Showing posts with label reviews. Show all posts
Showing posts with label reviews. Show all posts

Friday, October 22, 2010

Steve Harley

Steve Harley 21.10.2010 Quasimodo «Πρέπει να προσαρμοζόμαστε διαρκώς. Κάποτε έπαιζα στο φεστιβάλ του Glastonbury, τώρα έχω εσάς σχεδόν πάνω στη σκηνή αυτού του… JAAAAZ CLUB». Ο Steve Harley, τονίζει τη λέξη τζαζ σαν να ειρωνεύεται τα κλαμπ που αποκαλούνται έτσι. Στην πραγματικότητα, αυτοσαρκάζεται. Βραχύσωμος και καλοδιατηρημένος, σχεδόν 60άρης πλέον, με την κιθάρα του και πέντε ακόμη μουσικούς (κιθάρα, βιολί, μπάσο, συνθεσάιζερ, ντραμς) απέχει τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που με το συγκρότημά του, τους Cockney Rebel, φλέρταρε με τόσο με το glam όσο και το progressive ροκ. Τώρα θυμίζει Bob Dylan της εποχής του Desire. Το κοινό του πλέον είναι μεσήλικα ζευγάρια από την Ολλανδία, τουρίστες που βρέθηκαν κοντά στο Quasimodo και πήγαν να περάσουν το βράδυ τους ακούγοντας το Come Up and See Me (Make Me Smile), το Sebastian και το Mr. Soft. Στην είσοδο ακούω κάποιον να ρωτάει τι είδος μουσική παίζει και ακούγοντας «ροκ», συσκέπτεται με τη γυναίκα του για το αν αξίζει να δώσουν τα 30 € που κοστίζει το εισιτήριο… Ο Harley έχει βγει σε περιοδεία όμως για να προωθήσει την καινούρια του δουλειά και παίζει κομμάτια από το άλμπουμ Stranger Comes to Town. Δεν είναι άσχημα, είναι απλώς άγνωστα. Και φοβάμαι ότι θα παραμείνουν. Ο χαρισματικός καλλιτέχνης δεν έχει πρόβλημα να σπάσει τον πάγο. Η φωνή του είναι αρκετά πιο μπάσα από τότε που τραγουδούσε επιτηδευμένα, σχεδόν ερμαφρόδιτα, στο πνεύμα της εποχής του ’70. «Δεν χρειάζεται να πάτε στο σπίτι για να αποδεσμεύσετε τη μπέιμπι σίτερ. Δεν είστε σ’ αυτές τις ηλικίες πια. Τώρα τα παιδιά σας έχουν φύγει από το σπίτι και εσείς ανακαλύπτετε και πάλι το σεξ στην κουζίνα…». Μιλάει για τους γονείς του που μετακόμισαν από την Αγγλία για να περάσουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους στην Ισπανία, για τον θάνατο της μητέρας του και την ταφή της εκεί. «Ακόμη δεν έχω ξεπεράσει το γεγονός ότι οι στάχτες της είναι στην Ισπανία και όχι στο Λονδίνο ή κάπου αλλού στην Αγγλία. Δεν θα αφήσω να συμβεί αυτό με τον πατέρα μου… Αυτός είναι ο λόγος που έγραψα και το τραγούδι This Old Man». Αυτοί που ήρθαν ν’ ακούσουν το Make Me Smile, φυσικά και ικανοποιήθηκαν, αφού εκτός αυτού πέρασαν δύο χορταστικές ώρες παρακολουθώντας έναν ικανό, βετεράνο μουσικό να δημιουργεί με τους αξιόλογους συναδέλφους του.

Thursday, April 15, 2010

Blixa Bargeld - “serialbathroomdummyrun”


ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ BLIXA BARGELD
“serialbathroomdummyrun”,

γκαλερί Kubinski
Leibnizstrasse 59
10629 Berlin
μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου

Δεν είναι μόνο το χρώμα των ρούχων που έχει διαλέξει να φοράει. O κιθαρίστας των Bad Seeds και η ψυχή των Einstürzende Neubauten, Blixa Bargeld (κατά κόσμον Christian Emmerich), έχει υιοθετήσει ως ψευδώνυμο τη γερμανική μετάφραση του επιθέτου του «ανθρώπου με τα μαύρα». Ναι, για όσους δεν το ξέρουν, «Bargeld» στα γερμανικά σημαίνει Cash. «Μετρητά» αν προτιμάτε! Ανταποκρίνεται πράγματι η ζωή του στη χλιδή, ένα από τα πολλά κλισέ που συνάπτει ο κόσμος στους ροκ σταρ;

Ο Blixa περνάει περίπου διακόσιες μέρες το χρόνο σε δωμάτια ξενοδοχείων, που υπόσχονται «σπιτική άνεση» και «προσωπική εξυπηρέτηση», μα που καταλήγουν να μοιάζουν με τα προηγούμενα και να χάνονται έτσι μέσα στην ανωνυμία. «Ίσως αυτό να είναι το μυστικό ενός καλού ξενοδοχείου», λεει ο Blixa, «να είναι απρόσωπο». Και έτσι όπως οι αλυσίδες των ξενοδοχείων αυξάνονται και πληθύνονται και τείνουν να κατακυριεύσουν τη γη, με αποτέλεσμα ο επισκέπτης να μην αισθάνεται πουθενά «σαν στο σπίτι του», γίνεται κατανοητό γιατί κάποιοι «εκκεντρικοί» ταξιδιώτες αποφάσισαν να διακοσμήσουν τα σπίτια τους σαν ξενοδοχεία (ο Lemmy των Motorhead έχει κάνει το διαμέρισμά του αντίγραφο των Holiday Inn) ή γιατί ο ιδιόρρυθμος Howard Hughes είχε διακοσμήσει πανομοιότυπα όλα (και είχε κάμποσα) τα σπίτια του.

Τα τελευταία δέκα χρόνια ο Blixa φωτογραφίζει τα λουτρά των δωματίων που μένει, με φωτογραφικές μηχανές μιας χρήσεως. Το αποτέλεσμα κορνιζάρεται σε σειρές από μία (σπάνια) μέχρι και οκτώ (εξίσου σπάνια, συνήθως είναι τέσσερις με έξι) φωτογραφίες που τοποθετούνται στον τοίχο κάποιας γκαλερί, όπως αυτή του (επίσης μουσικού) Achim Kubinski στην συγκεκριμένη περίπτωση. Όταν μεσολαβούν πάνω από πέντε μέρες «απουσίας» από κάποιο ξενοδοχείο, η θέση του κάδρου στον τοίχο παραμένει κενή. Δημιουργείται έτσι ένα είδος «ρυθμού», μιας «οπτικής φούγκας». Ανάμεσα στο πρώτο λουτρό, που ανήκει σε κάποιο ξενοδοχείο του Μονάχου (13 Νοεμβρίου 1992) μέχρι και το τελευταίο στο Σαν Φρανσίσκο (17 Σεπτεμβρίου 1998), μεσολαβούν επισκέψεις σε όλες τις ηπείρους, και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει και η Ελλάδα, που εκπροσωπείται με το Φιλίππειο της Θεσσαλονίκης (14 Οκτωβρίου 1997) και το Hotel Chandris των Αθηνών (15 Ιουλίου 1998).

Πέρα από την απομυθοποίηση της ζωής ενός ροκ μουσικού, η κατάδειξη της μονοτονίας επιτυγχάνεται με την «απαθανάτιση» του κυρίαρχου, αντισηπτικά λευκού χρώματος της πορσελάνης στις μπανιέρες, τους νιπτήρες και ξέρετε πού αλλού! Σε μερικές από τις φωτογραφίες ο Blixa εμφανίζεται «α λα Χίτσκοκ», άλλοτε κρυμμένος πίσω από το φλας, άλλοτε από τη μέση και κάτω (με ρούχα ή χωρίς), άλλοτε μόνο ως υποψία (με κάποιο μέλος του σώματός του). Από τις ελάχιστες πληροφορίες που μαθαίνουμε για τον ίδιο, είναι το γεγονός ότι ταξιδεύει με το ίδιο μαύρο νεσεσέρ εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον, ότι ξυρίζεται με αφρό, ότι για κάποια χρονική περίοδο φορούσε την κολόνια (ή after shave, δεν κατάφερα να διακρίνω) Fahrenheit.

Το concept της έκθεσης έχει τις ρίζες του σε κάποιους καλλιτέχνες της «ποπ αρτ» της δεκαετίας του ’60, όπως ο Michael Snow («Πέντε Τελάρα Με Κορίτσι», 1964) ή ο Σουνάο Ουράτα («Ακρυλικά Φιλιά», 1965) ή κάποιους που έβγαζαν μια φωτογραφία κάθε μέρα και την αριθμούσαν, δίνοντας μεγαλύτερη αξία στην επανάληψη της πράξης, παρά στο αποτέλεσμα. Αυτό που ο Bargeld αποκαλεί «κανόνες του παιχνιδιού», ο ιδιαίτερα φιλικός (και ελληνομαθής) ιδιοκτήτης της γκαλερί Achim Kubinski το ονομάζει «βάση conceptual εργασίας», και προσθέτει πως ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη σχέση μουσικής και εικαστικών. Καθώς μου διηγείται πως έχει δουλέψει στη Νέα Υόρκη σε μια εταιρεία που κυκλοφορούσε συνεργασίες ζωγράφων με μουσικούς όπως ο David Byrne και ο Arto Lindsay, βγάζει και μου δίνει ένα CD όπου ο ίδιος παίζει τη μουσική που έχει συνθέσει, ενώ ο πρόσφατα (και πρόωρα) χαμένος ζωγράφος Martin Kippenberger απαγγέλλει ένα ποίημα του Joseph Beys (“Ja, Ja, Ja, Nee, Nee, Nee“), σε ντανταϊστικό ύφος. Φεύγοντας, μου ανακοινώνει περήφανα πως το επόμενο project του θα βασίζεται στο έργο του Eric Satie και θα πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με τον Blixa.



Σεπτέμβριος 1999

Thursday, March 25, 2010

Paul Bowles

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ PΑUL BOWLES

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΦΡΕΝΤΥ

Αγαπητέ μου Φρέντυ,δεν απάντησα νωρίτερα γιατί ανησυχούσα για σένα.
Ήθελα να δω τον Χάρρυ πρώτα.
Τώρα το έκανα.
Και μια που μου φαίνεσαι να μην είσαι καλά, δε νομίζεις ότι θα ήταν καλύτερα να έρθεις στο Παρίσι, όπου θα μπορούμε να σε φροντίζουμε;
Και ύστερα, όλοι μαζί, ν´ αποφασίσουμε τι πρέπει να κάνεις.
Καημένο παιδί, είναι άσχημο να είσαι ολομόναχος, και νομίζω πως το καλύτερο που έχεις να κάνεις, είναι να έρθεις εδώ - δε συμφωνείς;

Πάντα δική σουΓερτρούδη Στάιν

Ο Φρέντυ που παρέλαβε αυτό το γράμμα, δεν ήταν άλλος από τον Paul Frederic Bowles - το μελοποίησε το 1939 - που εκείνη την εποχή ασφυκτιούσε στη Νέα Υόρκη. Ήδη η Στάιν τον είχε αποτρέψει να ασχοληθεί με την ποίηση. Του πρότεινε ένα ταξίδι στην Ταγγέρη. Το 1931 η πόλη αυτή ήταν ακόμη διεθνής και φιλοξενούσε δραπέτες για οικονομικούς λόγους, και διανοούμενους. Από εκεί, ύστερα από παραίνεση του Αaron Copland, επέστρεψε στην Αμερική για ν´ ασχοληθεί με τη μουσική, ως συνθέτης. Από τις πρώτες του δουλειές ήταν η μουσική για την ταινία του Rudy Burckhardt "145 West 21" με πρωταγωνιστές τον Αaron Copland και τον John Latouche (1936). Ακολούθησε η "Μουσική Για Μια Φάρσα" ("Music For Α Farce"), το 1938.

