά στο νόημα. Ο δημιουργός παρέχει απλόχερα τα πάντα, το πρόβλημα να τα δεχτούμε είναι ο εαυτός μας, οι αισθήσεις μας, που συχνά μας δεσμεύουν στο εφήμερο...
Τώρα που ακόμη και ο Bill Clinton αγόρασε διαμέρισμα στο Χάρλεμ, η περιοχή ανήκει στα αξιοθέατα. Η μέρα είναι βροχερή και βρίσκω καταφύγιο σε αδιάφορα παλαιοπωλεία και στο δισκοπωλείο HMV καθώς αναζητώ το θρυλικό Apollo Theatre, τη διασημότερη αίθουσα συναυλιών μαύρων ή Αφροαμερικανών όπως είναι ο πολιτικά ορθός όρος σήμερα. Η βροχή σταματάει και συνεχίζω μέχρι τη γωνία 125 και Lexington, στα ίχνη του Lou Reed... Αυτό που έψαχνε εκείνος μάλλον δεν υπάρχει εκεί τώρα. Εγώ απλά περιμένω το λεωφορείο!
Κάτω στο Battery Park, η μέρα είναι θαυμάσια. Από μακριά φαίνεται το άγαλμα της ελευθερίας, το φεριμπότ που κάνει τη διαδρομή Μανχάταν - Staten Island, και τριγύρω πύθωνες που μπορείς να τους δανειστείς για λίγο προκειμένου να φωτογραφηθείς φορώντας τους ως περιδέραιο... Το μνημείο των θυμάτων του πολέμου της Κορέας αναφέρει γύρω στους εκατό Έλληνες νεκρούς και διπλάσιους τραυματίες.
Κοντά στη Wall Street ανακαλύπτω την ελληνική εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Είναι ένας μικρός ναός, που μοιάζει ημιτελής, σαν αυτούς που βλέπει κανείς κατά κόρον στην ελληνική ύπαιθρο. Η ελληνική σημαία κυματίζει και γύρω του υπάρχει ένα ιδιωτικό πάρκινγκ, κατά πολύ μεγαλύτερο των διαστάσεων του ναού. Εντυπωσιάζομαι από το σουρεαλιστικό τοπίο, που προσπαθώ να χωρέσω σε μια φωτογραφία την εκκλησία, το πάρκινγκ και τους δίδυμους πύργους του World Trade Center. Το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό και ασφαλώς, αν ήξερα τι θα συνέβαινε ακριβώς τρεις βδομάδες αργότερα (11 Σεπτεμβρίου), θα ήμουν πιο προσεκτικός.
2001/2006
Subscribe to:
Posts (Atom)