Γεννημένος στη Νέα Υόρκη, στις 30 Δεκεμβρίου του 1919, γιος ενός οδοντίατρου από το Long Island, ο Paul Bowles δεν ήταν πρότυπο μαθητή. Συχνά παραμελούσε τα μαθήματά του για ν´ ασχοληθεί με κάτι δημιουργικότερο.Στην αυτοβιογραφία του "Without Stopping" - που χαρακτηρίζεται σαν μία από τις πιο ειλικρινείς Αμερικανών λογοτεχνών - αναφέρει: "Μέχρι τα πέντε μου χρόνια δεν είχα μιλήσει με κανένα παιδί, ούτε είχα δει άλλα παιδιά να παίζουν. Η εικόνα που είχα σχηματίσει για τον κόσμο, ήταν ενός τόπου αποκλειστικά κατοικημένου από ενήλικες".

Όπως ο Edgar Αllan Poe σπούδασε ένα χρόνο στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, όμως οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες διοχετεύτηκαν στη μουσική και ικανοποιήθηκαν μέχρι ένα σημείο από δασκάλους όπως ο Αaron Copland και ο Virgil Thompson αρχικά, και η Nadia Boulanger αργότερα.Σε ηλικία δεκαοκτώ χρονών είδε ποιήματά του δημοσιευμένα στο πρωτοποριακό περιοδικό "Transition", που εκδιδόταν στο Παρίσι. Εκεί γνωρίστηκε με τη Γερτρούδη Στάιν και τον κύκλο της.Πνεύμα ανήσυχο, "δραπέτευε" συχνά από τους χώρους που ζούσε για να γνωρίσει καινούριους. Ακούραστος ταξιδιώτης, επισκέφτηκε πολλές φορές τη Λατινική Αμερική και εγκαταστάθηκε κατά περιόδους στη Γουατεμάλα και το Μεξικό. Πόλοι έλξης γι´ αυτόν ήταν ακόμη η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία. Στο Ανόβερο έμεινε για ένα διάστημα με το σημαντικό εκφραστή του ντανταϊσμού Kurt Schwitters. Στο Βερολίνο έγραψε μουσική που άκουγε αργότερα στην Ταγγέρη με τον Copland.Στη δεκαετία του ´30, στη Νέα Υόρκη, συμμετείχε στο κομουνιστικό κόμμα για ένα μικρό χρονικό διάστημα, και ήταν θαμώνας στο σαλόνι του Kirk και της Constance Αskew.

Στοιχεία από τις χώρες και τους ανθρώπους που γνώρισε, ενσωμάτωσε στο έργο του, χωρίς όμως να χάσει την ανεξαρτησία του.Το 1937 συνάντησε τη Jane Sydney Αuer, που την επόμενη χρονιά έγινε κυρία Bowles. Συγγραφέας η ίδια - αιτία που Paul Bowles άρχισε πάλι να γράφει - τέλειωσε το πρώτο της μυθιστόρημα "Two Serious Ladies" στις 7 Δεκεμβρίου 1941, ημέρα της καταστροφής του Περλ Χάρμπορ. Για λίγο καιρό οι Bowles έμεναν στο ίδιο σπίτι με τον W.H. Αuden και τη γυναίκα του Erica - κόρη του Thomas Mann -, που ήταν στενή φίλη της Jane.Μια πτυχή της προσωπικότητας του Bowles, τον οδήγησε πολύ νωρίς στην εξειδικευμένη σύνθεση μουσικής για το θέατρο. Η ευαισθησία του στον τομέα αυτόν, τον κατέστησε πολύ σημαντικό σύμβουλο των Orson Welles, George Αbbott και Eddie Dowling, για περισσότερα από είκοσι έργα που "ανέβηκαν" στο Broadway.

Το 1943 συνέθεσε τη θαρθουέλα - ισπανική παραλλαγή της φόρμας της όπερας - με τίτλο "The Wind Remains", που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη, με διευθυντή ορχήστρας τον Leonard Bernstein, χορογραφίες του Merce Cunningham και τραγουδιστές τον τενόρο Romulo Spirito και τη σοπράνο Jeanne Stephens, βασισμένη στην τρίτη πράξη του έργου "Αsi que pasen cinco αnos" του Λόρκα. Στη "Yerma" του ίδιου βασίστηκε η όπερα που έγραψε αργότερα ο Bowles (1956), στην Ανδαλουσία, για τη Libby Holman.

Για έναν περίπου χρόνο δούλεψε σαν μουσικοκριτικός στην εφημερίδα "Herald Tribune" της Νέας Υόρκης, και μ´ αυτόν τον τρόπο αναδείχτηκε το ταλέντο του στη σύνθεση με λέξεις αυτή τη φορά.Σε συνεργασία με τον Dali ενορχήστρωσε το πρώτο του μπαλέτο, "Colloque Sentimental" (1944). Ακολούθησε ακόμη ένα με συνεργάτη τον Αlexander Calder.

Στις επόμενες δουλειές του, το όνομά του φιγουράριζε ανάμεσα σ´ αυτά των διασημότερων καλλιτεχνών της εποχής - Fernand Leger, Marcel Duchamp, John Cage, Man Ray -, στους τίτλους ταινιών μικρού μήκους. Οι πιο σημαντικές απ´ αυτές - "Desire" και "Dreams That Money Can Buy" - ήταν βασισμένες σε ιδέες του Hans Richter που υλοποιήθηκαν από τον Paul Bowles και τον Max Ernst (1947). Σ´ ένα άλλο φιλμάκι που τιτλοφορείται "8 x 8", σκηνοθετημένο από τον Richter (1952), ο Paul Bowles πρωταγωνιστεί.

Παρόλη την αναγνώρισή του, δεν ήταν ικανοποιημένος από το περιβάλλον που ζούσε. Ένα βράδυ ονειρεύτηκε πως ήταν στο Μαρόκο. Το όνειρο τον έκανε ευτυχισμένο.Είχε ήδη γράψει τη μουσική για την πρώτη επιτυχία του Tennessee Williams στο Broadway "Γυάλινος Κόσμος" (1945), και αργότερα για άλλα έργα του, όπως τα "Γλυκό Πουλί Της Νιότης", "Καλοκαίρι Και Καταχνιά" και "Μοναχικός Άνθρωπος", μετά την πρεμιέρα του οποίου έφυγαν για το Μαρόκο, που στη δεκαετία του ´40 (και του ´50), ήταν για τους Αμερικάνους διανοούμενους ό,τι το Παρίσι στη δεκαετία του ´20. Ο καιρός ήταν άσχημος και ο Tennessee Williams επέστρεψε στις ΗΠΑ σε λιγότερο από ένα μήνα. Στη θέση του ήρθε ο Truman Capote, για να διασκεδάσει αυτούς που παρέμειναν με το οξύ πνεύμα και την κοφτερή γλώσσα του.Ο εκδότης Doubleday του ανέθεσε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Για τον σκοπό αυτό ο Paul Bowles μετακόμισε στη Φεζ, μια πόλη στους πρόποδες του Άτλαντα. Εκεί, η Βόρεια Αφρική τού τραγούδησε σαν σειρήνα ένα τραγούδι της Σαχάρας που τον αιχμαλώτισε. Ερωτεύτηκε τον ουρανό πάνω από την έρημο και τον ύμνησε στο βιβλίο του "The Sheltering Sky". Ο Doubleday όμως το απέρριψε, με αποτέλεσμα να εκδοθεί πρώτα στο Λονδίνο από τον οίκο New Directions (1949).Το βιβλίο αυτό, που του χάρισε διεθνή αναγνώριση αλλά σε περιορισμένους κύκλους, αναφέρεται σε τρεις Αμερικάνους που πηγαίνουν στη Σαχάρα. Ο ένας απ´ αυτούς αρρωσταίνει. Η αποκορύφωση του μυθιστορήματος είναι η περιγραφή του θανάτου του. Ο Bowles λέει πως για να πετύχει το ποθητό αποτέλεσμα έπαιρνε ματζούνι - ένα δυνατό μείγμα διαφόρων ουσιών με βασική την κάνναβη. Για την κυκλοφορία του βιβλίου, βρέθηκε με τη Jane στο Λονδίνο για λίγες μέρες. Στην επιστροφή εκείνη αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει στο Παρίσι, ενώ ο Paul πήρε το πλοίο για τη Σρι Λάνκα, ξεκινώντας μια σειρά από διηγήματα με θέμα την Tαγγέρη.

Στον γυρισμό σταμάτησε στο Παρίσι, και στη συνέχεια στην αγαπημένη του Φεζ, στη Σαχάρα. Η Jane έχοντας τελειώσει το θεατρικό της έργο "In The Summerhouse", πέρασε για λίγο από το Μαρόκο πριν φύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Paul τελείωνε το βιβλίο του όταν ήρθε ένα τηλεγράφημα που του γνωστοποιούσε πως η αγορά του νησιού, κοντά στη Σρι Λάνκα, ήταν εφικτή. Αναχώρησε αμέσως για τη Βομβάη και, αφού ολοκλήρωσε τις απαραίτητες διατυπώσεις, έφυγε για τη Νέα Υόρκη με σκοπό να γράψει τη μουσική για το έργο της Jane.

Το καλοκαίρι του 1952, αφού περιπλανήθηκε στη Μαδρίτη και τη Βενετία, κατέληξε στη Ρώμη δουλεύοντας μαζί με τον Tennessee Williams, τους διαλόγους για την ταινία "Senso" του Luchino Visconti.Το χειμώνα απέπλευσε με τη Jane με προορισμό το νησί που είχε αγοράσει. Έμειναν για λίγο εκεί, μια που η γυναίκα του είχε πρόβλημα υγείας και επέστρεψε στο Μαρόκο. Ο Paul τέλειωσε τη νουβέλα του "The Spider’s House" στην Ιαπωνία. Όταν έφτασε στην Ταγγέρη, πληροφορήθηκε από τον William Burroughs πως η Jane είχε πάθει έμφραγμα, ήταν όμως καλύτερα. Τα προβλήματα υγείας συνεχίστηκαν μέχρι το 1973 που πέθανε στην Ισπανία, σε ηλικία 56 ετών. (Μόλις - Νοέμβριος 1988 - κυκλοφόρησε η βιογραφία της "Α Little Original Sin", γραμμένη από τη Millicent Dillonn).Στα μέσα της δεκαετίας του ´50, ο Paul Bowles συναντούσε μέλη του beat κινήματος. Από το σπίτι του πέρασαν ο Jack Kerouac και ο Αllen Ginsberg, παρόλο που η σχέση του με το κίνημα ήταν παρόμοια μ´ αυτή του Manet και των ιμπρεσιονιστών. Όντας ανάμεσα στους Ευρωπαίους μοντερνιστές και τους beat λογοτέχνες, δηλώνει: "Δεν υπήρξα ποτέ μέλος της ομάδας. Συμμεριζόμουν τις ιδέες τους, τους συμπάθησα και τους δέχτηκα. Η άποψή τους όμως ήταν αδιάφορη. Νομίζω πως το μόνο που είχαν διαβάσει, ήταν ο Celine. Θυμάμαι τον Burroughs, το ´54, που ζούσε στη Medina σ´ ένα μπορντέλο. Περνούσε όλη την ημέρα στο κρεβάτι του κάνοντας ηρωίνη και πυροβολώντας στον τοίχο για εξάσκηση. Έγραφε το "Naked Lunch" - ο Kerouac του πρότεινε τον τίτλο - και τα χαρτιά είχαν γίνει σαν χαλί στο δάπεδο, με πατημασιές και ποντικοκούραδα επάνω τους. Πιστεύω πως είναι ο καλύτερος χιουμορίστας στην Αμερική. Εύχομαι να μπορούσε να συγκεντρωθεί στο να γράφει χιούμορ".Το 1958 δημοσιεύτηκε το "Spider’s House", που παρουσιάζει τη μάχη του Μαρόκου για ανεξαρτησία, με συμπάθεια προς τον ισλαμικό πολιτισμό.

Η συνθετική του δουλειά περιλαμβάνει πολλά κομμάτια μουσικής δωματίου, τραγούδια και έργα για πιάνο, ενώ η συγγραφική του - εκτός των μυθιστορημάτων - σαράντα περίπου διηγήματα, γραμμένα σε μια περίοδο τριανταπέντε χρόνων, που αρχικά εκδόθηκαν σε τρεις συλλογές. Τον σπουδαιότερο ρόλο σ´ αυτά παίζουν το περιβάλλον και ο χαρακτήρας των πρωταγωνιστών. Το περιβάλλον περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια, έτσι ώστε να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα, ενώ αντίθετα η σωματική εμφάνιση των ανθρώπων δεν περιγράφεται ούτε μια φορά, και ο χαρακτήρας τους προσδιορίζεται από τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους. Μοιάζουν με τα κούφια πρόσωπα του T.S. Elliot, κινούνται μέσα σε μιαν αχλύ, ξεριζωμένοι και γεμάτοι απόγνωση. Ψάχνουν για το άγνωστο, και πολύ συχνά διαπιστώνουν το χάος των "πολιτισμένων" μυαλών, τη ζωντάνια και την αλήθεια των αυτοχθόνων του Μαρόκου. Ταυτίζει έτσι ο Bowles τη χώρα αυτή με το αναρχικό υποσυνείδητο, αλλά αντιτίθεται στην τάση ρομαντικοποίησης του εξωτικού. Αποβάλλοντας τα άχρηστα στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας των ηρώων του, είναι πιο κοντά στον Beckett, παρά στον μυστικισμό της ερήμου του T.E. Lawrence.

Τα διηγήματα αυτά είναι πλημμυρισμένα από αναίτια βία, ωμό ρεαλισμό και θάνατο, έχουν τις ρίζες τους στον Αndre Gide και τον E.Α. Poe, συναρπάζουν και μερικές φορές σοκάρουν τους αναγνώστες.Ο Norman Mailer γράφει: "Ο Paul Bowles άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και άφησε το έγκλημα, τα ναρκωτικά, την αιμομιξία και την εθιμοτυπία του θανάτου να εισχωρήσουν στον κόσμο επικαλώντας τα όργια, το τέλος του πολιτισμού", και ο Burroughs προσθέτει: "Η πρόζα του ζει από μια ειδική ποιότητα του διαπεραστικού, απτού μαύρου ενός υποφωτισμένου φιλμ, μιας δομής που μπορεί κανείς ν´ αγγίξει. Το έργο του Castaneda μοιάζει με νηπιαγωγείου μπροστά σ´ αυτό του Bowles".

Ο Paul Bowles δεν διδάσκεται στα πανεπιστήμια επειδή δεν εκπροσωπεί κάποια συγκεκριμένη σχολή. Χαρακτηρίζεται ως "ένας συγγραφέας για τους συγγραφείς". Είναι υπεύθυνος για την ελάχιστη προβολή του, μια και δεν συχνάζει σε πάρτι και συναντήσεις εκδοτικών οίκων. Εξάλλου δεν έχει πατήσει το πόδι του σε αμερικάνικο έδαφος από το 1968 που ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Απεχθάνεται τα αεροπλάνα, το τηλέφωνο, και δεν ανέχεται το θόρυβο.Ζει στην Ταγγέρη από τα δικαιώματα των βιβλίων του, σ´ ένα διαμέρισμα απέναντι από το αμερικανικό προξενείο. Μεταφράζει ιστορίες που του διηγείται ο αναλφάβητος Mohamet Mrabet, και μ´ αυτόν τον τρόπο έχει διασώσει αρκετό μέρος της προφορικής παράδοσης του Μαρόκου. Διαβάζει Κάφκα και Μπόρχες, ενώ η συγγραφέας που θαυμάζει είναι η Flannery O´Connor.

Θεωρεί τον εαυτό του ταξιδιώτη και όχι τουρίστα, εντοπίζοντας τη διαφορά στο ότι ο τουρίστας επιστρέφει βιαστικά ύστερα από μερικές εβδομάδες, ενώ ο ταξιδιώτης, μη ανήκοντας κάπου, μετακινείται αργά, σε περιόδους ετών, από το ένα μέρος της γης σε άλλο. Κι ακόμη, στο ότι ο τουρίστας δέχεται τον δικό του πολιτισμό χωρίς να θέτει ερωτήσεις, ενώ ο ταξιδιώτης συγκρίνει και αποποιείται εκείνους που δεν του ταιριάζουν. Τέλος, το μήνυμα του Paul Bowles είναι : "Όλα χειροτερεύουν!"

Ακολουθούν (σε μετάφραση) τα κείμενα του Paul Bowles από τον κύκλο "Γράμματα Από Το Μαρόκο", όπως τα τραγούδησε ο τενόρος Loren Driscoll σε μουσική της Peggy Glanville-Hicks, υπό τη διεύθυνση του Carlos Surinach.

I
Αέρας, νερό, πουλιά και ζώα και ανθρώπινες φωνές φτιάχνουν ένα υπέροχο ηχητικό πλαίσιο.
Οι ανθρώπινες φωνές φτιάχνουν τον πιο όμορφο ήχο απ´ όλους
όταν υποδέχονται με ψαλμωδίες τον Μουεζίνη - ειδικά εκείνον του όρθρου.
Προοιμιάζουν τον εκάστοτε Μουεζίνη με θρησκευτικές παρατηρήσεις
τραγουδισμένες μ´ ένα στιλ σαν ελεύθερα κεντημένα άνθη.
Όταν έχεις εκατό ή περισσότερες από αυτές τις απίστευτα υψηλές
σαν πουλιού φωνές να κάνουνε περάσματα σαν του φλαμένκο, σε διαφορετικά κλειδιά
από διαφορετικούς μιναρέδες - σ´ ένα πλαίσιο από κόκορες
που λαλούνε, έχεις έναν πολύ σπουδαίο και περίεργο ήχο.

ΙΙ
Ο Άνθρωπος μισείται στη Σαχάρα˙ το νιώθεις στον ουρανό,στις πέτρες, στον αέρα.
Ίσως είναι γραμμένο και στ´ αστέρια:
"Ο Θεός μισεί τον Άνθρωπο! Ο Πίνκυ είναι αρουραίος"
Αλλά βέβαια αυτό μπορεί να είναι ερεθιστικό.
Εκεί που η ζωή είναι απαγορευμένη, γίνεται ένα ευχάριστο, απαγορευμένο φρούτο.
Κάθε στιγμή φθονείται από έναν αδυσώπητο τύραννο...

ΙΙΙ
Υπάρχουν κοντσέρτα εδώ - τόσο όμορφα που είναι αδύνατον να φανταστείς
Στην Dar Batha, με όλες τις πηγές να πιτσιλούν τις ταράτσες
και το φεγγάρι να λάμπει πάνω από τα κυπαρίσσια.
"Πηγαίνω βέβαια - και ακούω..."

ΙV
Ανακάλυψα ένα καινούριο γλυκό˙ χασίσι με αμύγδαλο.
Θα σου φέρω λίγο.
Τα αποτελέσματα του είναι εντελώς απίστευτα.
Θα πρέπει όμως να το τρως προσεκτικά
όπως η Αλίκη δάγκωνε τα μανιτάρια˙ διαφορετικά
η μετάβαση είναι μάλλον ξαφνική, σαν φύσημα χρυσού ανέμου κατά μήκος της
σπονδυλικής στήλης και πέταγμα προς τα πάνω, μέσα στα σύννεφα.

V
Οι δρόμοι μυρίζουν από άνθη πορτοκαλιάς,
ώριμες ελιές και ξύλο κέδρου.
Σε λίγο θα υπάρχουν συκιές, μέντες και κέδροι.
Στους κήπους υπάρχουν εκατομμύρια χνουδωτές
μέλισσες, που πετούν από ανθούς ροδακινιάς σε
ανθούς αχλαδιάς, σε ανθούς πορτοκαλιάς.
Δεν τσιμπούν. Ευτυχώς!


Μερικές φορές αυτή την ώρα ακούω τύμπανα και
πηγαίνω να τα βρω.
Μια νύχτα ανακάλυψα ένα μαγευτικό χορό
σε μια τεράστια, ερειπωμένη αυλή...
Ένας κύκλος από άντρες και γυναίκες που τραγουδούσαν μαζί...
Στο κέντρο ήταν μια γριά που κινείτο σαν υπνωτισμένη,
κάνοντας ένα υπέροχο παράφωνο κέντημα
στο συγκοπτόμενο κύκλο
και όλοι τους φορούσαν μακριές άσπρες ρόμπες
ενώ τα καπνισμένα μαύρα τους πρόσωπα δεν
ήταν τίποτε άλλο παρά σκοτεινές τρύπες.

Monday, July 20, 2009

Οι U2 στο Βερολίνο

18 Ιουλίου 2009

Τα εισιτήρια για τη συναυλία παρέχουν στους κατόχους τους το δικαίωμα της δωρεάν μετακίνησης με τα μέσα μαζικής μεταφοράς δύο ώρες πριν ανοίξουν οι θύρες και μέχρι τις 3 της επόμενης μέρας. Όμως, η S-Bahn, ο υπέργειος γρήγορος σιδηρόδρομος που εξυπηρετεί πάμπολλους Βερολινέζους και τουρίστες, έχει χάσει τον τελευταίο καιρό την αξιοπιστία της. Στάσεις εργασίας, ακυρώσεις δρομολογίων… έκαναν πολύ κόσμο να μην την εμπιστεύεται. Υπάρχει, άλλωστε, κι άλλος τρόπος, το μετρό ή U-Bahn, που κάνει στάση επίσης μπροστά στο Ολυμπιακό Στάδιο. Και, από τις 9 γραμμές της πόλης, συμπτωματικά αυτή που πάει ως εκεί είναι η U2! Πώς θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερο μεταφορικό μέσο σήμερα για έναν fan των U2;
Έστω και παστωμένοι φθάνουμε έξω από το Στάδιο, όπου υπάρχουν ακόμη εισιτήρια. Οι μαυραγορίτες τιμωρήθηκαν. Τώρα προσπαθούν να τα σκοτώσουν… Ως γνωστόν η απληστία ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.
Δεν είναι λίγοι οι οπαδοί τους που κοντεύουν να συμπληρώσουν εικοσιτετράωρο εκεί, αφού κατασκήνωσαν από το προηγούμενο βράδυ. Πολλοί από αυτούς έχουν ήδη δει τις συναυλίες που έχουν προηγηθεί σε Βαρκελώνη, Μιλάνο, Παρίσι, Νίκαια, κρατάνε ημερολόγιο με τα τραγούδια που παίζει το γκρουπ στην κάθε πόλη… Οι Grateful Dead με τα φοβερά κιθαριστικά σόλο τους ανήκουν στο παρελθόν, σήμερα υποκλινόμαστε στην τεχνολογία: Let me in the sound, let me in the sound…

Καθώς αποχωρούν οι Snow Patrol που ανέλαβαν να προθερμάνουν τους 90.000 θαυμαστές που έχουν κατακλύσει το στάδιο η σκηνή μένει άδεια. Είναι τόσο γιαγαντιαία που το Ολυμπιακό Στάδιο δείχνει συρρικνωμένο. Θυμίζει την αράχνη από το Glass Spider Tour του David Bowie, σε πιο μοντέρνα εκδοχή (θα μπορούσε να είναι διαστημόπλοιο) δείγμα των επιτευγμάτων της τεχνολογίας την τελευταία εικοσαετία. Από τα ηχεία της τέλειας εγκατάστασης ακούγεται το Space Oddity. Ο ουρανός του Wim Wenders σκοτεινιάζει μα δεν είναι απειλητικός. Όπου να ’ναι βγαίνουν οι U2.
Αθόρυβα, τα μέλη του συγκροτήματος παίρνουν τις θέσεις τους πίσω από τα όργανά τους και αρχίζουν να παίζουν τα πρώτα ακόρντα του Breath. Θα ακολουθήσουν άλλα τρία από το τελευταίο άλμπουμ τους. Ο Bono αναλαμβάνει να ευχαριστήσει το κοινό «που μας βοήθησε να έχουμε μια τόσο καλή ζωή» (αυτό το έχει κάνει κι ο Robbie Williams κι ακόμη παλιότερα και πολύ πιο campy ο Liberace) και να εξηγήσει τη μεγαλομανία - «madness – τρέλα» αποκαλεί ο ίδιος τη σκηνή - ως προσπάθεια προσέγγισης: «Θέλαμε να είμαστε πιο κοντά σε σας». Θα μπορούσε να είναι ο τέλειος ιερέας. Όσοι πιστοί προσέλθετε. Υποκριτής; Υπάρχουν πάντα οι άπιστοι.
Magnificent! Αφήνουμε τον εαυτό μας ελεύθερο να παρασυρθεί παρατηρώντας τη λαοθάλασσα να παίρνει τα χρώματα της σκηνής. Από ψηλά, εκεί που κάθομαι, ο κόσμος με τα κινητά και τις φωτογραφικές μηχανές στο χέρι μοιάζει με τη θέα του Λος Άντζελες από το Griffith Park.
Ο Edge παίζει όπως πάντα επικεντρωμένος στην κιθάρα του πριν αρχίσει ένα μανιακό σπριντ στον κύκλο που περιβάλλει τη βασική σκηνή. Αυτά τα δύο τμήματα ενώνονται με γέφυρες που περιστρέφονται κατά 360° - εξ ου και το όνομα της τουρνέ. Ακόμη πιο σοβαρός ο Adam Clayton στο μπάσο του και αναγκαστικά, λόγω ντραμς, πιο κινητικός ο Larry Mullen που θα… περιοδεύσει κι αυτός για λίγο, αργότερα, με ένα ταμπούρλο. Ο Bono τραγουδάει. Όλοι μαζί αποτελούν αυτό το σφιχτοδεμένο συγκρότημα που κατάφερε να κατακτήσει την υφήλιο ξεκινώντας από τη μικρή Ιρλανδία, και που είναι σε θέση να αναπαράγει εντυπωσιακά, σε αχανείς χώρους, τους περίπλοκους ήχους που δημιουργεί με σπουδαίους παραγωγούς στο στούντιο. Απόψε έχει περισσότερο κόσμο από την τελευταία φορά, σχεδόν ακριβώς πριν από τρία χρόνια, που είχα παρευρεθεί στον ίδιο χώρο για τη συναυλία των Rolling Stones.
Δύο άγνωστοι ανεβαίνουν - προφανώς μια προγραμματισμένη κίνηση - από το κοινό στη σκηνή. Ο ένας παίρνει μια κιθάρα από τον Bono, ο άλλος «βοηθάει» τον Larry Mullen στα drums. Angel of Harlem. Σε λίγο θα αρχίσει το κήρυγμα. Αλλά πριν, ένα medley με δύο τραγούδια του βασιλιά της ποπ: Man in the Mirror και Don’t Stop ’Til You Get Enough.
Ανάμεσα στο entertainment ο Bono μας θυμίζει πόσα τραγούδια έχουν γράψει στο Βερολίνο, παίζουν ένα από αυτά, το Stay (Faraway, So Close!) από το ομώνυμο φιλμ του Wenders, και μεταμορφώνεται κατά σειρά σε κοινωνιολόγο («Περνάει δύσκολους καιρούς και η Γερμανία, αλλά είναι χώρα δημιουργική και θα τα καταφέρει»), ιστορικό («Πριν από 20 χρόνια έπεσε το τείχος»), ιεραπόστολο («Ας προσευχηθούμε για τους κατοίκους του Ιράν»), ακτιβιστή («σήμερα θυμόμαστε την Aung San Suu Kyi») που ανεβάζει επί σκηνής άτομα με μάσκες του προσώπου της Βιρμανής που έχει τιμηθεί με το βραβείο νόμπελ Ειρήνης και εδώ και 20 χρόνια της έχει επιβληθεί κατ’ οίκον περιορισμός, ευεργέτη («στείλτε όλοι ένα φιλί για την Αφρική»). Ο Bono έχει ζεσταθεί. Το πρόγραμμα συνεχίζεται με ευχές προς τον Νέλσον Μαντέλα για τα γενέθλιά του (σήμερα γίνεται 91 ετών) και ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα από τον αρχιεπίσκοπο Τούτου που προβάλλεται στην πελώρια οθόνη πάνω από τη σκηνή που αλλάζει διαρκώς χρώματα και σχήματα. Μια πραγματική πανδαισία. Στο διάστημα αυτό το κοινό σιωπά, μάλλον από αμηχανία.


Με την ευχή του Bono θα κατευθυνθούμε και πάλι προς τον σταθμό του μετρό της U2. Σε λίγο θα αρχίσει να ξεστήνεται η μεγάλη star της βραδιάς: η σκηνή. Χρειάζονται μέρες για το στήσιμό της και 120 φορτηγά για τη μεταφορά της. Είναι η μεγαλομανία θανάσιμο αμάρτημα;

Τα τραγούδια που έπαιξαν:

1. Breathe
2. No Line on the Horizon
3. Get on Your Boots
4. Magnificent
5. Beautiful Day
6. Mysterious Ways
7. I Still Haven't Found What I'm Looking For
8. Angel of Harlem
9. Stay (Far Away, So Close!)
10. Unknown Caller
11. The Unforgettable Fire
12. City of Blinding Lights
13. Vertigo
14. I'll Go Crazy If I Don't Go Crazy Tonight
15. Sunday Bloody Sunday
16. Pride
19. Walk On
20. Where the Streets Have No Name
21. One

Ανκόρ:

22. Ultraviolet
23. With or Without You
24. Moment of Surrender

Saturday, March 14, 2009

Από την Κοκαΐνη στο Χαμομήλι

Είχα χρόνια να δω τον Marc Almond και, αν δεν επέμενε η Angeles, πολύ πιθανόν να μην τον έβλεπα ούτε αυτή τη φορά. Είναι ένας αγαπημένος καλλιτέχνης που μου κράτησε συντροφιά για πολλά χρόνια, αλλά κάπου γύρω στο 1996-99… χαθήκαμε.

Αν μου ζητούσε κάποιος να διαλέξω ένα από τα άλμπουμ του, μάλλον θα δυσκολευόμουν, ταλαντευόμενος μεταξύ του πρώτου και του Mother Fist…, εκείνον τον εξαιρετικό δίσκο που, ωστόσο, απομάκρυνε τον Loren από τους θαυμαστές του. Θυμάμαι που, ως πιο ειδικός, επέμενε πως δεν αντέχει να ακούει άλλο για πόρνες, ναυτικούς, ύποπτους δρόμους, σεντόνια γεμάτα σπέρμα… (τα θέματα που επαναλαμβάνονται ως leitmotiv στο έργο του Marc Almond με άλλα λόγια) από μια φωνή που του θύμιζε αμούστακο αγοράκι παιδικής χορωδίας(Βέβαια, εγώ του αντέτασσα πως η Judy Garland, από μικρή εθισμένη σε διάφορες ουσίες, είχε αγνά, σχεδόν αγγελικά θέματα στα τραγούδια της… αλλά τι νόημα έχει πια;)
Πήγα, λοιπόν, την Πέμπτη για να δω τον, στο μεταξύ 52χρονο, Marc στην Εκκλησία των Παθών (Passionskirche) του Kreuzberg, έναν χώρο που του ταιριάζει γάντι και όπου τον είχα απολαύσει πριν από 18 χρόνια σε μια ανεπανάληπτη εμφάνιση, με ένα από τα πολλά highlights το ντουέτο του με την Agnes Bernelle στο Kept Boy.
Μετά από το ατύχημα που παρ’ ολίγο θα του στοίχιζε τη ζωή, ο Marc Almond είναι και πάλι Η ΦΩΝΗ που μας έκανε να χορέψουμε ξέφρενα συνοδευόμενη από τα συνθεσάιζερ του Dave Ball ως Soft Cell και μας κράτησε αμέτρητες ώρες μελαγχολικής συντροφιάς στα πρώτα, δύσκολα, μετα-εφηβικά χρόνια.

Στο πρώτο μέρος της συναυλίας αυτή η φωνή ερμηνεύει τώρα τραγούδια από όλες τις εποχές της 30χρονης καριέρας του, όχι τα αγαπημένα μου είναι αλήθεια (εντάξει το A Lover Spurned μου αρέσει, αλλά εκείνο το Bittersweet…). Το ρεπερτόριο θα βελτιωθεί στη διάρκεια. Μια σπουδαία ερμηνεία στο Jacky του Jacques Brel αλλά και στο If You Go Away του ίδιου, που προλογίζοντάς το αναφέρει πως δεν πρόκειται να το ξανατραγουδήσει σύντομα. Πράγματι την επόμενη μέρα στη θέση του ακούγεται το Vision του Peter Hammill.

Αποκορύφωμα της βραδιάς αποτελεί για μένα η διασκευή του I Close My Eyes, που τοποθετείται άνετα πλάι στην κλασική εκτέλεση της Dusty Springfield, ενώ κλείνει με τις επιτυχίες Tainted Love και Say Hallo, Wave Goodbye των Soft Cell.


Την επόμενη μέρα μου τηλεφώνησε η Claudia για να μου πει πως ένα από τους καλύτερούς της φίλους, ο Neal Whitmore (γνωστός από την εποχή των Sigue Sigue Sputnik ως Neal X και συνεργάτης στις τελευταίες δουλειές του Almond) την κάλεσε στο προ μηνών ξεπουλημένο σόου της Παρασκευής. Αφού φάγαμε με τον συμπαθέστατο Neal και τον ντράμερ David Ruffy (παλιό μέλος των Ruts για όσους θυμούνται το Babylon’s Burning, αλλά και παραγωγός) μιλώντας για μουσική, βρέθηκα να κάθομαι σε περίοπτη θέση της εκκλησίας, δίπλα στον Michael Cashmore, που κι αυτός μένει πλέον στο Βερολίνο, συνθέτη του αριστουργηματικού Gabriel (βλ. προηγούμενο ποστ).

Αργότερα, στα παρασκήνια, ο Marc ήταν συμπαθέστατος.

Sunday, March 01, 2009

Παράξενα και Ατόφια

ΤΟ ΡΟΚ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ (ΜΑΣ)

Πήγα χθες το βράδυ στη συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου, στο «πολύ ζεστό», όπως είπε και ο ίδιος, κλαμπ Quasimodo. Είναι ένα από αυτά τα «τζαζ κελάρια», όπου κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί καλλιτέχνες από διαφορετικά είδη μουσικής: η Betty Carter, ο Peter Hammill, οι Pere Ubu…
Δεν πρέπει να ήταν πάνω από 200 άτομα συνολικά - Έλληνες οι περισσότεροι και Φιλέλληνες οι υπόλοιποι, μέσος όρος ηλικίας άνω των 50.

Πολλά από τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου (αντι)στέκονται άνετα στον χρόνο. Ο ίδιος, πάνω στη σκηνή, είναι ο εξαίρετος παλιάτσος και ο επαγγελματίας που δεν πίνει την ώρα της δουλειάς, ο παραμυθάς που διηγείται ιστορίες και ανέκδοτα, μα και ο σχολιαστής του δικού του έργου. «Πολύ θα ήθελα να ήμουν στην Αμερική τότε που έγραψα το ‘Βιετνάμ Γιε Γιε’, να με ανακαλύψει ο Όλιβερ Στόουν… (συγνώμη Νιόνιο, αλλά τότε ο Stone βρισκόταν ο ίδιος στο Βιετνάμ) και να γνωρίσω τη Φαίη Νταναγουέη, να γίνω διάσημος…», ή «Δυστυχώς μόνο οι φυλλάδες δεν κοστίζουν πια μιάμιση δραχμή, όλα τα άλλα ισχύουν», λέει για την Ελλάδα – ατέλειωτη παράγκα.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος μπορεί να μην είναι ρετρό, αλλά νομίζω (φοβάμαι) πως αφορά μόνο τη γενιά του. Αυτό φαίνεται να θέλει κι ο ίδιος αφού σ’ αυτήν αφιερώνει τα τραγούδια του αν και ενδιάμεσα θα μνημονεύσει τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Επίσης, αλλάζοντας τέμπο στη διάρκεια της Συννεφούλας και γυρίζοντάς σε τσάμικο το περιγράφει ως "αλβανικό". Οι τρεις μουσικοί που τον συνοδεύουν - ο Ορέστης Πλακίδης (πλήκτρα), ο Ευριπίδης Ζεμενίδης (κιθάρες) και ο Κώστας Γιαννίρης (μπάσο) - είναι "όλοι τους σπουδαίοι ενορχηστρωτές".
Παρουσιάζοντας κάποια «φρέσκα» τραγούδια, όπως το «Ασπρομόντε»του Θανάση Παπακωνσταντίνου, εντυπωσιάζομαι από τις αναφορές: Πιραντέλλο, Ντε Αντρέ… όλες μιας άλλης εποχής.
Ναι, κάνουν και οι Arctic Monkeys λ.χ. μια αναφορά στον Σέρλοκ Χολμς, αλλά για προσέξτε πόσο σημερινοί είναι οι υπόλοιποι στίχοι του τραγουδιού τους A CERTAIN ROMANCE:

Well oh they might wear classic Reeboks
Or knackered Converse
Or tracky bottoms tucked in socks
But all of that's what the point is not
The point's that there isn't no romance around there

And there's the truth that they can't see
They'd probably like to throw a punch at me
And if you could only see them, then you would agree
Agree that there isn't no romance around there

You know
oh it's a funny thing you know
We'll tell them if you like
We'll tell them all tonight
They'll never listen
Cause their minds are made up
And course it's all okay to carry on that way

Over there there's broken bones
There's only music, so that there's new ringtones
And it doesn't take no Sherlock Holmes
To see it's a little different around here

Don't get me wrong though there's boys in bands
And kids who like to scrap with pool cues in their hands
And just cause he's had a couple of cans
He thinks it's alright to act like a dickhead

Well over there there's friends of mine
What can I say, I've known them for a long long time
And they might overstep the line
But you just cannot get angry in the same way

Όσο κι αν στο διάλειμμα ένας δημοσιογράφος μαζί με έναν καθηγητή Νεοελληνικών σπουδών προσπάθησαν να με πείσουν πως οι νέοι ασχολούνται με τα κοινά, πως έχουν προτάσεις, εγώ ξέρω καλά πως στην Ελλάδα, σήμερα, δεν υπάρχει ο νέος Σαββόπουλος.

Δεν υπάρχει μέλλον, ούτε φυσικά ροκ.

Η Ελλάδα είναι μια πεθαμένη χώρα – νοσταλγός. Δυστυχώς.

Thursday, June 26, 2008

I'll Try Something New

Πρόσφατα θυμήθηκα και πάλι τον ενθουσιασμό μου, όταν είχα πρωτοανακαλύψει αυτό το κομμάτι των Miracles. Κυκλοφόρησε το 1962 από την περίφημη εταιρεία Motown (Tamla 54059) και γνώρισε σχετική επιτυχία, αφού δεν κατάφερε να ανεβεί ψηλότερα από το #39 του αμερικανικού καταλόγου επιτυχιών.
Η εξαιρετική παραγωγή, που φέρνει στον νου τη μανιέρα του Johnny Mathis, ανήκει στον ιδιοφυή συνθέτη του William "Smokey" Robinson και τον καλό του φίλο και ιδιοκτήτη της εταιρείας Berry Gordy. Ξεκινάει με άρπα, δίνει αρκετή ηχώ στα φωνητικά και, σταδιακά, τα έγχορδα οργιάζουν. Επίσης, μετά τη φράση "to Venus and Mars" χρησιμοποιείται ένα μικρό απόσπασμα από την επιτυχία Venus του Franke Avalon (1959). Οι στίχοι του Smokey Robinson είναι για άλλη μια φορά ανυπέρβλητοι μέσα στην απλότητά τους και νομίζω πως το "I'll pretend I'm jealous of all the fellas" είναι μεγαλειώδες.

Η υποστηριζόμενη από πανδαισία πνευστών εκτέλεση των Supremes με τους Temptations (1969) δεν φτάνει στα επίπεδα του πρωτότυπου (παρά το συμπαθητικό touch του "thank you" της Diana Ross), ενώ των A Taste of Honey (1982), που προφανώς θέλοντας να εκμεταλλευτούν την επιτυχία που είχαν γνωρίσει με τη διασκευή τους στο Sukiyaki του έδωσαν μια γιαπωνέζικη χροιά, θα μπορούσε να μην είχε ηχογραφηθεί ποτέ.

Από χτες που το ανακάλυψα εκ νέου, το CD είναι πατημένο στο repeat. Απολαύστε το.



I will build you a castle with a tower so high
It reaches the moon
I'll gather melodies from birdies that fly
And compose you a tune
I'll give you lovin' warm as Mama's oven
And if that don't do
Then I'll try something new

I will take you away with me as far as I can
To Venus or Mars
There we will love with your hand in my hand
You'll be queen of the stars
And every day we can play on the Milky Way
And if that don't do
Then I'll try something new

I will bring you a flower from the floor of the sea
To wear in your hair
I'll do anything and everything to keep you happy
To show you that I care
I'll pretend I'm jealous of all the fellas
And if that don't do
Then I'll try something new

I'll take the stars and count 'em and move a mountain
And if that don't do I'll try something new
I'll tell the moon above it's you that I love
If it don't do I'll try something new...

Wednesday, June 04, 2008

Nick Cave & The Bad Seeds - Η πρώτη μεταμοντέρνα big band;

Η πρώτη μεταμοντέρνα big band;

Πολύ μου αρέσουν αυτού του είδους οι τίτλοι. Συνήθως δείχνουν ότι ο γραφιάς δεν έχει και πολλά να πει, αλλά τα λέει… εντυπωσιακά. Σαν τους πολιτικούς.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα με τον Nick Cave και τους Bad Seeds;

Ο όρος big band αναφέρεται σ’ εκείνα τα σύνολα που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’20 και άνθισαν μεταξύ 1930 και 1950. Η βασική τους διαφορά από άλλα, μικρότερα κατά κανόνα, μουσικά σχήματα, είναι οι ενορχηστρώσεις. Αυστηρές και καταγραμμένες σε παρτιτούρες, επιτρέπουν αυτοσχεδιασμούς μόνον κατόπιν έγκρισης του μαέστρου.

Έχω χάσει τον λογαριασμό των συναυλιών του εν λόγω γκρουπ που έχω παρακολουθήσει, καθώς επίσης και τον αριθμό των μελών (και ποια ακριβώς ήταν αυτά, πλην του Mick Harvey) που συνόδευε κατά καιρούς τις τελετουργίες του σπουδαίου frontman.
Τα μικρά κλαμπ της δεκαετίας του ’80, που επιφύλασσαν πάμπολλες εκπλήξεις, διαδέχτηκαν οι μεσαίου μεγέθους συναυλιακοί χώροι των 90s και ο επαγγελματισμός που, όμως, δεν υστερούσε σε δύναμη και νεύρο. Μπαίνοντας στα 00s, οι εμφανίσεις μπορεί να αραίωσαν, αλλά η performance αποζημίωνε πάντα τους φίλους που ακολουθούσαν πιστά.

Έχω ξαναγράψει πως το φετινό άλμπουμ, με άφησε με την αίσθηση «μία από τα ίδια». Ωστόσο, οφείλω να παραδεχτώ, λειτουργεί εξαιρετικά πάνω στη σκηνή. Η περιοδεία αυτή φαίνεται πως είναι κομμένη και ραμμένη στον ήχο του Dig, Lazarus, Dig!, με τον Cave να παίζει τόση κιθάρα, όση δεν έχει παίξει τα τελευταία τριάντα χρόνια!

Στις συναυλίες που θα δείτε σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα τo Σαββατοκύριακο (αν μάλιστα κάποιοι από εσάς πάτε και στις δυο, θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας πως δεν υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμούς, ακόμη και το «just for you» που θα πει αφιερώνοντας, υποτίθεται, σε κάποιον ή κάποια από τους θεατές ένα τραγούδι που ζήτησε, είναι σκηνοθετημένο), εκείνο που θα σας ξαφνιάσει (και εμένα προσωπικά δεν ικανοποίησε), είναι οι καινούριες ενορχηστρώσεις των παλαιότερων, γνωστών κομματιών. Ίσως βέβαια να είναι και γενναίο εκ μέρους τους που δεν ακολουθούν τη δοκιμασμένη συνταγή, επαναλαμβανόμενοι.

Κι άλλωστε, με δυο ντράμερ επί σκηνής (Wydler και Sclavunos), με έναν ζωντανό μετρονόμο (Ellis), έναν μαέστρο (Harvey), τον Conway Savage στα πλήκτρα και τον Martyn P. Casey στο μπάσο, έχουμε να κάνουμε με την πρώτη μεταμοντέρνα big band.



Sunday, December 09, 2007

The National


Ο φετινός Δεκέμβριος είναι πολύ περίεργος. Δυο βδομάδες πριν τα Χριστούγεννα και ούτε που τα σκέφτομαι. Άλλες φορές με κατέθλιβαν από τον Νοέμβριο. Τώρα ούτε αυτό δεν καταφέρνουν…

Οι θερμοκρασίες φέρνουν στον νου, για άλλη μια φορά, τους τροπικούς… Μέχρι και 12° C

Οι μέρες εξακολουθούν να μικραίνουν αλλά δεν δίνω σημασία. Ο ήλιος που βγαίνει συχνά με κάνει να περιφρονώ ακόμη κι αυτό το αναπόφευκτα… σκοτεινό γεγονός. Σήμερα σχημάτιζε στον ουρανό μια φαρδιά, ασημένια γραμμή που θα ζήλευε κι ο Turner. Μου αρέσουν πολύ τα τοπία με ήλιο και γυμνά δέντρα… Ίσως είμαι για πάντα σημαδεμένος από τον άγριο ρομαντισμό που ανακάλυψα με το Bare Trees των Fleetwood Mac - εξώφυλλο και περιεχόμενο.

Τις προάλλες πήγα μάλλον στην τελευταία συναυλία της χρονιάς. Έπαιζαν οι National με support τον Hayden… Ο δεύτερος είναι ένας Καναδός τραγουδοποιός που μάλλον δεν σας λέει πολλά. Εγώ τον είχα ανακαλύψει πριν μερικά χρόνια από μια κριτική που διάβασα στο περιοδικό Uncut για το άλμπουμ του Skyscraper National Park. Οι National δηλώνουν θαυμαστές του.

Στο τέλος του set του, που όπως είπε ο ίδιος ήταν το τελευταίο από τα είκοσι ένα που έπαιξε σ’ αυτή την περιοδεία, ανέβαιναν τα μέλη των National συμπληρώνοντας τον ήχο της κιθάρας και της φυσαρμόνικας με βιολί, ντραμς, μπάσο…

Το κουιντέτο από τη Νέα Υόρκη ξεκίνησε με το… Start a War και σε όλη τη διάρκεια του προγράμματός τους, ο τραγουδιστής δεν σταμάτησε να επικοινωνεί με το κοινό, άλλοτε με ιστορίες σχετικές με τα τραγούδια τους κι άλλοτε με παραλειπόμενα από την πρόσφατη τουρνέ τους. Πριν αρχίσουν να παίζουν είχα εκπλαγεί βλέποντας γύρω μου πέντε – έξι άτομα να κυκλοφορούν με βαμβάκι στ’ αυτιά τους. Μάλλον ήταν οι πιο καλά πληροφορημένοι. Το γκρουπ μπορεί να μην είναι οι Who ή οι Deep Purple αλλά παίζει πολύ δυνατά.
Όμορφα ήταν και τα ντουέτα με τον Hayden.

Το τελευταίο άλμπουμ τους Boxer είναι ένα από τα καλύτερα της χρονιάς. Μην το προσπεράστε.

Μια πολύ καλή βραδιά με 15 ευρώ.

6 Δεκεμβρίου 2007
Postbahnhof

Monday, November 19, 2007

Interpol

Οι Interpol πρέπει να είναι πολύ μεγάλο όνομα στην Πολωνία. Εκτός από ένα πανώ που κρέμεται στον εξώστη και τους παρακαλεί «PLEASE COME TO POLAND», γύρω μας - εγώ βρίσκομαι εν μέσω καμιά δεκαριά Ελλήνων που γνωρίζω από κείμενά τους σε περιοδικά και ιστοσελίδες, οι οποίοι επίσης έχουν έρθει για τη συναυλία - ακούγονται πολωνέζικα. Πάνω από το 20% της αίθουσας πρέπει να έχει ταξιδέψει από τη γειτονική χώρα.


Η ώρα περνάει ευχάριστα κουβεντιάζοντας για - τι άλλο; - μουσική, ώσπου βγαίνουν οι Blonde Redhead, ένα τρίο που κυκλοφορεί καλούς δίσκους, αλλά που μάλλον θα παραμείνει… support. Κάποιος πίσω μου λέει στα γερμανικά: "Ανοίγεις δέκα πορνοσελίδες στο Internet πριν φτάσεις σε κάτι σχετικό μ' αυτούς." Προφανώς το όνομά τους, που έμπνεύστηκαν από ένα τραγούδι των DNA, παραμπέμπει σε σεξοβόμβες. Η σέξυ μα εντελώς άνευρη τραγουδίστρια Kazu Makino με τους Ιταλούς αδερφούς Amedeo και Simone Pace συναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη και θέλησαν να γίνουν οι νέοι Sonic Youth. Από εκείνη την εποχή έπαιξαν το Sciuri Sciura ανάμεσα σε κομμάτια από τα δύο τελευταία, καλά άλμπουμ τους Misery Is a Buttefrly και 23. Όταν, ύστερα από 40 λεπτά περίπου, εγκατέλειψαν τη σκηνή, δεν φάνηκε να στενοχωρήθηκε κανείς.

21:50 εμφανίστηκαν οι Interpol μέσα σ’ ένα ντελίριο επευφημιών και χειροκροτημάτων που δεν τους εμπόδισε να διατηρήσουν το super cool ύφος τους. «Το πιο φωτεινό πράγμα που υπάρχει στους Interpol είναι το χρώμα των μαλλιών μου», διάβασα πρόσφατα σε μια συνέντευξη του τραγουδιστή Paul Banks που, όπως και ο κιθαρίστας Daniel Kessler, γεννήθηκε στην Αγγλία και μεγάλωσε στις ΗΠΑ. Τέτοια σκοτεινά σχήματα προσέλκυαν ανέκαθεν του Έλληνες φιλόμουσους. Περιέργως πως, τα ονόματα που γνωρίζουν τη μεγαλύτερη επιτυχία στα περιβόητα για το φως και τον ανοιχτό χαρακτήρα των κατοίκων τους Νότια Βαλκάνια, είναι τα πιο dark (στο ύφος, όχι στο χρώμα – είπαμε ότι είμαστε κουλ αλλά τον ρατσισμό πού τον πας;) που υπάρχουν στο στερέωμα.

Το τετραμελές συγκρότημα επικουρεί στις ζωντανές εμφανίσεις και ο Eric Altesleben που παίζει κήμπορντς με το ψυχρό ύφος των Kraftwerk. Κάποιοι φανατικοί στις πρώτες σειρές υψώνουν χαρτόνια που ζητάνε το setlist. Άλλοι αρχίζουν να χορεύουν κουνώντας κεφάλι και φράντζα προκειμένου να φτάσουν στην έκσταση, δείχνοντας απομονωμένοι στον εαυτό τους, επικοινωνώντας ενίοτε με τις γραβάτες τους.
Το γκρουπ δίνει μαθήματα άψογου στυλ με πολύ καλοραμμένα κοστούμια, ατσαλάκωτα σε όλη τη διάρκεια του σόου. Λίγα λόγια και πολλή, καλή μουσική - ένας αποτελεσματικός συνδυασμός που έχει εξαντλήσει τα εισιτήρια στο Columbiahalle.

Ύστερα από μιάμιση ώρα βγαίνουν ενθουσιασμένοι, με μάτια λαμπερά από το εκπληκτικό light show εξυμνώντας τους Interpol που δεν περιορίστηκαν στην παρουσίαση του τελευταίου δίσκου τους Our Love to Admire, αλλά έπαιξαν και πολλά κομμάτια από τα δύο προηγούμενα (Turn on the Bright Lights και Antics), χαρίζοντάς μας μια εξαίσια, Greatest Hits, συναυλία.

Χαμένοι όσοι ακόμα τους σνομπάρουν.

Υ.Γ. Οι φωτογραφίες ... ιμπρεσιονιστικές, παρά τη θέλησή μου.



Columbiahalle, 17.11.2007

Friday, October 12, 2007

David Sylvian

the world is everything tour

Τον είχα δει πριν από είκοσι περίπου χρόνια, στη Φιλαρμονική, με συνοδεία έξι μουσικών, ανάμεσά τους και ο σημαντικός συνθέτης soundtracks στο μεταξύ, Mark Isham.

Από εκείνο το ανσάμπλ παρέμεινε μόνο ο αδερφός του, o Steve Jansen (το πραγματικό επίθετο του David και του Steve είναι Batt), στα ντραμς. Οι άλλοι τρεις που τον συνοδεύουν σήμερα είναι ο Keith Lowe (μπάσο), ο Takuma Watanabe (πιάνο) και ο Theo Travis (πνευστά).

Ο David Sylvian βαδίζει ανάλαφρα στη σκηνή, παίρνει θέση σ’ ένα σκαμπό και μια από τις δύο κιθάρες που θα αλλάζει κατά τη διάρκεια της συναυλίας. Ξεκινάει με το Wonderful World από το εξαιρετικό Snow Borne Sorrow που κυκλοφόρησε με το όνομα Nine Horses το 2005 και, αν δεν το έχετε, καλό θα είναι να το αποκτήσετε το συντομότερο.

Ακολουθεί μια διασκευή στο αιθέριο It'll Never Happen Again του Tim Hardin, που, όπως και τα παλιότερα κομμάτια που θα πει - Ghosts, από την εποχή των Japan, Before the Bullfight, Mother & Child, Wanderlust… - χαρακτηρίζεται από τον ήχο του τελευταίου άλμπουμ του. Πολλές από τις γνωστές του συνθέσεις τις αναγνωρίζω μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κουπλέ.
Η μυσταγωγική ατμόσφαιρα που δημιουργείται κυρίως από τους ήχους του αφαιρετικού πιάνου και των τριπαριστών ντραμς, σε συνδυασμό με τις προγραμματισμένες λούπες και το οπτικό μέρος των κατά διαστήματα σχεδόν καλειδοσκοπικών προβολών διαφόρων σχημάτων και χρωμάτων σε μια οθόνη στο βάθος της σκηνής, μεταφέρει τον ακροατή / θεατή σε έναν μαγικό χώρο όπου, εγώ προσωπικά, θα μπορούσα να μείνω μερικά εικοσιτετράωρα.

Ο κάποτε «ομορφότερος άνδρας της ποπ» δεν ένιωσε ποτέ άνετα ούτε με τον χαρακτηρισμό του «ομορφότερου άνδρα» αλλά ούτε και την ετικέτα της «ποπ». Πέρα από εστέτ και αριστοκράτης, ο Sylvian είναι ένας μουσικός που ενώ θα μπορούσε να ακολουθήσει την εξασφαλισμένη πορεία του κομψευόμενου δανδή, κυκλοφορώντας ασφαλείς… τσιχλόφουσκες που σκάνε στις πρώτες θέσεις των charts, διάλεξε τον δρόμο των προσωπικών αναζητήσεων με την περιορισμένη απήχηση.



Σίγουρα, ο David που βλέπουμε επί σκηνής, δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πρότυπο για τη μυώδη, ηρωική μορφή που σμίλεψε στο μάρμαρο ο Μιχαήλ Άγγελος. Ταιριάζει περισσότερο στη λιπόσαρκη, ευάλωτη, ντροπαλή, εύθραυστη φυσιογνωμία από μπρούτζο του Ντονατέλλο ή του Αντρέα Βερόκκιο.

Ωστόσο, ως άλλος αξιέραστος ψαλμωδός Δαβίδ, μας μαγεύει παίζοντας κιθάρα αντί για λύρα, κι εμείς, ως σύγχρονοι Σαούλ καταφέρνουμε - έστω και για λίγο - να ξεχνάμε τους χυδαίους Φιλισταίους που μας περιβάλλουν.



Υ.Γ. Στις 13 Οκτωβρίου παίζει στα Σκόπια. Μην τον χάσετε.




Schiller Theater, 6. October 2007

Monday, October 08, 2007

Rufus Wainwright

Στο βάθος της σκηνής πέφτει μια αμερικάνικη σημαία και αναρωτιέμαι πώς θα αντιδράσει ο φιλοξενούμενος μιας φίλης μου από την Ελλάδα. Κάθεται όμως στα δεξιά της και δεν τον βλέπω. Αυτόματα μου προκύπτει το γενικότερο ερώτημα, πώς θα αντιδρούσε ένα ελληνικό κοινό, σε μια ανάλογη περίσταση. «Τι με νοιάζει;», λέω στον εαυτό μου και χαλαρώνω για να απολαύσω τη συναυλία.

Ο Rufus εμφανίζεται με κατάλευκο κοστούμι που παραπέμπει στις μέρες του Elvis Presley στο Λας Βέγκας, γεμάτο στρας, όμοια μ’ αυτά που έχουν πάρει τη θέση των αστεριών στην αστερόεσσα - ντεκόρ. Εξαιρετικά λεπτή ειρωνεία.

Το επταμελές συγκρότημα που τον συνοδεύει είναι ντυμένο με ριγέ κοστούμια που θυμίζουν κλόουν και σαλτιμπάγκους. Τρία πνευστά, κιθάρα, ντραμς, μπάσο, δεύτερη κιθάρα ή μπάντζο συνοδεύουν άψογα τον Rufus που άλλες φορές κάθεται στο πιάνο, άλλες παίζει κιθάρα κι άλλες περιορίζεται μόνο στον ρόλο του crooner.

Το πρώτο σαρανταπεντάλεπτο βασίζεται σε τραγούδια του τελευταίου άλμπουμ του Release the Stars, που τα παρουσιάζει προλογίζοντάς τα. Έτσι πριν το Going to a Town αναφέρει πως πρόκειται για το Βερολίνο, στο Tiergarten εξηγεί πως είναι γραμμένο για το γνωστό πάρκο στο κέντρο της πόλης (και δεν έχει σχέση με τα δάκρυα (tear) αλλά με τα ζώα (Tier, στα γερμανικά, κάτι σαν Ζωολογικό Κήπος δηλαδή), πριν από το Sanssouci διηγείται με πολλά υπονοούμενα την ιστορία του «άλλου παλατιού» που ο Φρειδερίκος ο Μέγας κρατούσε αποκλειστικά για άνδρες. Η εισαγωγή του κομματιού γίνεται με φλάουτο ("I like the flute") σε μια ατμόσφαιρα που λες και ξεπήδησε από πίνακα του Adolph von Menzel.
Στο Tulsa απολογείται πως είναι πολύ δύσκολο να το παίζει στο πιάνο και ταυτόχρονα να τραγουδάει. Τα καταφέρνει θαυμάσια, ολομόναχος, δίχως το κουαρτέτο εγχόρδων που υπάρχει στο άλμπουμ.

Ύστερα από ένα μικρό διάλειμμα επανέρχεται με βαυαρέζικη στολή επιλέγοντας τραγούδια από τις προηγούμενες δουλειές του, κάποια της Judy Garland από τις συναυλίες που έδωσε στο Carnegie Hall και θα κυκλοφορήσουν στο τέλος της χρονιάς σε CD και DVD, εξηγώντας τον θαυμασμό του προς τον περίφημο Ιρλανδό τενόρο John McCormack (και την όπερα γενικότερα) τραγουδάει το Macushla, χωρίς μικρόφωνο, συνοδευόμενος από τρία πνευστά.


Η αποθέωση θα έρθει στο ανκόρ καθώς κάθεται για λίγο στο πιάνο φορώντας ένα κατάλευκο μπουρνούζι που ύστερα από δύο τραγούδια θα βγάλει και θα μείνει μ’ ένα μακρόταλο σακάκι, θα φορέσει γόβες, σκουλαρίκια και καπέλο, για να μεταμορφωθεί σε… Judy Garland ενώ όλο το συγκρότημα, με μαύρα κοστούμια, επιδίδεται σε χορευτικά α λα Broadway.

Ο καλύτερος τραγουδοποιός και περφόρμερ της γενιάς του θα επιστρέψει για συναυλία στο Βερολίνο στις 30 Νοεμβρίου κι εγώ φυσικά έχω εξασφαλίσει ήδη εισιτήρια.



Volksbühne, 5. October 2007

Sunday, July 29, 2007

Ash Wednesday

Έχω κολλήσει! Να φταίει η διάθεση των ημερών ή ότι το άλμπουμ είναι ό,τι καλύτερο έχω ακούσει φέτος; Συνδυασμός των δύο;

Δεν έχει σημασία! Αποκτήστε το ASH WEDNESDAY του ELVIS PERKINS (όνομα αληθινό όσο και τα τραγούδια) ανεξάρτητα από το οποιοδήποτε hype που σχετίζεται με τους γονείς του και τη μοίρα τους.

Αριστούργημα.

Tuesday, June 19, 2007

Modest Mouse

Στις αρχές Ιουνίου είχε πλακώσει ένα τέτοιο κύμα καύσωνα που το τελευταίο που ήθελε κανείς να κάνει ήταν να κλειστεί εκούσια σε κάποιο ζεστό κλαμπ για να δει μια συναυλία. Έτσι, ε; Κρίμα, γιατί εκείνη την εποχή διάλεξαν να περάσουν πάμπολλα ενδιαφέροντα ονόματα: Wilco, The National, Justin Timberlake, Art Brut, Editors… Βέβαια, όπως έχω ξαναγράψει, πολλά από αυτά θα ξανάρθουν τουλάχιστον άλλη μια φορά ως το τέλος της χρονιάς κι έτσι δεν σε κυριεύει το άγχος να τα προλάβεις όλα μέσα σε μια βδομάδα…

Ωστόσο, όσο πλησίαζε η μέρα που θα έπαιζαν οι Modest Mouse, γινόμουν όλο και πιο ανήσυχος. Μου άρεσε, βλέπετε, τόσο το προηγούμενο άλμπουμ τους όσο και το τρέχον και, όσο να ’ναι, θα ’θελα να δω και τον Johnny Marr επί σκηνής.

Σε κάτι τέτοιες στιγμές αφήνω την τύχη ν’ αποφασίσει και αυτή τη φορά ήταν με το μέρος μου, αφού κέρδισα δύο εισιτήρια στον διαγωνισμό ενός περιοδικού.

Οι Modest Mouse λοιπόν, μόνο … modest δεν είναι! Πρόκειται για ένα πολύ σφιχτοδεμένο, δυναμικό και ιδιαίτερα ρυθμικό σύνολο με δύο ντράμερ, κιθάρες, πλήκτρα, μπάσο που εμπλουτίζει τον ήχο του με ακορντεόν και μπάντζο. Ναι, τραγουδάει και ο Marr! Φανταστείτε μια προλεταριακή εκδοχή των Talking Heads με τα… κυβικά των Pixies και θα έχετε την πλήρη εικόνα. Έγινα μούσκεμα αλλά το φχαριστήθηκα…

Κάθισα για λίγο στον κήπο πίνοντας λίτρα νερού και όταν αποφάσισα να φύγω, είδα ξαφνικά, μπροστά μου, τον Johnny Marr. Ο περισσότερος κόσμος είχε φύγει, τρεις τέσσερις κοπέλες και καναδυό άντρες έσπευσαν για αυτόγραφο… Περίμενα να φύγουν για να του σφίξω το χέρι και να του πω πόσο λατρεύω το “The Queen Is Dead”. Συμφώνησε, ιδιαίτερα προσηνής. Μου είπε πως τώρα είναι διαφορετικός άνθρωπος, προσέχει τη διατροφή του και μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο Portland και το Manchester. Μιλήσαμε για το πώς είναι να μεγαλώνεις (είμαστε σχεδόν συνομήλικοι) και να εξελίσσεσαι…

Α, ναι! Ήταν και η Susan Sarandon εκεί!

Saturday, May 12, 2007

Joe Jackson


Είχα τάξει στον Δημήτρη Κανελλόπουλο ότι θα τον πήγαινα εκκλησία όταν θα ερχόταν στο Βερολίνο κι έτσι βρεθήκαμε στην Εκκλησία των Παθών, στο Kreuzberg, να παρακολουθούμε τον θαυμάσιο Joe Jackson - με δύο από τα μέλη της αρχικής μπάντας του, τον Graham Maby (μπάσο) και τον Dave Houghton (ντραμς) - που μας παρακίνησε να το ρίξουμε έξω καθώς, καθισμένος στο πιάνο, ξεκίνησε με το περίφημο Steppin Out. Ακολούθησαν κι άλλα κομμάτια από το εξαιρετικό Night and Day (Another World, A Slow Song) με το οποίο πριν από 25 χρόνια δήλωνε την περιφρόνησή του προς την πατρίδα του και ταυτόχρονα σ’ έκανε να πιστεύεις ότι η μοναδική αξιόλογη πόλη στον κόσμο είναι η Νέα Υόρκη.
Τώρα που τα πράγματα άλλαξαν και το Βερολίνο θεωρείται ο ομφαλός της γης μετακόμισε εδώ και ετοιμάζεται να ηχογραφήσει καινούριο άλμπουμ, από το οποίο έπαιξε κάποια εντυπωσιακά δείγματα. Περνώντας με άνεση από τις δικές του, κλασικές στο μεταξύ, συνθέσεις Is She Really Going out with Him, On Your Radio, It’s Different for Girls… στη διάρκεια της συναυλίας μετέδιδε την αίσθηση ότι είναι επάξιος συνεχιστής του Cole Porter.
Μπλέκοντας το δικό του Chinatown με το Brazil του Ary Barroso, τραγουδώντας το Girl των Beatles (του John Lennon, όπως το έθεσε ο ίδιος), το Any Major Dude Will Tell You των Steely Dan αλλά και το Dirty Love του Frank Zappa συνέχισε μόνος για ένα εικοσάλεπτο περίπου στο πιάνο, στην πρώτη συναυλία της τουρνέ που μόλις ξεκινούσε. Σπουδαία ήταν και η εκτέλεση του One More Time με τη rhythm section να μεγαλουργεί.

Αν τον πετύχετε κάπου μην τον χάσετε, επ’ ουδενί.


Passionskirche, 5. May 2007

Thursday, May 10, 2007

Bloc Party

Δεν ξέρω για ποιο λόγο είχε σφηνωθεί στο μυαλό μου το Postbahnhof ως χώρος διεξαγωγής της συναυλίας. Όταν φτάναμε κι όλα ήταν ήσυχα, αποφάσισα να κοιτάξω το εισιτήριο που έγραφε... Columbiahalle. Ουπς, sorry guys!

Καλά δε χάλασε ο κόσμος. Χρόνο είχαμε άλλωστε - τους Biffy Clyro που έπαιζαν πιο πριν είχαμε αποφασίσει να μην τους δούμε - και κάναμε βόλτα με το ταξί μέσα από το Kreuzberg. Συμβολικά; «Να, εδώ είναι η συνοικία των Τούρκων και πολλών εναλλακτικών τύπων, που έχει γίνει τίτλος τραγουδιού των Bloc Party». Ο Γιάννης κι ο Δημήτρης απολάμβαναν την ανατολίτικη χροιά, ο ταξιτζής - αλλοδαπός κι αυτός - έτρεχε τόσο που τον φωτογράφησε το μηχάνημα… «25 ευρώ είναι το πρόστιμο», μου λέει εκνευρισμένος.

Όταν φτάσαμε η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Κάπου 3.500 κόσμος. Προλάβαμε, ωστόσο, να πάρουμε μια μπύρα στον κήπο. Στους φίλους μου αρέσει το κοινό, το ποσοστό των κοριτσιών (περίπου 45%) και αργότερα, φυσικά, το γκρουπ. Δυναμικό - σε τέτοιο σημείο που στο ανκόρ πρόσθεσαν και ένα σετ ντραμς (για το Sunday) που έπαιξε ο μπασίστας Gordon Moakes!


Τα φώτα αναβοσβήνουν κι αλλάζουν χρώματα σε σχήματα ζιγκ ζαγκ που θαρρείς ξεπήδησαν από το εβραϊκό μουσείο που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο Kele Okereke είναι ένας χαρισματικός frontman που εκφράζει τις σκέψεις του για τον ρατσισμό, την τρομο-παράνοια, τον πόλεμο, την κατάθλιψη και - oh, yeah - την ερωτική απογοήτευση. Στο Where Is Home θα ενώσουν τις φωνές τους και τα άλλα μέλη του συγκροτήματος τραγουδώντας a capella. Στα υπόλοιπα κομμάτια ο ντράμερ Matt Tong παίζει… παπάδες.

Οι Bloc Party δίνουν την εντύπωση ότι προσπαθούν να ξεπεράσουν εαυτούς και συνοδοιπόρους. Ίσως είναι ιδιαίτερα φιλόδοξοι, αλλά σίγουρα θα πάω να τους δω και την επόμενη φορά που θα παίξουν εδώ.


Υ.Γ. Ανδρέα, συγνώμη για την ταλαιπωρία που υπέστης εξαιτίας μου.

Το setlist:



Columbiahalle, 4. May 2007

Tuesday, May 08, 2007

Bob Dylan in Show & Concert

Το εισιτήριο αναγράφει ως ώρα έναρξης 19:30. Και είναι πράγματι επτάμιση όταν η φωνή ενός αόρατου παρουσιαστή ανακοινώνει από τα μεγάφωνα «Ladies and gentlemen, please welcome Columbia recording artist, Bob Dylan» που ακολουθείται από το Fanfare for the Common Man του Aaron Copland.
Αμέσως σου μεταδίδεται η αίσθηση ότι πρόκειται να παρακολουθήσεις ένα κονσέρτο διαχρονικό, μια παράσταση μακριά από τις τόσες εφήμερες…

Ο Dylan παίρνει θέση στο κέντρο της σκηνής, πλαισιωμένος από τους πέντε μουσικούς του και ξεκινάει με το Absolutely Sweet Marie παίζοντας κιθάρα. Μετά τα Don’t Think Twice, It’s All Right και Just Like Tom Thumb’s Blues έχω την αίσθηση πως οι ενορχηστρώσεις αποτελούν ένα απαύγασμα της αμερικανικής μουσικής ιστορίας. Το ψιθυρίζω στον Γιάννη Πετρίδη που είναι δίπλα μου και μου το επιβεβαιώνει.

Swing-country-folk-blues-rock… μια ιδιοφυής ανασκόπηση μέσα από πασίγνωστα τραγούδια του σπουδαίου βάρδου που σε σημεία (Blowin’ in the Wind) ηχούν αγνώριστα.
Μετά την εξαιρετική εκτέλεση του It’s Alright Ma (I’m Only Bleeding) αφήνει την κιθάρα και πηγαίνει στο κήμπορντ όπου θα μείνει ως το τέλος.

Είναι γνωστό πως δεν επικοινωνεί με το κοινό όπως και ότι στη σκηνή δεν γίνεται καμιά περιττή κίνηση, δεν ακούγεται καμιά επιπλέον νότα.

Λίγο πριν το φινάλε θα συστήσει τους μουσικούς του και θα παίξει δύο κομμάτια: το Thunder on the Mountain και (αριστουργηματικά) το All Along the Watchtower. Πριν αποχωρήσουν από τη σκηνή στήνονται όλοι σε μια πόζα με τον Dylan στο κέντρο σε στάση που θυμίζει Cab Calloway με κοστούμι Bill Monroe.

Get the picture?
Μυσταγωγία.


Max-Schmeling-Halle
3 May 2007

Set list

1. Absolutely Sweet Marie (Bob on electric guitar)
2. Don't Think Twice, It's All Right (Bob on electric guitar)
3. Just Like Tom Thumb's Blues (Bob on electric guitar)
4. It's Alright, Ma (I'm Only Bleeding) (Bob on electric guitar)
5. The Levee's Gonna Break (Bob on electric keyboard)
6. Desolation Row (Bob on electric keyboard)
7. Honest With Me (Bob on electric keyboard)
8. When The Deal Goes Down (Bob on electric keyboard)
9. Rollin' And Tumblin' (Bob on electric keyboard)
10. My Back Pages (Bob on electric keyboard)
11. Spirit On The Water (Bob on electric keyboard)
12. Tangled Up In Blue (Bob on electric keyboard)
13. Nettie Moore (Bob on electric keyboard)
14. Summer Days (Bob on electric keyboard)
15. Blowin' In The Wind (Bob on electric keyboard)

(encore)
16. Thunder On The Mountain (Bob on electric keyboard)
17. All Along The Watchtower (Bob on electric keyboard)

Sunday, April 22, 2007

Klaxons / Xvectors

Αν και στη σελίδα που έχουν οι Xvectors στο MySpace, οι Pere Ubu δεν αναφέρονται στις επιρροές τους, βλέποντας τις μανιερίστικες κινήσεις του τραγουδιστή τους Rory Connaghan, είναι το πρώτο συγκρότημα που σου έρχεται στο μυαλό. Οι τέσσερις Σκοτσέζοι αποτελούν μέρος μιας δυναμικής γενιάς από «το νησί» που βάλθηκε να κατακτήσει μουσικά και πάλι την υφήλιο. Η ξαφνική πτώση της θερμοκρασίας και το χιόνι καθιστούν ιδιαίτερα επίκαιρο το Now It’s the Winter και αφήνουν καλές εντυπώσεις.

Φυσικά το ψητό της βραδιάς αποτελούν οι Klaxons, οι οποίοι στο μεταξύ έχουν αποκτήσει φανατικό κοινό. Μπροστά μου βρίσκονται τρεις νεαροί Σκανδιναβοί που χοροπηδούν καθώς το συγκρότημα αρχίζει να αυτοσχεδιάζει πάνω στη φράση «If You’re Not in Berlin, You’re Not Coming In». Ορίστε; Ανάλογη συνάφεια έχουν και οι στίχοι του πολύ καλού άλμπουμ τους Myths of the Near Future. Όσο ακατάληπτοι όμως είναι οι στίχοι τους, τόσο πιο εύληπτη η μουσική τους που κατεβαίνει υπέροχα στα πόδια. Από το Atlantis to Interzone περνάνε στο Two Receivers, συστήνουν τον ντράμερ «Στεφάνο» που συμμετέχει στις ζωντανές εμφανίσεις τους, και όταν φτάνει η ώρα του καταπληκτικού Golden Skans, το αφιερώνουν στους Xvectors!
Ύστερα από τα πρώτα είκοσι - είκοσι πέντε λεπτά, στη μισή διάρκεια της συναυλίας δηλαδή, ο μόνος που μπορεί να τραγουδάει είναι ο κημπορντίστας James Righton. Ο μπασίστας – τραγουδιστής Jamie Reynolds έχει χάσει τη φωνή του (από τις μπίρες;), ενώ ο Simon Taylor, μάλλον για τον ίδιο λόγο, μάταια προσπαθεί να αναλάβει τα φωνητικά στο Isle of Her, που στο άλμπουμ θυμίζουν τον Richard Butler από τους Psychedlic Furs. Είναι κρίμα γιατί τρελαίνομαι με τη φανατική επιμονή σε ανοησίες α λα B-52’s «At club 18-30 I met Julius Caesar, Lady Diana and Mother Theresa…» και η σουρεαλιστική θάλασσα αυτών των τύπων απλώνεται από τη Βεστφαλία μέχρι την Αμμόχωστο.
Με το που φτάνουν στο It’s Not Over Yet (πόσοι, άραγε, θυμάστε τους Grace;), η ατραξιόν είναι ένας από τους Σκανδιναβούς που κάνει το τέταρτο stage diving, ενώ ο πιο νηφάλιος φίλος του καταφέρνει να αρπάξει τη λίστα των τραγουδιών. Θα κλείσουν, όπως τελειώνει το άλμπουμ, με το Four Horsemen, και ασφαλώς δεν είναι σε θέση να βγούνε για ανκόρ.



Lido, 22 Μαρτίου 2007

Thursday, April 12, 2007

The Killers / Mumm-Ra

Από τη μέρα της ανακοίνωσής της μέχρι τη διεξαγωγή της, η πιο περιπετειώδης συναυλία της χρονιάς άλλαξε τρεις χώρους. Από το μικρό, για τους μαζικούς στο μεταξύ Killers, Columbiahalle, στο απέναντι Hangar 2 (χωρητικότητας 4.000 ατόμων) κι από εκεί στη διπλάσιας χωρητικότητας Arena.
Άσχημα μαντάτα για τους μαυραγορίτες που, τελικά, αναγκάστηκαν να πέσουν αρκετά πιο κάτω από την αναγραφόμενη τιμή των εισιτηρίων. Ως γνωστόν, τα σπέκουλα εμπεριέχουν ρίσκο…
Όταν μπαίνω μέσα, 20 λεπτά πριν την επίσημη ώρα έναρξης, οι Mumm-Ra έχουν ήδη ζεστάνει το κοινό. Έχουν τόσο έντονη αγγλική προφορά που απορώ πώς δεν το καταλαβαίνουν αυτοί που με ρωτάνε αν ξέρω από πού είναι.
Σύμφωνα με τον σεβάσμιο David Thomas, το ροκ είναι μια καθαρά αμερικανική υπόθεση που έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο μέσα από ένα παρμπρίζ.
Tο ξεκίνημα των Killers, με μια διάφανη κουρτίνα μπροστά στη σκηνή που απεικονίζει το εξώφυλλο του Sam’s Town, δεξιά κι αριστερά δυο κανόνια να πετάνε χαρτάκια προς το κοινό και ένα από τα καλύτερα light-shows που κυκλοφορούν στην αγορά, είναι ικανό να σε κάνει να ασπαστείς τη γνώμη του. Το ομώνυμο κομμάτι διαδέχεται το When You Were Young κι έπειτα τα Uncle Johnny, Bones... Ανάμεσα σε κάθε τραγούδι μεσολαβεί μικρή παύση, όπως στα CD.
Ο Brandon Flowers και ο κιθαρίστας David Keining, φοράνε λαμέ σακάκια που παραπέμπουν κατευθείαν στο Las Vegas. Άλλωστε, από εκεί κατάγονται. Ο Flowers, ωστόσο, το βγάζει γρήγορα καθώς ζεσταίνεται τραγουδώντας και παίζοντας ενδιάμεσα keyborads.
Οι post glam συνθέσεις Mr. Brightside - ένα κράμα από τα Queen Bitch (David Bowie) και Special K (Placebo) με το οποίο θα κλείσουν το σόου - και My List - που συγχωνεύει τα Moments in Love (Art of Noise) και Time (Bowie και πάλι) - συνεπαίρνουν τη μάζα. Όπως άλλωστε και τα επηρεασμένα από τους Springsteen / Meat Loaf / Bono, The River Is Wild και When You Were Young, που ακούγεται ξανά, σε μια διαφορετική εκτέλεση, στο ανκόρ.
For Reasons Unknown, ύστερα από δύο σχεδόν ώρες εγώ έχω την εντύπωση πως φεύγω από συναυλία των… Styx.


Arena, 10. March 07

Saturday, March 31, 2007

Just Jack

Το Lido σήμερα, όταν είναι άδειο, θυμίζει αίθουσες χοροδιδασκαλίας. Χτισμένο το 1951 λειτούργησε ως κινηματογράφος σε μια περιοχή που βόλευε και τους Ανατολικογερμανούς, πολλοί από τους οποίους τον επισκέπτονταν τακτικά. Μια δεκαετία μετά την ανέγερση του τείχους μεταμορφώθηκε σε ροκ ντισκοτέκ με το όνομα Westside και ακολούθησαν χρόνια αδράνειας. Πέρσι ξανάνοιξε ως κλαμπ για ζωντανές εμφανίσεις καινούριων, λιγότερο γνωστών ονομάτων.
Όπως ο Just Jack, που το κοινό είχε την ευκαιρία να δει καταβάλλοντας στην είσοδο το αντίτιμο μισού CD (8,70 €). Σαράντα λεπτά μετά την αναγραφόμενη ώρα έναρξης, ο Jack Allsop εμφανίζεται ντροπαλός στη σκηνή έχοντας πίσω του μια τετραμελή μπάντα (κιθάρα, μπάσο, ντραμς, πλήκτρα), μια κοπέλα που βοηθάει στα φωνητικά και ξεκινάει με το Life Stories τονίζοντας «forget ME this is all about YOU». Στις πρώτες σειρές δυο τρεις φωτογράφοι κάνουν άνετα τη δουλειά τους. Το κοινό, καμιά 150 άτομα, απέχει τουλάχιστον πέντε μέτρα από τη σκηνή… Coolness; Αμηχανία;
«Πολλοί από σας δεν ξέρουν ποιοι είμαστε, γι αυτό χαίρομαι που ήρθατε…», προσπαθεί να σπάσει τον πάγο ο Jack πριν το I Talk Too Much. «Ελάτε πιο κοντά, μπορεί να είμαστε αρκετές μέρες στο λεωφορείο αυτές τις μέρες, αλλά δε βρωμάμε…» Snowflakes. Κάποιοι κάνουν μερικά διστακτικά βήματα προς τα μπρος.. Κάποιοι άλλοι απλώς λικνίζονται νωχελικά. Ίσως να οφείλεται στην άνοιξη αυτή η ατονία, αφού ο Jack είναι μεν μάλλον άχαρος πάνω στη σκηνή, αλλά σίγουρα διαθέτει ταλέντο και φωνή που σε κερδίζει. Το Starz in their Eyes παίζεται στο ραδιόφωνο και αρκετοί το αναγνωρίζουν.
Πέρα από την προφανή σχέση με τον Mike Skinner, υπάρχουν στιγμές που τα τραγούδια του μου φέρνουν στον νου τη Joolz (πόσοι θυμάστε αυτήν την πανκ ποιήτρια που είχε συνεργαστεί και με τον Jah Wobble;) και … spooky, «το καινούριο μας τραγούδι λέγεται Goth in the Disco». Είναι πολύ καλό και το κοινό ανταποκρίνεται αμέσως. Ακολουθούν το No Time «σε καινούρια μίξη», το Glory Days… Διάρκεια 45 λεπτά.

Όπως είπα στην αρχή, η αίθουσα θυμίζει χοροδιδασκαλείο. Μόνο που κανείς δε χόρευε.



Lido, 8. March 07